Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ


ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΩ αναπιάνοντας τοίχους ολημερνίς της μέρας στους Βλάσηδες. Να μένω στον κούμο με μόνη συντροφιά τον εαυτό μου. Να πίνω καφέ στο  καφενείο του Κοτσιφογιάννη (φωτό) , κάτω απ’ τον ίσκιο της Μαδάρας και με θέα τον Ψηλορείτη. Και βέβαια ν’ ανάβω καθ’ αργά το καντήλι των γονέων μου στο κοιμητήρι τ’ Αγιού-Αθανάση δίνοντάς τους αναφορά! Προπάντων αυτό! Με λεπτομέρειες εξακολουθεί να τα θέλει όλα η μάνα μου. Χώρια όλα τ’ άλλα, τα μύρια όσα…
Δείτε περισσότερα...  ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ
Γράφει ο Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης
Φίλες και φίλοι, καλημέρα!
ΥΣΤΕΡΑ από μία απουσία λίγων ημερών στο Νίππος, όπου έκανα τις… προαναγγελθείσες καθιερωμένες διακοπές μου, να ’μαι πάλι με το μολύβι ανά χείρας, στις επάλξεις των “πεταχτών”. Καλώς σας βρήκα και καλό μήνα! Σεπτέμβρης από χθες…
ΟΠΩΣ μια παλιά γιαγιά μάζευε κάθε Αύγουστο φεγγαρόφωτο για να βάζει χρώμα στα παραμύθια που έλεγε στα εγγόνια της τις χειμωνιάτικες νύχτες, έτσι κι εγώ επιστρέφοντας στη γενέθλια γη μαζεύω εικόνες και ήχους, χρώματα και αρώματα για να ’χω να πορεύομαι. Συμβαίνει με όλους αυτό. Πατρίδα τα παιδικά μας χρόνια.
ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΩ αναπιάνοντας τοίχους ολημερνίς της μέρας στους Βλάσηδες. Να μένω στον κούμο με μόνη συντροφιά τον εαυτό μου. Να πίνω καφέ στο γεμάτο από κόσμο καφενείο του Κοτσιφογιάννη, κάτω απ’ τον ίσκιο της Μαδάρας και με θέα τον Ψηλορείτη. Και βέβαια ν’ ανάβω καθ’ αργά το καντήλι των γονέων μου στο κοιμητήρι τ’ Αγιού-Αθανάση δίνοντάς τους αναφορά! Προπάντων αυτό! Με λεπτομέρειες εξακολουθεί να τα θέλει όλα η μάνα μου. Χώρια όλα τ’ άλλα, τα μύρια όσα…
ΗΤΑΝ δώδεκα χρονών, όταν κατέφυγε στα βουνά, για να σωθεί απ’ τους διώκτες του ο Αγιος Μάμας, που γιορτάζει σήμερα. Στα δεκαπέντε του πιάστηκε, βασανίστηκε και θανατώθηκε. Ετσι άγιασε. Σαν βοσκός με το στραβοράβδι στο χέρι παριστάνεται στις μισές περίπου απ’ τις εικόνες του. Καβάλα πάνω σ’ ένα λιοντάρι, γιατί ημέρεψε, λένε, τ’ άγρια θηρία, στις άλλες μισές. Μεγάλη η χάρη του. Ιδιαίτερα στην Κύπρο όπου ούτε λίγο ούτε πολύ 65 εκκλησίες είναι αφιερωμένες στ’ όνομά του, με μεγαλύτερη αυτή στου Μόρφου, όπου φυλάγεται και το λείψανό του.
ΝΑ ’ΜΟΥΝΑ λέει, στις αγαπημένες μου Στροβλές, στο χωριό που έκανα τα τρία πρώτα χρόνια της διδασκαλικής μου ζωής, στο Μετόχι, στο εκκλησάκι του Αγίου Μάμα, σήμερα το πρωί! Να ’ξερες τι μου θύμισες με το χθεσινό σου τηλεφώνημα Γεωργία, καλή μου μαθήτρια! Να ’ξερες τι μου θύμισες!
ΕΝΤΑΞΕΙ τον Αγιο Μάμα που γιορτάζει σήμερα τον έχετε ακουστά, τον Αγιο Αριστίωνα ή Αριστέα όμως, που γιορτάζει αύριο σίγουρα όχι. Ούτε εγώ θα τον ήξερα, βέβαια, αν δεν μου το έλεγε η ξαδέρφη μου, η Στέλλα, που λένε τη μεγάλη κόρη της Αριστέα κι έχτισε ένα εικονοστάσι στη χάρη του, στην αυλή του σπιτιού της. Χρόνια πολλά και στους Μάμες και στις Αριστέες…
«ΦΟΒΟΥ τα ακροσφαλή ύψη· από ψηλότερα θα πέσης, εις πλείονα τεμάχια θα συντριβής». Από τη “Χρυσή Διαθήκη” του Πολύβιου Δημητρακόπουλου. 
«ΠΑΕΙ να ξομολογηθεί, συγχώρεση να πάρει,/ μα στον παπά ομολογά χαρτί και καλαμάρι/ τις αμαρτίες που ’καμε η κάθε κολλητή της/ και για τις αμαρτίες της δεν δρώνει το αφτί της». Μεταξύ των (σατιρικών) “αφιερώσεων”, τελευταίας σοδειάς, που μου έστειλε ο γνωστός και μη εξαιρετέος Παύλος (Παβλής) Πολυχρονάκης και αυτή “Εις την εξομολόγησιν” της κουτσομπόλας. Αντί μαντινάδας.
ΟΤΑΝ ο Αλέξανδρος βρισκόταν στην Κόρινθο, όπου οι Ελληνες συμφώνησαν να τον συνοδεύσουν στον πόλεμο εναντίον των Περσών, θέλησε να δει τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη (400 – 323 π.Χ.), ο οποίος λίγο ενδιαφερόταν για ό,τι συνέβαινε και βρισκόταν στο Κράνειο, ένα προάστιο της Κορίνθου. Ο Αλέξανδρος πήγε ο ίδιος να τον συναντήσει. Ο Διογένης, που ήταν ξαπλωμένος στον ήλιο, ανασηκώθηκε βλέποντας τόσους ανθρώπους να έρχονται προς το μέρους του και κοίταξε προς τον Αλέξανδρο. Εκείνος τον χαιρέτησε και τον ρώτησε, αν έχει ανάγκη από κανένα πράγμα. «Να παραμερίσεις λίγο από τον ήλιο», απάντησε ο Διογένης. Λένε ότι ο Αλέξανδρος θαύμασε το μεγαλείο του Διογένη που τον περιφρόνησε και στους ακολούθους του, που φεύγοντας γελούσαν και κορόιδευαν τον Διογένη, είπε: «Ομως, εγώ αν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να είμαι Διογένης» (Από το βιβλίο “Η άλλη όψη της Ιστορίας”, εκδ. “Σαββάλας”).
 « Γύρισε και ο Σεπτέμβρης από τις διακοπές./ Τελευταίος. Με το τελευταίο δρομολόγιο/ του κατάφορτου Αυγούστου: τσουμπλέκια/ ποδήλατα ψησταριές, ψυγεία, ονόματα/ ξεφούσκωτα κυμάτων αφρολέξ κελαρύσματα/ ορεινών χωριών δεμένα σε πτυσσόμενα πλατάνια./ Και πολλά δέρματα. Τέλεια κατειργασμένα/ στον ήλιο. Για εξαγωγή./ Μερικοί ξέχασαν τελείως να γυρίσουν./ Οψόμεθα». Από το ποίημα της Κικής Δημουλά “Λυόμενο”. ΧΑΙΡΕΤΩ ΣΑΣ ΚΙ ΑΓΑΠΩ ΣΑΣ! (petaxta.blogspot.com)
Χανιώτικα νέα (02.09.2014)


Read more: http://www.haniotika-nea.gr/184063/#ixzz3C9R4GrDx
Under Creative Commons License: Attribution Non-Commercial
Follow us: @HaniotikaNea on Twitter | haniotika.nea on Facebook


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου