Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΟΥΣΟΥ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ*




Μαύρο πουλί σταμάτησε στο σπίτι που γεννήθη                                                                        

και τραγουδεί λυπητερά και παραπονεμένα.                                                                            


Ο Γείτονάς σου έφυγε, λέει στο Άγιο Πνεύμα,                                                                    


έφυγε ο καλύτερος με το «Χριστός Ανέστη»



(Δώσε μου την δύναμη που χρειάζεται, Καπετάνιο μου, να πω αυτά που έχω να πω, δίχως να με πνίξουν οι λυγμοί. Αξιοπρέπεια για σένα ήταν να καρφώνεις τα νύχια στα χέρια σου μέχρι να ματώσουν, για να μη κλάψεις)                                                    

Ελπίζαμε! Κρεμασμένοι από μια κλωστή ελπίζαμε. Η Κατίνα, ο Μανούσος, ο Χρήστος, η Ελένη, η Δήμητρα, οι νύφες του, η Σταυρούλα και η Μαίρη, τα εγγόνια του, ο Αντώνης, η Στέλλα, η Κατερίνα και ο Μάνος, τα ξαδέλφια του, τα ανίψια του, οι συντέκνοι, οι κουμπάροι του, όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι, οι πολλοί συγγενείς και οι πάμπολλοι φίλοι του, μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, λίγο πριν η ψυχή του φύγει απ’ το τυραννισμένο του σώμα και πετάξει στα ουράνια δώματα, ελπίζαμε.
Δεν μπορεί παρά να την κερδίσει και τούτη τη μάχη, την Μητέρα των Μαχών, που έδινε εδώ και 80 μέρες στα μαρμαρένια αλώνια με τον Χάροντα, ίδιος Διγενής, ο Καπετάνιος, όπως τον έλεγα τα τελευταία χρόνια. Ήξερε από αγώνες αυτός. Γεννημένος νικητής απ’ τα μικράτα του. Απ’ τα οχτώ του χρόνια, όταν μοίρα κακή, του στέρησε τον πατέρα κι έμεινε με τη μάνα του και τις τέσσερις αδελφές του στους πέντε δρόμους.
Δεν μπορεί παρά κάποια στιγμή να κάνει τη μεγάλη ανατροπή, λέγαμε με τον Μανούσο και του τραγουδούσαμε ριζίτικα: «Καμάρι πάνε τα ωζά», «Τον αντρειωμένο μην τον κλαις», «Αγρίμια κι αγριμάκια μου», «Αυγή τσ’ αυγής θα σηκωθώ», «Για ιδές περβόλιν έμορφο»…

Μας άκουγε μέχρι τέλους, δεν μπορεί παρά να μας άκουγε. Και την Δήμητρα άκουσε, που ήρθε απ’ την Αυστραλία την παραμονή της εκδημίας του. Γιατί να μη γινόταν ένα θαύμα λοιπόν;   Άλλη, ωστόσο, η βουλή του Υψίστου. Ειλημμένη η απόφαση να τον πάρει μαζί του στους ουρανούς κατά την κάθοδό Του στο Άδη. Τυχαίο; Έχει ανάγκη από αγγέλους ο Μεγαλοδύναμος και τους στρατολογεί την νύχτα της Ανάστασής Του…   
Ανατραφήκαμε μαζί, κάτω από τον ίσκιο της τζανεριάς του Αγίου Πνεύματος, στις Κατούνες του Νίππους, και πορευτήκαμε μια ζωή μαζί και στις χαρές και στις λύπες, στα εύκολα και στα δύσκολα, με τον πρωτοξάδελφό μου τον Αντώνη Μανούσου και Αθηνάς (το γένος Κατσουλάκη) Κακατσάκη που έφυγε χθες,  νωρίς και αναπάντεχα, στα εβδομήντα του χρόνια για το άλλο ημισφαίριο της ζωής. Κι αν έχω να πω  γι αυτόν και για την ανθρωπιά του…

«Με την καρδιά μου αγαπώ, αν κάποιοι με μισούνε σκεφτείτε πόσο αγαπώ αυτούς που μ’ αγαπούνε», η μαντινάδα, που κατά δήλωσή του τον εκφράζει, όπως μου είπε πριν από τρία χρόνια, πρώτες του Μάρτη, την ημέρα που έκλεισε το μαγαζί του «Βαφαί αυτοκινήτων», ύστερα από 45 χρόνια και βγήκε στη σύνταξη. 

Μια καρδιά γεμάτη αγάπη για όλους, ένας σπάνιος άνθρωπος που δίδασκε ανθρωπιά και καλοσύνη, με τον βίο και την πολιτεία του ήταν ο Αντώνης. Παντού, απ’ όπου κι αν πέρασε, μύρισε, πολύ περισσότερο απ’ τις γαρδένιες και τα γιασεμιά που του άρεσε να γεμίζει τις τσέπες του και να τα μοιράζει. Ως παιδί στο Νίππος, όπου του άρεσε να επιστρέφει διαρκώς, μέχρι τέλους για να παίρνει δυνάμεις. Ως μαθητευόμενος, ως φαντάρος, ως μάστορας και μαγαζάτορας. Δίπλα στον «Απόλλωνα», στο Κόκκινο Μετόχι και στον Καλυκά, όπου έστησε με την Κατίνα, τη γυναίκα της ζωής του (το γένος Καμαριανάκη) το σπιτικό τους. Και βέβαια στην περιοχή του πάλαι ποτέ Καμινιού, απέναντι απ’ τον Άγιο Χριστοφόρο, που ίδρυσε το επαγγελματικό του βασίλειο.

Κατά κοινήν ομολογία, δίχως καμιά εξαίρεση. Αντώνης ο Καλός, Αντώνης ο καλύτερος. Ο ορισμός του ανθρώπου που είναι σπάνιο είδος στη φύση και στην ιστορία. Για όλους όσοι είχαν (είχαμε) την ευλογία, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να τον γνωρίσουν (γνωρίσουμε). Με την έννοια αυτή, δεν σταμάτησε μόνο στο σπίτι που γεννήθηκε  το μαύρο πουλί για ν’ αναγγείλει το φευγιό του…                                                                      



Είμαστε περήφανοι για σένα, ξάδελφε! Προ πάντων τα παιδιά σου, ο Μανούσος και ο Χρήστος, και τα εγγόνια σου, πρέπει να είναι περήφανα για σένα, Καπετάνιο μου! Όπως κι εσύ ήσουν περήφανος γι αυτά. Γιατί έζησες πάντα στο φως της μέρας, με άκρα αξιοπρέπεια και τους άφησες κληρονομιά το καλό σου όνομα. Γιατί έφυγες με ήρεμη, ήσυχη την συνείδηση ότι έκανες το χρέος σου απέναντι στον Θεό και στους ανθρώπους, ότι δούλεψες και με το παραπάνω, τίμια, το μεροκάματό σου. Γιατί δεν σταμάτησες μέχρι την τελευταία σου αναπνοή να μοιράζεις γι’ αντίδωρο μικρές χαρές. Γιατί δεν έλεγες ποτέ κακό για κανέναν, εικόνες του Θεού οι άνθρωποι, πίστευες. Γιατί βοηθούσες, όσο μπορούσες, τους ανθρώπους της ανάγκης και της ανέχειας και το ξεχνούσες αμέσως. Γιατί αγαπούσες τα πράγματα των προσώπων και τα πρόσωπα των πραγμάτων. Γιατί εννοούσες αυτά που έλεγες κι έλεγες αυτά που εννοούσες…                                                                                                                   

«Κορίτσια δεν θα πεθάνω», είπες σε κάποια αναλαμπή σου, στις ανιψιές σου, την Νεκταρία, την Έλλη και την Αθηνά, που τα άφησαν όλα, δουλειές και οικογένειες, κι ήρθαν κι αυτές στο προσκεφάλι σου. Δεν το’ πες, με χίλια ζόρια, για να το πεις, το εννοούσες, όπως θα έλεγε και η εγγονή σου η Στέλλα. Το ήξερες ότι θα εξακολουθούσες, θα εξακολουθήσεις να ζεις, γιατί δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ, ενόσω ζούμε, αναπνέουμε και σωφρωνούμε, ξάδελφε!  Το ήξερες, το ξέρεις, πως θα σ’ αναθιβάλλουμε διαρκώς στις κουβέντες μας, στην καθημερινότητά μας. Το ήξερες, το ξέρεις ότι θα επανέρχεσαι ανά πάσα στιγμή στο κεκλιμένο επίπεδο της μνήμης, ωραίος, ως σύζυγος, ως πατέρας, ως παππούς, ως συγγενής, ως φίλος, ως γείτονας, ως Νιππιανός, ως Έλληνας, όπως υπήρξες. Το ήξερες, το ξέρεις, ότι θα είσαι μαζί μας, όταν με τον Μανούσο τον ξάδελφό μας και τον παπά-Μιχάλη θα φτιάχνουμε το στεφάνι τα’ Αγιού Πνευμάτου και θα κοιτάζουμε τις φωτιές στον Μπούμπουλο. 


Κι ότι θα ανταμώσουμε ξανά μαζί μια μέρα οι δυο μας, το ήξερες, το ξέρεις, ξάδελφε! Κι ότι θα τραγουδήσουμε αγκαλιά μαζί τα’ αγαπημένο μας τραγούδι, αγαπημένε μου, αυτό που λέγαμε στις βαφτίσεις των εγγονιών μας, κι αυτό το ήξερες, το ξέρεις!                                                                                                           
  Καμάρι πάνε τα ωζά, στολή πάνε οι γι’ αίγες
μα πλεια στολή ‘ναι οι γι’ εδικοί όντε συμπορπατούνε
περίτου να’ ναι αδερφοί γή να ‘ν’ πρωτοξαδέρφοι
γή να ‘ναι μπάρμπας κι ανιψιός…                                                                                                               

Χριστός Ανέστη, Άρχοντα! Πορεύου εν ειρήνη, Καπετάνιο! Καλή αντάμωση, ξάδελφε! 
Αιωνία σου η μνήμη!      


*Επικήδειος λόγος στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου Κατσιφαριανών Χανίων (1 Μαΐου  2016, ημέρα της Λαμπρής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου