Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ΕΥΔΟΚΙΑ

ΜΟΝΟ ΤΑ "ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ" ΝΑ ΜΟΥ ΣΤΕΙΛΕΙΣ
ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΜΟΥ
Γράφει η Ευδοκία Σκορδαλά-Κακατσάκη





Ψηλός, λιπόσαρκος, αεικίνητος. Καθαρομελάχρινος. Μάτια μεγάλα. Τον βλέπω να τρέχει πάνω-κάτω, να υποδέχεται στο τμήμα τους νεοφερμένους, να τους κοιτά κατάματα, να τους κάνει ερωτήσεις, ν’ ακούει με προσοχή τις απαντήσεις τους, να καταγράφει στο μπλε τετράδιό του το… ιστορικό τους, με τα περίφημα καλλιγραφικά κουλουράκια του… Τον βλέπω καθημερινά με τα “Χανιώτικα νέα” στα χέρια. Τις Τετάρτες, ανοιγμένα στο σαλόνι. Σκύβει απορροφημένος στις σελίδες τους, και μουρμουρίζει. Διαβάζει τάχα! Διαβάζει το “Αυτός ο τόπος ο μικρός ο μέγας”, κι η χαρά ξεχειλίζει από πάνω του! «Γράφεις πάλι σήμερα! Είδες τι γράφεις;» με ρωτά!
«Πολύ ωραία τα γράφεις! Μπράβο!», συμπληρώνει σε λίγο. Κι εγώ χαίρομαι με το “μπράβο” του! Το πιο μεγάλο, το πιο αληθινό “μπράβο”, που πήρα ποτέ… Τον βλέπω ολοζώντανο μπροστά μου.
Και νιώθω να με τυλίγει το νιάσιμο και η αγάπη του. Μια άδολη αγάπη. Ανυστερόβουλη. Μια αγάπη, που τον κάνει να χαίρεται με τις χαρές μας. Να νοιάζεται για τις όποιες λύπες μας.
Να αφουγκράζεται τον πόνο μας. Να θέλει να τον γιατρέψει!
Να, τούτη τη στιγμή μπαίνει στην αίθουσα λαχανιασμένος και καταϊδρωμένος.
Απλώνει δίσκο, την πλατιά παλάμη του, μπροστά στη Μαρία. Γεμάτη με όλων των ειδών τα παυσίπονα! «Να, πάρε, πιες τα, θα σου κάνουν καλό!», λέει. Τον κοιτά ξαφνιασμένη. «Πού τα βρήκες;», τον ρωτά.
«Στα τμήματα. Οι προϊσταμένες, στα τμήματα μου τα δώσανε! Είναι για τον πονοκέφαλό σου! Πιες τα! Θα σου κάνουν καλό!» ξαναλέει. Είχε ακούσει κάποια στιγμή τη Μαρία να παραπονιέται για πονοκέφαλο. Και πήγε τρέχοντας σ’ όλα τα τμήματα και τα ζήτησε! «Λάβετε, φάγετε από την έγνοια και την αγάπη μου», συλλογιέμαι…
Και, «Α, ρε Κωστή!», λέω μεγαλόφωνα. Κι η φωνή μου με επαναφέρει στην… τάξη! Oχι, δεν βρίσκομαι στην αίθουσα της εργασιοθεραπείας του Ψυχιατρείου. Κι ο Κωστής, άφαντος! Είμαι στο σπίτι μου. Μόνη. Στα χέρια μου κρατώ ένα γράμμα. Το γράμμα του! Μια σελίδα αναφοράς. Η μισή, γεμάτη με τα ολοστρόγγυλα, ολοκάθαρα, καλλιγραφημένα, γνώριμά μου “όμικρόν” του! Κάποια, ανάρια, αραδιασμένα σαν κουλουράκια σε ταψί, που μόλις βγήκαν από το φούρνο και μοσχοβολούν!
Αλλα, ενωμένα σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας.
Ανάμεσά τους, ξεχωρίζουν μερικά κεφαλαία “κάπα”, έμαθε να γράφει το αρχικό του ονόματός του σκέφτομαι χαμογελώντας, δυο τρία “έψιλον”, ίσως απόπειρα γραφής του ονόματός μου, ένα “βήτα”, ένα “άλφα”, ένα “πι”, ένα “ζήτα”. Ολα κεφαλαία. Και στην τελευταία αράδα, αυτό κι αν είναι έκπληξη, το όνομά μου! Με ωμέγα γραμμένο το “δο”, με “ει” το “κι”, αλλά τι σημασία έχει…
Σημασία έχει, πως κοιτάζοντας τούτα τα γράμματα-κουλουράκια του, βλέπω να περνούν ανάμεσά τους, όλοι! Η Πόπη, η Αγαθούλα, η Παντελίτσα, ο Δημάρατος. Οι ποιητές μου, οι δυο Γιώργηδες, ο κυρ-Μανόλης κι ο κυρ-Παναγιώτης. Κι ο κύριος Ηρακλής κι ο κυρ-Χαράλαμπος και… άλλοι, φευγάτοι για την γειτονιά των αγγέλων, γιατί σίγουρα εκεί πήγαν: Αν δεν πάνε αυτοί εκεί, ποιος θα πάει… Κι άλλοι, σκορπισμένοι σε μικρές δομές σ’ ολάκερη την Κρήτη, με την περίφημη επανένταξη και το κλείσιμο του Ψυχιατρείου. Ολοι, κρίκοι της ζωής μου. Μοναδικοί, ακριβοί, ωραίοι, αγαπημένοι. Ανάμεσά τους, ο Κωστής μου. Ο αποστολέας του γράμματος.
Είχα καιρούς και ζαμάνια να επικοινωνήσω μαζί του…
Οχι πως δεν περνάει ταχτικά από το νου μου. Οπως όλοι τους. Αλλά να, πότε το ένα, πότε το άλλο… άφηνα να φεύγουν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες χωρίς να του στείλω ούτε ένα γράμμα, χωρίς να του τηλεφωνώ.
«Αχ, ρε Κωστή!», μουρμουρίζω, γεμάτη ντροπή για την αμέλειά μου. Και τον παίρνω τηλέφωνο. Κουβεντιάζουμε, σαν να μην πέρασε λεπτό από την τελευταία επικοινωνία μας. Οπως συμβαίνει με τους αληθινούς φίλους. «Γράφεις; Γράφεις ακόμα; Σ’ ακούω στο ράδιο!» οι πρώτες του κουβέντες. Κι όταν, πριν κλείσουμε την κουβέντα μας, τον ρωτώ αν θέλει κάτι να του στείλω, «Δεν θέλω! Εχω απ’ όλα! Την εφημερίδα, μόνο! Τα “Χανιώτικα νέα” μόνο να μου στείλεις! Μ’ εσένα, τον Βαγγέλη, τον Νεκτάριο και την Χιονάτη!» μου απαντά…

Υ.Γ.: Με το “Χιονάτη” ο Κωστής  εννοεί τη Νανώ Σπανουδάκη- Κουτσάκη!

Χανιώτικα νέα (28.07.2016)



2 σχόλια:

  1. Ευδοκία μας καταπληκτικό το κείμενο και η αγάπη σου. Να' σαι πάντα καλά να μας σκορπίζεις απλόχερα με τούτα "της αγάπης νάματα".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γεια σου φίλε Γιάννη! Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Να είσαι γερός και να χαρίζεις σε όλους μας τις όμορφες και τρυφερές ποιητικές και όχι μόνο, δημιουργίες σου!

      Διαγραφή