Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

Γράφει ο Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ



'Την έκλεψε στα 18της Αυτός 17! / Στα 81 της της έλεγε κάθε τόσο -Αν φύγεις πρώτη θα σε πάω με κλαρίνα στα κρίνα./ Γι’ αυτό τώρα -έμεινε πίσω εκείνη- άγρυπνη κάθε νύχτα/ απ’ τα κλαρίνα να τη ζαλίζουν με το λάγγεμα και το/ κ-άλεσμά τους/ …ώσπου σαλέψανε τα λογικά της/ έβαψε την ψυχή της στα μαύρα με φρέσκα καρυδόφυλλα/ απ’ την καρυδιά του κήπου./ Κι ένα πρωί τη βρήκαν κρεμασμένη εκεί/ με τα παλιά στέφανα στην κεφαλή/ στο ύψος της Αγάπης του». Το ποίημα “Νέος Υμέναιος” του Γιάννη Κουβαρά.

«[…] Είχα τελείως λησμονήσει σε ποιο σημείο/ ακριβώς θα με περίμενες./ Ετσι περιπλανιόμουνα ξανά και πάλι/ στα στενά πλακόστρωτα δρομάκια./ Ο ήχος των βημάτων μου/ ερχόταν πίσω, προξενώντας μου μια ταραχή,/ μιαν αγωνία/ μη δε σε βρω, μήπως και διασταυρωθώ/ με κάποιο πρόσωπο γνωστό και προδοθούμε./ Η άνοιξη γύρω επέμενε/ έρωτα να μοσχοβολά και υποσχέσεις./ Το αεράκι ανάλαφρο/ τις μνήμες αναμόχλευε/ φέρνοντας πίσω αδιάκοπα/ τους βιαστικούς αθετημένους όρκους μας/ κι οι σκόρπιες παπαρούνες/ επισφράγιζαν την ομορφιά του εφήμερου/ και της αμφιβολίας./ Ξαφνικά μέσα από μια συστάδα δένδρων/ ξεπρόβαλε παρείσακτος και ξένος/ένας φοίνικας./ Τότε σε είδα./ Είχες γεράσει τόσο/ που ίσως δεν θα σ’ ανεγνώριζα./ Ομως κάτω από τη φωτογραφία/ στο λευκό μάρμαρο/ ήταν γραμμένο πεντακάθαρα/ το όνομά σου». Από το ποίημα “Παράνομη συνάντηση” της Αγγελικής Σιδηρά.

«Εγώ σπαθί είσαι η θήκη/ που το γαληνεύει./ Είμαι η θάλασσα/ εσύ ο άνεμος/ τη ζωντανεύει./ Τι δικό σου και τι δικό μου;/ Ποιος ο χώρος της αναπνοής που περιμένει;/ Εσύ είσαι αυτή που έρχεται και φεύγει». Από την ποιητική συλλογή “Αμμογραφίες” του Γρηγόρη Γ. Γεωργουδάκη.

«Ερως ανίκατε μάχαν»… «Οτι κραταιά ως θάνατος αγάπη»… Στον ανίκητο στους πολέμους έρωτα, κατά τον Σοφοκλή στην “Αντιγόνη”, στην “κραταιά ως θάνατος αγάπη”, για να θυμηθώ μια άλλη φράση από το “Ασμα Ασμάτων”, η πρώτη σημερινή στάση. Με αφορμή την Ημέρα των Ερωτευμένων. Σαν υπόμνηση διαρκείας ολοχρονίς του χρόνου!


Το τρελοβάπορο




«Καράβι στολισμένο βγαίνει στα βουνά/ κι αρχίζει τις μανούβρες “βίρα-μάινα”./ Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές/ φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ’ τις δυο μεριές»… Κάθε φορά που νιώθω να με κυριεύει η απογοήτευση με όλα όσα “συμβαίνουν” τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας, που δε λέει να ξεπεράσει την κρίση και να βρει τον βηματισμό της, στο “τρελοβάπορο” του Οδυσσέα Ελύτη ο νους μου. Στο “τρελοβάπορο” που «είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο/ κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό» και που «από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς/ βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς». Στο τρελοβάπορο “Ελλάς” που «χρόνους μας ταξιδεύει, δε βουλιάξαμε/ χίλιους καπεταναίους τούς αλλάξαμε», έχοντας «στο κατάρτι μας βιγλάτορα/ παντοτινό τον Ηλιο τον Ηλιάτορα». Μηχανισμός άμυνας για να αντλήσω αισιοδοξία; Ρητορικό το ερώτημα.


«Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα!» Απ’ τον Κωστή Παλαμά στη “Φλογέρα του Βασιλιά” ο Θρήνος. Απ’ τον ίδιο ποιητή, ωστόσο, στον “Δωδεκάλογο του Γύφτου” και το σάλπισμα: «Και μην έχοντας πιο κάτω άλλο σκαλί/ να κατρακυλήσεις πιο βαθιά/ στου Κακού τη σκάλα,/ για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί/ θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν, ω χαρά!/ τα φτερά,/ τα φτερά/ τα πρωτινά σου τα μεγάλα». Αυτά εν έτει 1907, δέκα χρόνια μετά τον καταστροφικό πόλεμο του 1897 και δυο χρόνια πριν από την Επανάσταση στο Γουδί, που έφερε στην Αθήνα τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

«Αντιμετωπίζουμε μια δύσκολη κρίση, αλλά αυτό θα περάσει. Δεν πρέπει να μας φοβίζει η κρίση, αλλά η παρακμή. Εχουμε ξεφύγει από την πραγματικότητα». Σε ρόλο Κασσάνδρας ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, πριν από λίγες μέρες…

Χανιά, 14. 02. 2017)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου