Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ



Ω θεέ μου, πόσο αυτές τις ώρες, το δειλινό -του Μεγάλου Σαββάτου το δειλινό- ο νους δίνεται σε μια περιπλάνηση, χωρίς αρχή και τέλος. Είναι Απρίλης. Θαύμα η φύση. Ομορφη η ώρα. Και στα στήθη των ανθρώπων, καίγει ένας πόθος. Ο πόθος της τελείωσης… Και τώρα που η θύμηση μ’ έχει τυλίξει με τα πλοκάμια της, σκέφτομαι, σκέφτομαι. Πόσο η σκέψη ξανανιώνει τον άνθρωπο τον βάζει σε δρόμους! Και πόσο ωραία όταν τους δρόμους τούς έχει χαράξει ο ίδιος.

Θυμάμαι. Ηταν Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Ερχονταν οι λυγερές οι χαμηλοβλεπούσες με τη στάμνα στη βρύση για να γεμίσουν. Και τ’ αχτένιστα βοσκόπουλα με τα βοσκοράβδια σφύριζαν παθιασμένα. Κι εγώ είχα καθίσει κάτω από ένα πλάτανο και κοίταζα. Το σκοτάδι ανάριο, ύπουλο, ερχόταν και μάγευε στη μαύρη αγκαλιά του, το κάθετι. Το νερό στη βρύση. Τα πλατανόφυλλα. Ολα. Το σκοτάδι. Το σκοτεινό γλυκό ησυχαστήριο. Πόσο τις ώρες αυτές της μοναξιάς καταλαβαίνει ο άνθρωπος το κάθετί! Το μουρμούρισμα του νερού. Το θρόισμα των φύλλων. Το φως των άστρων που σου μιλούν σαν ζωντανά. Ονειρεύεσαι πες.

Τις δύσκολες εκείνες ώρες που ο άνθρωπος σήκωνε τον σταυρό ένα μικρό παιδί τον ρώτησε “Κουράστηκες;” Οι λόγχες των στρατιωτών έλαμπαν στον ήλιο. Οι φωνές του όχλου ακούγονταν μακριά. Και το παιδί ξαναρώτησε τον άνθρωπο με τον σταυρό “Κουράστηκες;” Ηταν βέβαιο, πως είχε κουραστεί. Το πρόσωπό του αυλακωμένο από τον ιδρώτα ολοκίτρινο, κι όμως γαλήνιο, ατάραχο. Κρατούσε τον σταυρό γερά και δεν μιλούσε σε κανένα. Τα λουλούδια μοσκοβολούσαν στην πλαγιά του βουνού και τ’ αρνάκια βέλαζαν ασταμάτητα. Δυο συννεφάκια παιχνίδιζαν με τον ήλιο και το παιδάκι με αγωνία ερώτησε “Γιατί δεν μιλάς; Κουράστηκες;”


Πάλι δε μίλησε κανείς. Αλλωστε είχαν φθάσει στον Τόπο. Ηταν ένα βουνό γεμάτο σκουπίδια και σαπημένα κόκκαλα. Ξάπλωσαν τον άνθρωπο πάνω στο σταυρό. Κανείς δεν μιλούσε. Ακούονταν ξεροί οι κρότοι των σφυριών πάνω στα καρφιά που περνούσαν τα κοκκαλιάρικα χέρια και καρφώνονταν στο ξύλο. Και το παιδάκι, ντυμένο λευκά μίλησε έτσι “Τι σας έκανε ο άνθρωπος; Ηταν τόσο καλός. Σας βοήθησε, σας αγάπησε. Σας συμπόνεσε…”

Ποιο να ήταν άραγε το παιδάκι του ονείρου που συμπόνεσε τον Ανθρωπο; Ηταν η συνείδηση των ανθρώπων. Κι είναι δειλή η συνείδηση και δεν μιλά δυνατά. Δεν ακούγεται. Και δεν ακούστηκε το παιδάκι από τον άνθρωπο με τον σταυρό.
Χτυπούσαν οι καμπάνες της αγάπης! Θα έλθουν οι μέρες που ο κόσμος θα γίνει ένα όνειρο. Θα καταλαγιάσουν οι μάχητες. Ο πόνος θα σβήσει απ’ τα πρόσωπα. Και θα πλησιάζει τον καθένα το παιδάκι, θα τον σταματά και θα τον ρωτά “Κουράστηκες;” Και η απάντηση θα ’ναι “Γιατί να κουραστώ”
Ευάγγελος Κακατσάκης
Γ’ Λυκείου Βάμου

Σημείωση: Και γιατί αναφέρεται στο Μεγάλο Σάββατο, ένα Μεγάλο Σάββατο πριν από 51 χρόνια, η αναδημοσίευση σήμερα Μεγάλη Παρασκευή στις Στάσεις, από το με αριθμό 4 τεύχος (Απρ. Ιούνιος 1966) του περιοδικού “Η Φωνή των Νέων” της Ιεράς Μητροπόλεως Κισάμου και Σελίνου, του παραπάνω κειμένου του γράφοντος. Ανεκλάλητη τότε η χαρά μου θυμάμαι. Το ίδιο ανεκλάλητη όμως κι αυτή που πήρα τις προάλλες όταν ο μόνος που θα μπορούσε να το έχει διασώσει, ο και καλά καλός φίλος δάσκαλος-λαογράφος Σταμάτης Αποστολάκης, με πληροφόρησε ότι και βέβαια έχει στο αρχείο του το πρώτο μου δημοσίευμα… Αυτό κι αν είναι λαμπριάτικο δώρο! Καλή Ανάσταση, Σταμάτη! Καλή Ανάσταση, καλοί μου φίλοι!

Χανιώτικα νέα(14.04.2017)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου