Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΑΓΙΕ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΗ, ΑΦΕΝΤΗ ΜΟΥ




«Άγιε μου Γιώργη, αφέντη μου, ομορφοκαβαλάρη,/ που ‘σαι ζωσμένος στο σπαθί και στ’ αργυρό κοντάρι/ Στη χάρη και στη δόξα σου, ήρθα ν’ αναθιβάλλω/ για το θεριό που σκότωσες τον δράκο τον μεγάλο./ Στη χώρα μας εκάθονταν σ’ ένα βαθύ πηγάδι/ κι άνθρωπο του πηγαίνανε αργά ταχιά το βράδυ./ Κι άνθρωπο να ‘χα μην του παν αργά ταχιά την ώρα/ σταλιά νερό δεν άφηνε να κατεβεί στην χώρα./ Ψοφούν τα λάφια από νερό, τ’ αγρίμια από τη δίψα/ ποθαίνουν τ’ αρχοντόπουλα τα καλομαθημένα./ Τα μπολετάκια ρίχνανε κι όντινος είχα πέσει/ πήγαινε το παιδάκι του του λιονταριού πεσκέσι…».

Του Aϊ Γιώργη προχθές κι “ολημερνίς τση μέρας” το τραγούδι του, όπως μου το έμαθε η μάνα μου -δεν πήγαινα ακόμα στο Δημοτικό- ένα χειμωνιάτικο βράδυ, δίπλα στην παρασιά, στον νου μου. Το θυμούμαι από τότε. Και γιατί ήταν η πρώτη μου συνάντηση με την ποίηση, μα και η πρώτη μου γνωριμία με τη λεβεντιά. Λεβέντης ο Αϊ Γιώργης! Πανταχού παρών και πάντα έτοιμος να τρέξει, να βοηθήσει όποιον τον φώναζε, αν είχε δίκιο. Πολλοί λέγανε ότι είχαν ακούσει τις πατημασιές απ’ τα πέταλα του αλόγου του. Λέγανε, ωστόσο, και για κάποιους που τους έδερνε τις νύχτες, γιατί πήρανε την περιουσία του, τα μοναστηρικά του. Τι θυμούμαι τώρα!

«Χλιαρό αεράκι φυσούσε, πετούσε χλόη το μυαλό μου, γέμιζε το σπλάχνο μου ανεμώνες· έρχουνταν η άνοιξη με τον αρραβωνιαστικό της, τον Αϊ Γιώργη, καβάλα σε άσπρο άλογο…». Αρραβωνιαστικός της Ανοιξης, όπως γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στην “Αναφορά στον Γκρέκο, ο Αϊ Γιώργης. Παράφορα ερωτευμένη μ’ αυτόν, και πώς να μην είναι η πιο όμορφη εποχή του χρόνου! Πώς και πώς (να το παραλλάξω κάπως) τον περιμένει για να το γιορτάζει κάθε χρόνο, σε κάθε γωνιά της ελληνικής γης, όπου η λαϊκή ευσέβεια ύψωσε, περικαλλείς ναούς και προπάντων γραφικά ξωκλήσια στη Χάρη του. Προπάντων μαζί με τους βοσκούς. Ονομαστά τα πανηγύρια του! Όπως στην Ασή Γωνιά και στο Αργυρομούρι, για να μείνω μόνο στον Αποκόρωνα. «Με τα κατάρτια το κερί και με τ’ ασκιά το λάδι/ και με τα τρυγοκόφινα το σερνικό λιβάνι», στο “Μοναστήρι” που έκτισε ο Βασιλιάς για τον Αϊ Γιώργη, ευχαριστώντας τον που έσωσε την κόρη του απ’ τον Δράκοντα. Και καζάνια γάλα απ’ τους Ασηγωνιώτες και Αργυρομουρίτες βοσκούς στις δικές τους εκκλησίες για τον Λεβέντη Αγιο που φυλάει τα ωζά τους…

Στο Νίππος, στην Πλατέα (πλατεία), η δική μου, φετινή συνάντηση με τον ομορφοκαβαλάρη, σε άσπρο άλογο, Αγιο. Εκεί, όπου το ένα από τα τρία νιππιανά σπίτια του, λίαν πρωί. Ανοίγω παρένθεση: Το άλλο, ο Αϊ Γιώργης ο Δαφνίτης, βρίσκεται στις Πέρα Κατούνες και λειτουργείται στις 3 Νοεμβρίου, ενώ το παράλλο, ένας σωρός από πέτρες στα Σπήλια, δεν το θυμούνταν ούτε οι παλιοί μας να λειτουργείται. Κλείνω την παρένθεση. Για ν’ ανάψω ένα κερί στη Χάρη του κι ένα “εις μνήμην”, πρωτίστως του πατέρα μου, που ήταν ο αγαπημένος του Αγιος. Και βέβαια, για να ζητήσω τη βοήθειά του για μένα, αλλά και γενικότερα και για να ακούσω την απάντησή του. «Αϊ Γιώργη βοήθα μου/ Μα σειε κι εσύ τα πόδια σου!».

Η αλληλογραφία μας




Γιάννη Σ. Τσακιράκη, εκδότη – διευθυντή της τριμηνιαίας Έκδοσης του Συλλόγου Αρμενιανών Χανίων “Ο Κριτοβουλίδης”, “Ελευθερόπολις”: Να το (ξανα)γράψω και μάλιστα αρχίζοντας. Μακράν η καλύτερη εφημερίδα του είδους, εξ’ όσων έχω υπόψη μου, η “αρμενιανή φυλλάδα”, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του και καλού μου φίλου, ξεχωριστού Αρμενιανού λόγιου και κύριου στυλοβάτη της, Χαράλαμπου Μπουρνάζου. Συλλογικό και το τελευταίο, με αρ. 84, 16 ιδιαίτερα διαβαστερών σελίδων, φύλλων της, που καλύπτει το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Ναι! Θα το γράψω κι αυτό. Ζηλεύω, με την καλή έννοια, ζηλεύω πολύ! Τι καλά να μπορούσα να γράψω κι εγώ κείμενα όπως το τελευταίο “Γραμματσάκι του Γέρω”, του Μπουρνάζου, τη μελέτη “Λεράτος και Δερβίσαγας” του Στέλιου Τσακιράκι και το χρονογράφημα “Άσε στην άκρη τα νάζια” της συμμαθήτριάς μου Πόπης Γαβριλάκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου