Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΔΙΒΟΛΗΣ


«Δίχως ήρωες κι αγίους […] Γυμνοί κι ανυπεράσπιστοι/ στο ανηλέητο “κατηγορώ” της Ιστορίας». Κι αυτοί οι στίχοι από το ποίημά μου “ένα τέλος” στο νου, διαβάζοντας στην εφημερίδα μας για τις λαμπρές εκδηλώσεις που διοργάνωσε η Ενορία Αλικιανού το διήμερο 5 και 6 Ιουνίου, προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου του Διβόλη με αφορμή τα 150 χρόνια από τον μαρτυρικό του θάνατο (1867-2017). Παράλληλα με τη φράση: Χρέος μας να αναδεικνύουμε και να τιμούμε τους Αγίους και τους Hρωες του τόπου μας… Oπως τον εξ Αλικιανού Άγιο για παράδειγμα, που άρχισε να μνημονεύει κατά την ευλογία των άρτων o αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ειρηναίος Αθανασιάδης, ως μητροπολίτης Κυδωνίας και Αποκορώνου και εξακολουθεί να μνημονεύει, μαζί με τους άλλους τοπικούς αγίους, ο νυν μητροπολίτης μας Δαμασκηνός Παπαγιαννάκης. Και προς μίμησιν…

«Να γίνει ο Αγιος του Αλικιανού, γνωστός παντού», ο καημός του εφημέριου της τοπικής Ενορίας παπά  Μανόλη Χατζηδάκη, όπως μου τον διατύπωσε πριν από 17 χρόνια, όταν είχα την ευλογία να τύχω, 7 Φεβρουαρίου του 2000 (βλ. “Αυτός ο τόπος ο μικρός ο μέγας “Χ.Ν.” 9.02.2000), στο πανηγύρι του. Ο Αγιος Γεώργιος ο Διβόλης, θεωρήθηκε αυτοδίκαια άγιος, μού είχε πει τότε, μετά τη λειτουργία στο εκκλησάκι του, ο τότε μητροπολίτης μας, και μου εξήγησε ότι δεν υπάρχει διαδικασία αγιοποίησης για τους μάρτυρες. Ηταν ο Γεώργιος Καψωμένος (τι μορφή κι αυτή!) που ανέσυρε απ’ την αφάνεια τον Αγιο τη δεκαετία του 1960, λέει, για να έρθουν μετά η συγγραφή της ακολουθίας του από τον Μοναχό Γεράσιμο Μικραγιαννανίτου και το κτίσιμο της εκκλησίας του από την Φλωρεντίνη Τζωρτζάκη…

Ο Άγιος Γεώργιος Διβόλης είναι ο τελευταίος από τους τριάντα δύο Κρήτες Αγίους για τους οποίους γράφει στο βιβλίο του ο μακαριστός μητροπολίτης Ρεθύμνου και Αυλοποτάμου Τίτος Συλλιγαρδάκης. Γεννήθηκε στις 24 Μαΐου 1846 στ’ Αλικιανού από τον εκ Φολεγάνδρου ιερέα Νικόλαο Διβόλη και από τη Θερισσιανή Αικατερίνη Μπουζιανοπούλα. Ασχολείτο, όπως ήταν επόμενο, με τη γεωργία, του άρεσε όμως, παρά τον κόπο της ημέρας, να ξαγρυπνά διαβάζοντας συναξάρια αγίων. Στην επανάσταση του 1866 ο Γεώργιος είναι γραμματοκομιστής. Μ’ αυτήν του την ιδιότητα συλλαμβάνεται από τους Τούρκους στον Φουρνέ, στις 5 Φεβρουαρίου, ημέρα Κυριακή. Φαίνεται ότι έχει “ειδική” μεταχείριση και πολλοί είναι οι Τούρκοι της περιοχής που του ζητούν να τουρκέψει, έστω και για λίγο, για να γλιτώσει. Αυτός όμως έχει επιλέξει τον δρόμο του μαρτυρίου. «Δεν αρνούμαι τον Χριστό μου, δεν γίνομαι Τούρκος, δεν αφήνω την υπέρλαμπρη πίστη μου», επαναλαμβάνει. Εξάλλου οι θρήνοι και τα δάκρυα των άλλων Χριστιανών δεν τον πτοούν. Τα βασανιστήρια δεν τον λυγίζουν. Του κόβουν πρώτα τα αυτιά, μετά τη μύτη, τη γλώσσα, τα χέρια, τα πόδια, τ’ απόκρυφα μέλη. Υστερα του βγάζουν τα μάτια, και τελευταία του κόβουν την κεφαλή. Ο,τι απομένει από το λείψανο, το πετούν σ’ ένα σπήλιο…

«Δίχως μάτια, όμως είσαι πλέον μέτοχος του ακτίστου Φωτός./ Δίχως αυτιά, όμως εσένα σε θωπεύουν τα τεριρέμ των Αγγέλων./ Δίχως γλώσσα, όμως, γεύεσαι πλέον την εκλεκτή αμβροσία των Μεγαλομαρτύρων./ Δίχως μύτη, όμως, Γεώργιε, είσαι πλήρης ευωδίας Πνεύματος Αγίου». Από το ποίημα “Στον Αγιο Νεομάρτυρα Γεώργιο τον Διβόλη” του Κωνσταντίνου Π. Κανέλλου.

Χανιώτικα νέα (13.06.2017)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου