Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνημονεύομεν.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνημονεύομεν.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΜΕΝ...

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
(ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ)


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Άγιος των Νεοελληνικής Λογοτεχνίας , η κορυφή των κορυφών της, κατά τον Κ. Π. Καβάφη έζησε τον περισσότερο χρόνο του στην Αθήνα και όταν κατάλαβε το τέλος του, αναζήτησε την αγαπημένη του Σκιάθο, όπου και πέθανε από πνευμονία τα ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου 1911. Σαν σήμερα. Κερί στη μνήμη του το διήγημα του Κώστα Βάρναλη...  

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…
Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την "Ακρόπολιν" και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!
Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.
Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:

– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).

Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.
Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.



Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν' ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.
Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των· και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, "άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν", η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα....
Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.


Αλλ' η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.
Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.


Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ' αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.
– Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ' η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.
Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ' ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).
Ιδού κι ο Μπάρμπ' Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.
– Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!
Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:
– Όρσε, κουβέρνο!
Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ' υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!

Αλλ' ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ'ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.
– Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.
Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.


Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!...
Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και ... εξύπνησεν.
Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!


Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΜΕΝ...

ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΜΕΝ  Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ



Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.
                                                       
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

Κ.Π. Καβάφης

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΜΕΝ...



ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΜΕΝ...  ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ


Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε,
πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε. 

“ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΥΣ”  

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΜΕΝ

”Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκλιματισθή εδώ. Να γίνει προστάτης των πατρίων, όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μην περιφρονεί αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μην νοθεύονται τα θρησκευτικά και οικογενειακά έθιμα. Να καλλιεργθηθή η σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εις την λατρείαν, εις την διακόμησιν των ναών, την μουσικήν και την ζωγραφικήν. Να μή μιμώμεθα πότε τους Παπιστάς και πότε τους Προτεστάντας. Να μην χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια”.

Read more at: http://www.literature.gr/
”Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκλιματισθή εδώ. Να γίνει προστάτης των πατρίων, όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μην περιφρονεί αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μην νοθεύονται τα θρησκευτικά και οικογενειακά έθιμα. Να καλλιεργθηθή η σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εις την λατρείαν, εις την διακόμησιν των ναών, την μουσικήν και την ζωγραφικήν. Να μή μιμώμεθα πότε τους Παπιστάς και πότε τους Προτεστάντας. Να μην χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια”.

Read more at: http://www.literature.gr/
THE GREAT ONES Ο Παπαδιαμάντης και τα ξένα ήθη, του Παντελή Λιάκα By Literature | December 20, 2014 0 Comments Ολόκληρη η ουσία της πεζογραφίας του περικλείεται μέσα σε μια φράση του ίδιου: «Το έπ’ έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη». Στενότερα ηθογράφος στην αρχή, διεύρυνε με τον καιρό την ηθογραφία του και την τεχνική του, ώστε να θεωρείται ότι αυτός εγκαινίασε τη διηγηματογραφία στην Ελλάδα. Προσέδωσε στο έργο του τέτοια ποιότητα, που τον καθιέρωσε ως πρωταγωνιστή της ελληνικής πεζογραφίας. Οι εμπνεύσεις του, τροφοδοτούμενες από ένα απόθεμα μνήμης, διαποτίζονται από τον ποιητικό οίστρο και τη μαγεία του λόγου. Του άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητά την πνευματική ανακούφιση ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον ποιητικότατο πεζό του λόγο, στα διάφορα διηγήματά του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του. Οι ήρωές του, απλοί, ταπεινοί, γραφικοί, βασανισμένοι, γίνονται οι πυρήνες των δραματικών συγκρούσεών τους με τη ζωή. Η καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί, σπάνια γίνεται δυσνόητη, γιατί διαπνέεται από τον κραδασμό και τη θέρμη του πλέον ευσυγκίνητου ανθρωπισμού. Ωστόσο, σιγά-σιγά απλοποιούσε τη γλώσσα, βάζοντας περισσότερα λαϊκά στοιχεία, και λίγο πριν το θάνατό του έγραψε και διηγήματα στη δημοτική. Το έργο του δεν περιορίζεται στην περιγραφική γοητεία, αλλά εισχωρεί στο δράμα της ανθρώπινης ψυχής. Στις εικόνες του, που έχουν την ίδια ζωγραφική γοητεία, είτε αναφέρονται στο Αιγαίο, είτε σε φτωχογειτονιά της Αθήνας, εμφυσά την πνοή της λυρικής του έξαρσης, ενσταλάζει το βυζαντινό μυστικισμό του και αποθέτει την τρυφερότητα της χριστιανικής του αγάπης. Ο Παπαδιαμάντης θεωρούσε κίνδυνο για την ελληνική κοινωνία τον μιμητισμό, την ξενομανία, “το να χάσκη τις προς τα ξένα”, την είσοδο στην πατρίδα μας του δυτικού τρόπου ζωής. Έτσι παρατηρεί με βαθύ πόνο την αλλοίωση των ηθών, τη χαλάρωση της ορθοδόξου πίστεως του λαού, την παραχάραξη της πλούσιας και ωραίας ελληνικής γλώσσας. Δυστυχώς γράφει “κηρύττεται πλέον φανερά η αγραμματωσύνη, και το ανωφελές του ορθώς γράφειν ή ομιλείν”, ώστε “κατήντησε να γίνει όλη σχεδόν η γλώσσα νόθον και κίβδηλον κατασκεύασμα”. Ακολουθούν οι Έλληνες γράφει “τα της χριστιανικής λατρείας άνευ πίστεως και χρηστού συνειδότος”. Το άηθες, η ηθοφθορία, η ανηθικότητα, το μισάδελφο αρχίζουν να κυριαρχούν κι επικρατούν. Ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν υπέρ της αρχαίας, της εκκλησιαστικής, της καθαρεύουσας και της δημοτικής. Ήταν υπέρ της ελληνικής σε όλες τις μορφές της χωρίς παράλληλα να αποστρέφεται τη χρήση ξένων εκφράσεων π.χ αγγλικών, γαλλικών, ιταλικών τούρκικων κτλ. Δεν είχε κανένα δισταγμό να χρησιμοποιήσει λέξεις και φράσεις άλλων λαών, διότι τις θεωρούσε μέρος του λαικού μας πολιτισμού. Δεν ήταν βέρος καθαρευουσιάνος ,όπως τον κατηγορούσαν πολλοί, καθώς αυτός δεν ήθελε μια γλώσσα καθαρή αλλά μια γλώσσα Ελληνική. Υποστήριζε την αρχαία γλώσσα αλλά παράλληλα χρειαζόταν και την τροφοδοσία των ξένων γλωσσών αρκεί αυτό να γίνεται με μέτρο, ο ίδιος γράφει ”Όπως έν ζωντανόν σωμα δεν δύναται να ζήση δι’ ενέσεων, τρόπον τινά, από κόνιν αρχαίων σκελετών και μνημείων, άλλο τόσο δεν δύναται να ζήση, ειμή μόνον κακήν και νοσηράν ζωήν, τρεφόμενον με τουρσία και κονσέρβας ευρωπαικάς”. Η Ελληνική είναι μια ζωντανή γλώσσα στην οποία έχουν επίδραση οι ξένες γλώσσες στο πλαίσιο μιας ενιαίας αλληλεπίδρασης ή αλληλεγγύης όπως την αποκαλεί ο Παπαδιαμάντης. ”Φοβερά είναι του ξενισμού η επίδρασις. Είναι αναγκαιότατον κακόν, το οποίον ποτέ δεν απείργεται. Εάν κλείση τις την θύραν, θα εισέλθη δια των παραθύρων. Εάν κλείση τα παράθυρα, θα εισδύση δια των ρωγμών και των σχισμάδων. Εάν στουπώση τις τάς σχισμάδας, θα εισχωρήσει αοράτως δι’ αυτού του συμπαγούς σώματος της οικοδομής”.”Υπάρχει και αλλυλεγγύη, επί τέλους. Αδύνατον είναι γλώσσα ζωντανή, σύγχρονος, έχουσα πόθον και αξίωσιν να ζήσει, να μή αισθάνεται βαθείαν την αλληλεγγύην αυτήν. Άλλ΄η γλώσσα η Ελληνική έπρεπε να βλέπη μακράν, ως φάρον παμφαή, την λαμπράν αίγλην της αρχαίαν χωρίς να έχη τέρμα τον φάρον αυτόν. Ο φάρος οδηγεί εις τον λιμένα, δεν είναι αυτός ο λιμήν”. Ο Παπαδιαμάντης δεν απαιτεί την επιστροφή στην Αρχαία γλώσσα, καθώς δεν είναι αυτός ο λιμένας αλλά υπέρβαση και προχώρημα πέρα από την Αρχαία. Ως προς την μεγάλη επίδραση των ξένων γλωσσών μας αναφέρει ”Πάλιν τάς γλώσσας τάς νεωτέρας έπρεπε να τάς έχη σύμπλους, χωρίς να ρυμουλκήται από καμμίαν εξ’ αυτών. Διότι ο νεωτερισμός είναι ανάγκη, δεν έπεται ότι πρέπει να το παρακάμνωμεν εις τον νεωτερισμόν. Το ζήτημα δεν είναι πως να εμφορηθώμεν κατά κόρον από ξενισμούς, αλλά πως να φέρωμεν αντίδρασιν, πως να μετριάσωμεν την ανάγκην του ξενισμού. Χαλινου και όχι πτερνιστήρος η οργώσα φύσις έχει ανάγκην”. Το ελληνικό πρέπει να προτιμάται συνήθως αλλά όταν κάτι ξενικό είναι ευφωνότερο ή κομψότερο -από αισθητικής άποψης- του ελληνικού τότε πρέπει να αντικαθίσταται ”Ούτω, όπου ονομασίας καθαρώς νεωτερικάς δεν δυνάμεθα να αποφύγωμεν -οίον ονόματα, φράσεις, τρόπους εκφράσεων- οφείλομεν να τα υιοθετώμεν. Όπου όμως υπάρχει το αντίστοιχον, πολύ, ευφωνότερον και κομψότερον εις την γλώσσαν μας, εκεί πρέπει το ελληνικόν να προτιμάται”. Ο Παπαδιαμάντης γενικά αποστρεφόταν την βίαιη εισαγωγή ξένων εθίμων στον ελληνικό βίο, ειδικά όταν αυτά αντιπροσωπεύουν κάτι μή σοβαρό και εφήμερο. Οτιδήποτε το δυτικό δεν είναι απαραίτητα και καλό και αντίστροφα οτιδήποτε το ελληνικό δεν είναι απαραίτητα ευτελές. Επίσης κάτι καινούργιο δεν είναι καλό πάντα, ούτε ένα παλιό είναι απαραίτητα κακό. Ο πιθηκισμός και η υιοθέτηση δυτικών προτύπων χωρίς σύνεση είναι κατακριτέα σε κάθε περίπτωση, καθώς αυτά προκαλούν την αλλοίωση και αλλοτρίωση της προσωπικότητας μας. ”Δεν έπαυσαν τα άχυρα και τα σκύβαλα του πολιτισμού να μας έρχωνται διαρκώς με την πνοήν των ανέμων. Όλοι οι αργέσται και οι ζέφυροι και οι ιάπυγες μας φέρνουν τ’ απορρίμματα, τα καθάρματα των δογμάτων και των θεωριών, των μεθόδων και των τρόπων, των ηθών και των έξεων, από την Εσπερίαν”. Ο Παπαδιαμάντης είχε κατηγορηθεί ως άνθρωπος παραγκωνισμένος από τα δρώμενα του τόπου του, ένας απολίτικος που δεν τον ένοιαζε η μοίρα της χώρας του. Αντίθετα ήταν ένας άνθρωπος με βαθιά πολιτική βούληση και επαγρυπνούσε για όλα τα ζητήματα της πατρίδας του. ”Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκλιματισθή εδώ. Να γίνει προστάτης των πατρίων, όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μην περιφρονεί αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μην νοθεύονται τα θρησκευτικά και οικογενειακά έθιμα. Να καλλιεργθηθή η σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εις την λατρείαν, εις την διακόμησιν των ναών, την μουσικήν και την ζωγραφικήν. Να μή μιμώμεθα πότε τους Παπιστάς και πότε τους Προτεστάντας. Να μην χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια”.

Read more at: http://www.literature.gr/
THE GREAT ONES Ο Παπαδιαμάντης και τα ξένα ήθη, του Παντελή Λιάκα By Literature | December 20, 2014 0 Comments Ολόκληρη η ουσία της πεζογραφίας του περικλείεται μέσα σε μια φράση του ίδιου: «Το έπ’ έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη». Στενότερα ηθογράφος στην αρχή, διεύρυνε με τον καιρό την ηθογραφία του και την τεχνική του, ώστε να θεωρείται ότι αυτός εγκαινίασε τη διηγηματογραφία στην Ελλάδα. Προσέδωσε στο έργο του τέτοια ποιότητα, που τον καθιέρωσε ως πρωταγωνιστή της ελληνικής πεζογραφίας. Οι εμπνεύσεις του, τροφοδοτούμενες από ένα απόθεμα μνήμης, διαποτίζονται από τον ποιητικό οίστρο και τη μαγεία του λόγου. Του άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητά την πνευματική ανακούφιση ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον ποιητικότατο πεζό του λόγο, στα διάφορα διηγήματά του, που τα περισσότερα ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του. Οι ήρωές του, απλοί, ταπεινοί, γραφικοί, βασανισμένοι, γίνονται οι πυρήνες των δραματικών συγκρούσεών τους με τη ζωή. Η καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί, σπάνια γίνεται δυσνόητη, γιατί διαπνέεται από τον κραδασμό και τη θέρμη του πλέον ευσυγκίνητου ανθρωπισμού. Ωστόσο, σιγά-σιγά απλοποιούσε τη γλώσσα, βάζοντας περισσότερα λαϊκά στοιχεία, και λίγο πριν το θάνατό του έγραψε και διηγήματα στη δημοτική. Το έργο του δεν περιορίζεται στην περιγραφική γοητεία, αλλά εισχωρεί στο δράμα της ανθρώπινης ψυχής. Στις εικόνες του, που έχουν την ίδια ζωγραφική γοητεία, είτε αναφέρονται στο Αιγαίο, είτε σε φτωχογειτονιά της Αθήνας, εμφυσά την πνοή της λυρικής του έξαρσης, ενσταλάζει το βυζαντινό μυστικισμό του και αποθέτει την τρυφερότητα της χριστιανικής του αγάπης. Ο Παπαδιαμάντης θεωρούσε κίνδυνο για την ελληνική κοινωνία τον μιμητισμό, την ξενομανία, “το να χάσκη τις προς τα ξένα”, την είσοδο στην πατρίδα μας του δυτικού τρόπου ζωής. Έτσι παρατηρεί με βαθύ πόνο την αλλοίωση των ηθών, τη χαλάρωση της ορθοδόξου πίστεως του λαού, την παραχάραξη της πλούσιας και ωραίας ελληνικής γλώσσας. Δυστυχώς γράφει “κηρύττεται πλέον φανερά η αγραμματωσύνη, και το ανωφελές του ορθώς γράφειν ή ομιλείν”, ώστε “κατήντησε να γίνει όλη σχεδόν η γλώσσα νόθον και κίβδηλον κατασκεύασμα”. Ακολουθούν οι Έλληνες γράφει “τα της χριστιανικής λατρείας άνευ πίστεως και χρηστού συνειδότος”. Το άηθες, η ηθοφθορία, η ανηθικότητα, το μισάδελφο αρχίζουν να κυριαρχούν κι επικρατούν. Ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν υπέρ της αρχαίας, της εκκλησιαστικής, της καθαρεύουσας και της δημοτικής. Ήταν υπέρ της ελληνικής σε όλες τις μορφές της χωρίς παράλληλα να αποστρέφεται τη χρήση ξένων εκφράσεων π.χ αγγλικών, γαλλικών, ιταλικών τούρκικων κτλ. Δεν είχε κανένα δισταγμό να χρησιμοποιήσει λέξεις και φράσεις άλλων λαών, διότι τις θεωρούσε μέρος του λαικού μας πολιτισμού. Δεν ήταν βέρος καθαρευουσιάνος ,όπως τον κατηγορούσαν πολλοί, καθώς αυτός δεν ήθελε μια γλώσσα καθαρή αλλά μια γλώσσα Ελληνική. Υποστήριζε την αρχαία γλώσσα αλλά παράλληλα χρειαζόταν και την τροφοδοσία των ξένων γλωσσών αρκεί αυτό να γίνεται με μέτρο, ο ίδιος γράφει ”Όπως έν ζωντανόν σωμα δεν δύναται να ζήση δι’ ενέσεων, τρόπον τινά, από κόνιν αρχαίων σκελετών και μνημείων, άλλο τόσο δεν δύναται να ζήση, ειμή μόνον κακήν και νοσηράν ζωήν, τρεφόμενον με τουρσία και κονσέρβας ευρωπαικάς”. Η Ελληνική είναι μια ζωντανή γλώσσα στην οποία έχουν επίδραση οι ξένες γλώσσες στο πλαίσιο μιας ενιαίας αλληλεπίδρασης ή αλληλεγγύης όπως την αποκαλεί ο Παπαδιαμάντης. ”Φοβερά είναι του ξενισμού η επίδρασις. Είναι αναγκαιότατον κακόν, το οποίον ποτέ δεν απείργεται. Εάν κλείση τις την θύραν, θα εισέλθη δια των παραθύρων. Εάν κλείση τα παράθυρα, θα εισδύση δια των ρωγμών και των σχισμάδων. Εάν στουπώση τις τάς σχισμάδας, θα εισχωρήσει αοράτως δι’ αυτού του συμπαγούς σώματος της οικοδομής”.”Υπάρχει και αλλυλεγγύη, επί τέλους. Αδύνατον είναι γλώσσα ζωντανή, σύγχρονος, έχουσα πόθον και αξίωσιν να ζήσει, να μή αισθάνεται βαθείαν την αλληλεγγύην αυτήν. Άλλ΄η γλώσσα η Ελληνική έπρεπε να βλέπη μακράν, ως φάρον παμφαή, την λαμπράν αίγλην της αρχαίαν χωρίς να έχη τέρμα τον φάρον αυτόν. Ο φάρος οδηγεί εις τον λιμένα, δεν είναι αυτός ο λιμήν”. Ο Παπαδιαμάντης δεν απαιτεί την επιστροφή στην Αρχαία γλώσσα, καθώς δεν είναι αυτός ο λιμένας αλλά υπέρβαση και προχώρημα πέρα από την Αρχαία. Ως προς την μεγάλη επίδραση των ξένων γλωσσών μας αναφέρει ”Πάλιν τάς γλώσσας τάς νεωτέρας έπρεπε να τάς έχη σύμπλους, χωρίς να ρυμουλκήται από καμμίαν εξ’ αυτών. Διότι ο νεωτερισμός είναι ανάγκη, δεν έπεται ότι πρέπει να το παρακάμνωμεν εις τον νεωτερισμόν. Το ζήτημα δεν είναι πως να εμφορηθώμεν κατά κόρον από ξενισμούς, αλλά πως να φέρωμεν αντίδρασιν, πως να μετριάσωμεν την ανάγκην του ξενισμού. Χαλινου και όχι πτερνιστήρος η οργώσα φύσις έχει ανάγκην”. Το ελληνικό πρέπει να προτιμάται συνήθως αλλά όταν κάτι ξενικό είναι ευφωνότερο ή κομψότερο -από αισθητικής άποψης- του ελληνικού τότε πρέπει να αντικαθίσταται ”Ούτω, όπου ονομασίας καθαρώς νεωτερικάς δεν δυνάμεθα να αποφύγωμεν -οίον ονόματα, φράσεις, τρόπους εκφράσεων- οφείλομεν να τα υιοθετώμεν. Όπου όμως υπάρχει το αντίστοιχον, πολύ, ευφωνότερον και κομψότερον εις την γλώσσαν μας, εκεί πρέπει το ελληνικόν να προτιμάται”. Ο Παπαδιαμάντης γενικά αποστρεφόταν την βίαιη εισαγωγή ξένων εθίμων στον ελληνικό βίο, ειδικά όταν αυτά αντιπροσωπεύουν κάτι μή σοβαρό και εφήμερο. Οτιδήποτε το δυτικό δεν είναι απαραίτητα και καλό και αντίστροφα οτιδήποτε το ελληνικό δεν είναι απαραίτητα ευτελές. Επίσης κάτι καινούργιο δεν είναι καλό πάντα, ούτε ένα παλιό είναι απαραίτητα κακό. Ο πιθηκισμός και η υιοθέτηση δυτικών προτύπων χωρίς σύνεση είναι κατακριτέα σε κάθε περίπτωση, καθώς αυτά προκαλούν την αλλοίωση και αλλοτρίωση της προσωπικότητας μας. ”Δεν έπαυσαν τα άχυρα και τα σκύβαλα του πολιτισμού να μας έρχωνται διαρκώς με την πνοήν των ανέμων. Όλοι οι αργέσται και οι ζέφυροι και οι ιάπυγες μας φέρνουν τ’ απορρίμματα, τα καθάρματα των δογμάτων και των θεωριών, των μεθόδων και των τρόπων, των ηθών και των έξεων, από την Εσπερίαν”. Ο Παπαδιαμάντης είχε κατηγορηθεί ως άνθρωπος παραγκωνισμένος από τα δρώμενα του τόπου του, ένας απολίτικος που δεν τον ένοιαζε η μοίρα της χώρας του. Αντίθετα ήταν ένας άνθρωπος με βαθιά πολιτική βούληση και επαγρυπνούσε για όλα τα ζητήματα της πατρίδας του. ”Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκλιματισθή εδώ. Να γίνει προστάτης των πατρίων, όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μην περιφρονεί αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μην νοθεύονται τα θρησκευτικά και οικογενειακά έθιμα. Να καλλιεργθηθή η σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εις την λατρείαν, εις την διακόμησιν των ναών, την μουσικήν και την ζωγραφικήν. Να μή μιμώμεθα πότε τους Παπιστάς και πότε τους Προτεστάντας. Να μην χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια”.

Read more at: http://www.literature.gr/
Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκλιματισθή εδώ. Να γίνει προστάτης των πατρίων, όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μην περιφρονεί αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μην νοθεύονται τα θρησκευτικά και οικογενειακά έθιμα. Να καλλιεργθηθή η σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εις την λατρείαν, εις την διακόμησιν των ναών, την μουσικήν και την ζωγραφικήν. Να μή μιμώμεθα πότε τους Παπιστάς και πότε τους Προτεστάντας. Να μην χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια”.

Read more at: http://www.literature.gr/

ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΜΕΝ,,, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΝ



"Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθεί με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκλιματισθή εδώ. Να γίνει προστάτης των πατρίων, όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μην περιφρονεί αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μην νοθεύονται τα θρησκευτικά και οικογενειακά έθιμα. Να καλλιεργθηθή η σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εις την λατρείαν, εις την διακόμησιν των ναών, την μουσικήν και την ζωγραφικήν. Να μή μιμώμεθα πότε τους Παπιστάς και πότε τους Προτεστάντας. Να μην χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια”.