Σάββατο, 17 Απριλίου 2021

ΠΑΙΔΟΤΟΠΟΣ

ΓΙΩΤΑ ΜΠΟΥΡΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΑΜΑΝΙΔΗΣ

"ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΕΣ"...  ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ 

Καλοί μου φίλοι, καλό Σαββατοκύριακο! 

Εκείνη γράφει τους στίχους κι εκείνη τους κάνει τραγούδια... Και για τα παιδιά του κόσμου και βέβαια για τους μαθητές τους. Για τη δασκάλα Γιώτα Μπούρα και τον δάσκαλο, σύζυγό της, Γιάννη Τσαραμανίδη, που ήρθαν στα Χανιά πριν από χρόνια και έμειναν (τη φετινή σχολική χρονιά υπηρετούν στο Δημ. Σχ. Βάμου) ο λόγος στον σημερινό, ξεχωριστό, Παιδότοπο. "Όλα άρχισαν το καλοκαίρι του 2010 στην Κρήτη. Αστέρια και φεγγάρια έγιναν φωνήεντα και σύμφωνα, φόρεσαν τις νότες του Γιάννη και ντύθηκαν τραγούδια. Έτσι απλά και όμορφα. Αγαπήθηκαν από φίλους, τραγουδήθηκαν από παιδιά και τώρα είναι ελεύθερα." Τα που γράφει, μεταξύ των άλλων, στο σιντί που κυκλοφόρησαν με τίτλο "Αστροφεγγιές", η Γιώτα. Η ποίηση (όπως και η μουσική) είναι ζωγραφική που μιλά και η ζωγραφική είναι ποίηση (και μουσική) που σωπαίνει....  Και η φράση αυτή στον νου μου, ενώ άκουγα τον Γιάννη να τραγουδά τους στίχους της Γιώτας και ενώ θαύμαζα τις ζωγραφιές που εμπνεύστηκαν απ' τους στίχους κάποιοι από τους τυχερούς μαθητές τους. Καλή συνέχεια στην Αστροφεγγιά της Δασκαλοσύνης και στη Δασκαλοσύνη της Αστροφεγγιάς. καλοί μου συνάδελφοι! Πάντα "άξιοι κάθε επαίνου αλλά και θαυμασμού", όπως είχα γράψει και στις 27 Απριλίου στη στήλη, προλογίζοντας το θέμα "περί σχολικού εκφοβισμού", που είχατε ασχοληθεί με τους  μαθητές σας... 

Σας χαιρετώ με αγάπη  όλους! 

Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

δάσκαλος 














ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΑΣ


Τραγούδια που γράφτηκαν μέσα στην τελευταία δεκαετία εδώ στα Χανιά ,εμπνευσμένα από την ελευθερία και την ομορφιά του τόπου.

Τραγούδια που δεν γράφτηκαν για παιδιά, όμως κάποια από αυτά αγαπήθηκαν πολύ από τους μαθητές μας σε όλα τα σχολεία που περάσαμε τα τελευταία χρόνια.

Ο κόσμος των παιδιών γεμάτος χρώμα, συναισθήματα και αλήθεια αναπόφευκτα επηρεάζει όποιον ζει και μοιράζεται στιγμές μαζί τους.

Εμείς οι δάσκαλοι έχουμε την τύχη η δουλειά μας η ίδια ,το σχολείο ,η τάξη και τα παιδιά  να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας.

Τώρα που η απόσταση μπήκε ανάμεσά μας είναι ακόμη μεγαλύτερη η ανάγκη να κάνουμε τα παιδιά να νιώσουν ασφαλή και αισιόδοξα και να μη σταματήσουν να ονειρεύονται. Γιατί μπορεί στο τέλος τα όνειρά μας να μας σώσουν απ’ τα λάθη.

 

 Γιώτα Μπούρα και Γιάννης Τσαραμανίδης

 

 

 

ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΕΣ



(Το ομώνυμο τραγούδι είναι μια μελωδία του Γιάννη που έγραψε για τη γέννηση της Κατερίνας μας κι εγώ  πρόσθεσα τους στίχους 8 χρόνια μετά. Είναι η ευχή μιας μητέρας για το παιδί της αλλά τελικά και μιας δασκάλας για τους μαθητές της.)

Στο δρόμο που σου έστρωσα

επάνω μην πατήσεις

στα εύκολα, στα έτοιμα να μην παραδοθείς

τριγύρισε, ταξίδεψε

αλλού περιπλανήσου

τις ομορφιάς το πέρασμα μόνη σου να διαβείς.

 

Ό,τι δικό μου έχτισα, μονάχη γκρέμισέ το

κι ας φτιάξεις κάστρο έρημο πάνω στην αμμουδιά.

Θα 'ρθει η ώρα κι η στιγμή το κάστρο να ριζώσει

και να τινάξει αστροφεγγιές του δέντρου η καρδιά.

 

Ασ'το αγέρι να φυσά, ψηλά να σε πετάξει

τον ήλιο δες κατάματα, μα φύγε πριν καείς.

Μες της αβύσσου το βυθό

βούτηξε την ψυχή σου

μαργαριτάρι η χαρά να δεις θ' αναδυθεί.

 

ΚΟΙΤΑ ΨΗΛΑ

 

(Μπαλάντα με θέμα την αισιοδοξία ακόμη και σε στιγμές που δεν μπορούμε να τη βρούμε εύκολα. Τα παιδιά ευτυχώς την έχουν και μας τη χαρίζουν απλόχερα.)

 

Κοίτα ψηλά όσο κι αν πέφτεις

μην αγριεύεις απ' την τροχιά

 κι αν όλα αλλάζουν εσύ αντέχεις

γιατί έχεις μάτια φλόγες μες την καρδιά.

 

 Κοίτα ψηλά τον ήλιο κοίτα

να σε ρουφήξει η ζεστασιά

ξέχνα το κρύο, μέτρα τον πόνο

κι άσε τον μόνο να σου γελά.

 

Κοίτα ψηλά τ' αστέρια κοίτα

κι ας σε ζητάει η λησμονιά

η θλίψη σβήνει

αν τη χτυπήσεις με της αγάπης τη γροθιά.

 

ΔΕΝΤΡΑ

 

(Ένα λαϊκό τραγούδι που παραδόξως αγαπήθηκε  και χορεύτηκε από πολλούς μαθητές μας! Εμπνευσμένο από την ελευθερία και τη δύναμη του κρητικού τοπίου. )

 

Μην τον κοιτάς τον ουρανό

Άμα φτερά δεν έχεις

Μην τα ζηλεύεις τα πουλιά

Το φόβο αν δεν αντέχεις.

 

Δέντρα όσοι γεννήθηκαν

Στη Γη γερά ριζώνουν

Κι όσοι πετάνε στα ψηλά

Φτερά για αλλού απλώνουν.

 

Μην της μιλάς της θάλασσας

Το κύμα αν το φοβάσαι

Μην τον ακούς τον άνεμο

Στη Γη αν θέλεις να’ σαι .

 

 

 

ΩΚΕΑΝΟΣ

 


(Καλοκαιρινές εικόνες για ένα ταξίδι που όλοι ονειρευόμαστε ,ειδικά τώρα, μικροί και μεγάλοι!)

 

Τη νύχτα ονειρεύτηκα

Πως σ’ άλλο τόπο βρέθηκα

Μέσα σ’ αμάξι ανοιχτό

Έψαχνα τον ωκεανό

 

Φυσούσε αγέρας τα μαλλιά

Τα στάχια κλέβαν τη ματιά

Ο ήλιος ζάλιζε το νου

Έβρεχε μουσική παντού

 

Ο δρόμος έτρεχε μπροστά

Κι ο χάρτης έβγαζε φτερά

Τώρα δεν είχα γυρισμό

Δεν ήμουνα ξανά εγώ.

 

Απ’ το φεγγάρι πιάστηκα

Στο όνειρο ξεχάστηκα

Τα μάτια άνοιξα πλατιά

Κι έγινες θάλασσα βαθιά.

 

ΡΙΖΕΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

 

(Αυτό το βαλσάκι δεν βρίσκεται στο cd μας αλλά είναι γραμμένο για παιδιά.

Βρίσκεται σε ένα παραμύθι που μιλά για ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που στο τέλος της ιστορίας φυτεύουν ένα μαγικό δέντρο, το δέντρο των ονείρων που γίνονται αληθινά.)

 

Το δέντρο που φυτέψαμε

Είχε κλαδιά στ’ αστέρια

Με ρίζες ως τα σύννεφα

Σαν απλωμένα χέρια

 

Με μπόρες το ποτίσαμε

Με αστραπές τη νύχτα

Ήλιος η καλημέρα του

Φεγγάρι η καληνύχτα.

 

Και ξαφνικά λουλούδιασε

πλημμύρισε από χρώμα

ξεχείλισαν τα όνειρα

και έπεσαν στο χώμα

 

Ξαπλώσαμε ,χαθήκαμε

 στης θάλασσας τα βάθη

Του δέντρου μας τα όνειρα μας σώσαν απ’ τα λάθη.


Χανιώτικα νέα ( Σάββατο, 17.4. 2021) 

 

 

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2021

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

3+1 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ 1821



 «“Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει/ τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ’ η γη χορτάρι”.// Άλλοι λένε ότι το τραγούδησε,/ πριν αρχίσουν να τον σουβλίζουν/ ζωντανό οι Τούρκοι/ στην πλατεία της Λαμίας/ κι άλλοι ότι το ψιθύρισε, λίγο πριν ξεψυχήσει./ Τους ακούει από το Πάνθεο των Ηρώων/ που τον τοποθέτησαν,/ και οι μεν και οι δε,/ ο Αθανάσιος Διάκος./ Το ξέρει ότι δεν είναι δικά του λόγια,/ ωστόσο, του αρέσει που τα έβαλαν στο στόμα του -/ ήθελε να τα είχε πει.// Κι όπως τα κλαδιά που άνθιζαν τότε/ -τα κλαδιά ενός ασπάλαθου ήταν-/ χαμογελά». Το ποίημα “Το χαμόγελο του Διάκου”, του γράφοντος από την ποιητική του συλλογή “Τα χελιδόνια του μοναχού”, (εκδ. Κοινωφελές Ίδρυμα “Αγία Σοφία” και “Πυξίδα της Πόλης”, Χανιά 2020).

«Ζωσμένος το γιαταγάνι του,/ με τα απομνημονεύματά του υπό μάλης/ του “τζακισμένου” χεριού του…/ Λίαν πρωί, 3 του Σεπτέμβρη στην 3ης Σεπτεμβρίου, την οδό του./ Επί τη επετείω επαίτης για ένα καλημέρα ο μπάρμπα Γιάννης.// Το βράδυ της ίδιας μέρας,/ πάντα στην ιδιωτική του οδό,/ με μείον κι εφέτος το ταμείον./ Καλημέρες έδωσε, καλημέρα δεν πήρε./ Καληνύχτα…» Το ποίημα “Μακρυγιάννης στην οδό του”, του γράφοντος από την ποιητική του συλλογή “Τα χελιδόνια του μοναχού” (εκδ. Κοινωφελές Ίδρυμα “Αγία Σοφία” και “Πυξίδα της Πόλης”, Χανιά 2020).

«Στο Ακρωτήρι!/ Στα φρύδια των βράχων,/ όπου η αιμάτινη σφραγίδα/ των προγονικών βημάτων/ έχει σημαδευτεί και σημαδεύει./ Στο Ακρωτήρι!/ Στου ενός λεπτού τη σιγή,/ όπου, στις πλεξούδες του θυμιάματος/ η αυστηρή ευωδία της δάφνης/ ανοιχτή μνήμη γίνεται./ Στο Ακρωτήρι! Στο Άγιο Όρος της Κρήτης/ Στο Άγριο Όριο/ της των Κρητών Μεγαλοσύνης./ Στο Ακρωτήρι!/ Εδώ σε συναντούμε/ να υψώνεις καθ’ εκάστην,/ στο κοντάρι του κορμιού σου,/ που φτάνει μεσούρανα/ την πληγιασμένη ψυχή/ του Τόπου μας!»Το ποίημα “Στον Σπύρο Καγιαλέ” του γράφοντος από την ποιητική του συλλογή “Όταν γίνεις ποίημα” (εκδ. “Πυξίδα της Πόλης”, Χανιά 2013).

«Δίχως καταθέσεις στεφάνων./ Δίχως δοξολογίες και πανηγυρικούς./ Δίχως παρελάσεις και χειροκροτήματα./ Άδειοι από κόσμο οι δρόμοι./ Περνάει ο κορωνοϊός, του φόβου ο γιος.// Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες/ 3 του Σεπτέμβρη να περνάς,/ Μπάρμπα – Γιάννη Μακρυγιάννη». Το ποίημα “Επέτειος 25ης Μαρτίου” του γράφοντος, από την ποιητική του συλλογή “Ιχνηλατώντας” (αυτοέκδοση, Χανιά 2021).

“3 + 1 ποιήματα για το 1821”, ο τίτλος της ομιλίας μου (“Χωρίς ήρωες και αγίους μένουμε μόνοι/ γυμνοί κι ανυπεράσπιστοι/ στο ανελέητο κατηγορώ της ιστορίας” ο υπότιτλός της) στην επιστημονική διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα “Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια των ποιητών – Οι Λογοτέχνες του κόσμου μιλούν για την Ελλάδα του χθες και του αύριο” που διοργάνωσε η Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης τιμώντας τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, την Τετάρτη 14 Απριλίου. Και σαν επίλογος στην πρώτη ομιλία που έκανε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θράκης Εμμανουήλ Βαρβούνης και σαν πρόλογος της ομιλίας της και Προέδρου του Φιλολογικού Συλλόγου Κισσάμου, φιλολόγου Ελένης Γεωργακάκη, που ακολούθησε τα παραπάνω ποιήματά μου.

ΚΟΡΩΝΟΪΚΑ ... ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ 


«Το τεστ αυτοδιάγνωσης να αγοράσω θέλει/ να μάθω αν με λάβωσαν του κορωνιού τα βέλη». «Σαν θες να μάθεις κορωνιό, εάν έχεις κολλήσει/ το τεστ αυτοδιάγνωσης είναι η μόνη λύση».// «Το σέλφι τεστ η πεθερά, μάταια θα το κάνει/ δεν της σιμώνει ο ιός, Κόβητας, δεν την πιάνει». Ως συνήθως με τρεις μαντινάδες της ξεχωριστής μαντιναδολόγου μας Νεκταρίας Θεοδωρογλάκη αρχίζουμε τη στήλη κάθε Παρασκευή. Για τα τεστ αυτοδιάγνωσης ο λόγος σήμερα. Καλές κι οι τρεις, αλλά η τρίτη… σκίζει!

«Μένω στο παγκάκι/ δε μιλώ/ δεν ανησυχώ/ με τη μάσκα αγωνίζομαι/ και με το αντισηπτικό/ που κάποιος περαστικός/ μου χάρισε.// Μ’ ευλαβική προσοχή/ απολυμαίνω/ τα λιγοστά μου υπάρχοντα/ το παγκάκι μου/ εκείνη τη φωτογραφία/ που νέα με δείχνει τα χέρια μου στο τέλος.// Απέναντί μου/ μια διαφήμιση, μια αφίσα/ μ’ ένα ροζ σπίτι/ και γύρω γύρω δέντρα/ με καλεί/ μέτρα να λάβω προστασίας/ ψυχρά αδιαφορώντας για τη φτώχεια μου.// Μένω στο παγκάκι/ δε μιλώ/ δεν ανησυχώ, προσεύχομαι/ και μοιάζει η προσευχή μου/ με κραυγή/ που για το δίκιο αγωνίζεται/ για την ελευθερία». Το ποίημα “Μένω στο παγκάκι” του Ειρηναίου Μαράκη από την ποιητική του συλλογή “Όλα είναι όπλα” (εκδ. “ατέχνως”, 2021).

Το κυβερνητικό σχέδιο για σταδιακό άνοιγμα των δραστηριοτήτων περιμένει να ξεδιπλωθεί. Πάλι στο “βλέποντας και κάνοντας” ή στο “κάνοντας και βλέποντας”, είμαστε. Κανένα περιθώριο εφησυχασμού! Παραείναι ύπουλος... 

Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 16.4.2021) 

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

                                                                        ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ

                            160 ΠΟΙΗΤIKΕΣ ΦΩΝΕΣ ΣΤΑ "ΧΑΪΚΟΥ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ"


Τιμή μεγάλη για μένα η συμμετοχή, ύστερα από πρόταση της υπεύθυνης της μοναδικής στο είδος της σελίδας στο ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ (Φέισμπουκ) "ΒΙΒΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ" "Γιούλης Τσακάλου στην Κριτική Επιτροπή του  Πανελλήνιου Διαγωνισμού ΧΑΪΚΟΥ που διοργάνωσαν οι εκδόσεις ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ.... 

Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥ 
Η μεγάλη μέρα  έφτασε! 🌸✒️      Ο Ποιητικός Διαγωνισμός Χαϊκού με τίτλο «Τα Χαϊκού της άνοιξης» που διοργάνωσαν οι Εκδόσεις Ανεμολόγιο, στέφθηκε με ανέλπιστη επιτυχία, και θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε δημόσια όλους τους συμμετέχοντες που μας τίμησαν με τη συμμετοχή τους, καθώς και την κριτική επιτροπή, και συγκεκριμένα τον Αλέξανδρο Δαμουλιάνο, τον Βαγγέλη Κακατσάκη, την Αργυρώ Μαργαρίτη, την Αριέττα Μουτούση και την Κάκια Ξύδη, που με την πολύτιμη συνεισφορά τους συνέβαλαν τα μέγιστα σ' αυτή την προσπάθεια.
Οι συμμετοχές άγγιξαν τις 287, και όπως σχολίασαν και οι κριτές, το επίπεδο των έργων ήταν εξαιρετικά υψηλό, τόσο νοηματικά, όσο και τεχνικά. Ως εκ τούτου, το έργο των κριτών κατέστη δύσκολο, και η διαδικασία επιλογής υπήρξε χρονοβόρα. Οι κριτές βαθμολόγησαν τα χαϊκού σε κλίμακα από 1 έως 5, έχοντας ως κριτήρια την τεχνική αρτιότητα, τον νοηματικό πλούτο και την πρωτοτυπία, ενώ διατηρήθηκε η ανωνυμία των δημιουργών, και έπειτα προέκυψε ένας μέσος όρος για κάθε συμμετοχή. Αξίζει να αναφερθεί πως δεν υπήρξαν συμμετοχές που έλαβαν πολύ χαμηλό μέσο όρο (1 ή 2), απόδειξη πως πράγματι το επίπεδο των συμμετοχών ήταν υψηλό. Στη συλλογή αποφασίστηκε να συμπεριληφθούν εν τέλει όσες συμμετοχές έλαβαν μέσο όρο από 3,5 έως και 5.
Θα θέλαμε να συγχαρούμε όλους τους δημιουργούς των οποίων τα έργα θα συμπεριληφθούν στη συλλογική έκδοση που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2021, και να τους ευχηθούμε να έχουν πάντοτε επιτυχίες!
Τα ονόματα των δημιουργών των οποίων τα έργα προκρίθηκαν προς έκδοση, 160 στον αριθμό, αναφέρονται με αλφαβητική σειρά παρακάτω:
Φωτεινή Αζαμοπούλου
Μαρία-Χριστίνα Αθανασέλλη
Ευρυδίκη Αλβανού
Ελένη Αλευρά
Νεφέλη Ανδρεάκου
Χρήστος Ανδρεουλάκης
Ρουμπίνη Αργυρού
Κώστας Βαβελίδης
Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη
Χαρά Βαζιργιαντζίκη
Σταυρούλα Βενιέρη
Ιωάννα Βεσκούκη
Αναστασία-Νεφέλη Βιδάκη
Παναγιώτα Γανδά
Χάρης Γαντζούδης
Βασίλης Γεργατσούλης
Ανδρέας Γεωργίου
Φανή Γεωργολοπούλου
Πέτρος Γεωργοπετρέας
Χρυσούλα Γεωργούλα
Κώστας Γιαβής
Λούης Γκόμεζμπεκ
Δέσποινα Γκουτζολίκα
Αθηνά Γκριτζάλα
Ελπίδα Γούναρη
Λένα Δακανάλη
Κωνσταντίνα Δάμα
Μάρκος Δενδρινός
Ηλιάνα Διακογιάννη
Μαρία Ζαχαροπούλου
Ερμιόνη Ζερβουδάκη
Άννα Ζηλάκου
Αποστόλης Ζυμβραγάκης
Ιωάννα Ζώρζου
Γιώργος Θεοχάρης
Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης
Αναστασία Ιωακειμίδου
Νικόλαος Κακατσάκης
Κωνσταντίνος Γ. Καλαϊτζίδης
Μαρία Καλαντζή
Γιώργος Καλογερόπουλος
Ανδρέας Καλογιάννης
Βάσω Κανιώτη
Ολυμπία Κανιώτη
Γεωργία Καραγιάννη
Κωνσταντίνος Γ. Καραμπερόπουλος
Δημήτρης Καραναστάσης
Ζωή Καραπατάκη
Εύη Καφούρου
Ιωάννης Κλεφτόγιαννης
Αναστασία Κλώνη
Ζωή Κολλάρου
Τόνια Κοντοπούλου
Μαίρη Κουλεντιανού
Μαριάνθη Κουτσούρη
Βασιλική Κρυσταλλίδου
Σωτηρία Κυρμανίδου
Λουκία Κωνσταντίνου
Χρήστος Π. Κωνσταντουδάκης
Φωτεινή Κωστάκου
Σπύρος Λαβράνος
Κωνσταντίνα Λαμπροπούλου
Πάτροκλος Λεβεντόπουλος
Γιώργος Λυκοτραφίτης
Λίνα Μαγνήσαλη
Αντώνης Μάλμος
Δέσποινα Μανωλακάκη
Κωνσταντίνος Μαρούγκας
Κατερίνα Μαρτζούκου
Καλιρρόη-Καλλιόπη Μαστιχιάδου
Ελευθέριος Μάστορας
Κική Ματέρη
Χριστίνα Μαυρουδή
Αθηνά Μελή
Σμαραγδή Μητροπούλου
Νικόλαος Μοσχόπουλος
Νίκη Μουσούλη
Καλλιόπη Μπαγουλή
Κωνσταντίνα Μπάρλα
Πέτρος Μπερτζουάνης
Καλλιόπη Μπορμπουδάκη
Νένα Μπούρα
Μιρέλλα Μπούτζα
Αναστασία Μωραΐτη
Κέλλυ Νικολαΐδου
Άντρια Νικολάου
Γιώργος Νικολόπουλος
Γκέλη Ντηλιά
Ράνια Ορφανάκου
Φωτεινή Ουζουνίδου
Τέτη Παγκάλου
Απόστολος Παλιεράκης
Ντόρα Παπαγεωργίου
Καίτη Παπαδάκη
Σάρα-Κατερίνα Παπαδάκη
Δήμητρα Παπαδημητρίου
Κώστας Παπαδόπουλος
Μαγδαληνή Παπαδοπούλου
Ελένη Παπαθανασοπούλου
Μαρία Παπαθεοδωροπούλου
Αντωνία Παπαϊωάννου
Νικόλαος Γ. Παυλάκης
Αναστασία Πεπέ
Λίνα Πετριανίδη
Αικατερίνη Πήττα
Έλενα Πίνη
Μαριάνθη Πλειώνη
Κατερίνα Πολατίδη
Νίκος Πουλινάκης
Μελίνα-Βαρβάρα Πουλτουχίδου
Μαρία Πρινάρη-Καρκαβατσάκη
Μαρία Ρηγάτου
Στέλλα-Πανουργιά Σαββανή
Ζωή Σαβίνα
Ελένη Σιγαλού
Λαμπρινή Σιδέρη
Αγγελική Σιδηρά
Μιχαηλία Σιδηρά
Κατερίνα Σκιντζή-Χαδούλου
Σοφία Σκλείδα
Ευδοκία Σκορδαλά-Κακατσάκη
Δημήτριος Σούκης
Σταμάτης Σουφλέρης
Θεοδώρα Σουφλή
Ελευθερία Σταυράκη
Μαντώ-Πηγή Σταυρογιαννοπούλου
Γιάννης Στεφανάκις
Αλέξανδρος Στεφόπουλος
Κατιάνα Στρατηγίου
Βάνια Σύρμου
Θέμις Τάταρη-Μπιλλήρη
Λένα Ταχμαζίδου
Αικατερίνη Τερκεσίδου
Δέσποινα Τόβα
Γιάννης Τόμπρος
Δέσποινα Τοσουνίδου
Χρυσαυγή Τούμπα
Αγγελική Τρανίδου
Βαρβάρα-Ελένη Τριανταφύλλου
Ελευθερία Τριανταφύλλου
Νάνσυ Τρικκαλίτη
Πηνελόπη Τσαλίκουσου
Ηρακλής Α. Τσαχτσίρης
Έμμα Τσιβρά
Γεωργία Ζώη-Φλώρου
Ηλίας Φραγκάκης
Κορίννα Φραγκιαδάκη
Αφροδίτη Φραγκιαδουλάκη
Δούκισσα Φωτάρα
Σωτήρης Χαραλαμπίδης
Ελεωνόρα Χατζηαβράκογλου
Ειρήνη Χιώτη
Κατερίνα Χουσιανίτη
Πανωραία Χριστοπούλου
Χρίστος Χριστοφής
Διονύσιος Χριστοφοράτος
Ανδρέας Χρονόπουλος
Μαρία Χρυσού
Γιούλικα Ψιμούλη
Αργυρώ Ψώρα-Θεοδωράτου

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2021

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

 

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘ. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΚΡΗΤΗΣ 

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ 1821 ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ΟΜΙΛΗΤΕΣ : (Εμμανουήλ Βαρβούνης, Βαγγέλης Κακατσάκης, Ελένη Γεωργακάκη)    https://bit.ly/2J7COjq

     


Υπό τους ήχους του τραγουδιού για τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, σε στίχους Μάνου Ελευθερίου και μουσική Ηλία Ανδριόπουλου, από τον δίσκο «Γράμματα στον Μακρυγιάννη κι άλλα λαϊκά», πραγματοποιήθηκε με επιτυχία την Τετάρτη 14 Απριλίου 2021, η Επιστημονική Διαδικτυακή Ημερίδα, που διοργάνωσε η Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης, σε συνεργασία με τον Φιλολογικό Σύλλογο Κισάμου, με θέμα: «Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια των ποιητών – Οι Λογοτέχνες του κόσμου μιλούν για την Ελλάδα του χθες και του αύριο».

     Συνθέτοντας το ψηφιδωτό της σύγχρονης Ελλάδας, μέσα από τις πανανθρώπινες και διαχρονικές αξίες του 1821 και ατενίζοντας το μέλλον, οι συμμετέχοντες εισηγητές προσπάθησαν να εντοπίσουν και να εκφράσουν το αληθινό μήνυμα της Επανάστασης του 1821 και τη σπουδαιότητά του για τον σύγχρονο άνθρωπο της εποχής μας, αλλά πάντα ιδωμένο μέσα από τα μάτια των ποιητών της τότε εποχής, αλλά και μετέπειτα, όσον αφορά τους λογοτέχνες που εμπνεύστηκαν από το Έπος του 1821.

     Στον Χαιρετισμό του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου κ. Αμφιλόχιος, Πρόεδρος της ΟΑΚ, ανέφερε τον Μεγάλο Κανόνα που συνέθεσε ο Άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης, Επίσκοπος Κρήτης (τέλη 7ου – αρχές 8ου αιώνα), ένα ποίημα μοναδικού κάλλους. Κατά τον κ. Αμφιλόχιο «η ελληνική ψυχή, ποιητική από τη φύση της, ευαίσθητη και αθάνατη στο διάβα των αιώνων, ως Ιστορία μεταμορφώνει τους πόνους και τους καημούς της, τις αγωνίες και τα δάκρυά της, όπως και τις προσδοκίες και τα οράματά της, τις νίκες, σε δημοτικό και κλέφτικο τραγούδι, σε Ποίηση, ύμνους και θρύλους και μέσα απ’ όλα ανασταίνεται και “ξανά προς τη δόξα τραβά”».

     Αμέσως μετά, ο Δρ Κωνσταντίνος Ζορμπάς, Γενικός Διευθυντής του Ιδρύματος, χαιρέτισε την εκδήλωση ευχαριστώντας τους ομιλητές και τονίζοντας πως «Ποίηση και Επανάσταση είναι έννοιες αλληλένδετες, με την Ποίηση πάντοτε να προηγείται» και πως η Επανάσταση του 1821 υπήρξε μία «συνεχής ακραία ποιητική πράξη», καθώς «οι στίχοι των ποιητών έγιναν το υλικό που “έντυσαν” το αίσθημα του ξεσηκωμού και της αντίδρασης».

Κατά την έναρξη της εκδήλωσης ο κ. Εμμανουήλ Βαρβούνης, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θράκης, Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής των Επιστημονικών Συνεδρίων για την Ελληνική Επανάσταση του 1821, της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, μέλος της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Πολιτιστικής Ταυτότητος, ανέλυσε το θέμα: «Ο αγώνας του 1821 στην ελληνική δημοτική ποίηση». Κατά τον κ. Βαρβούνη «η ελληνική Λαογραφία ήδη από το επιστημονικό της ξεκίνημα –το οποίο συμβατικά τοποθετείται κατά το 1909– ασχολήθηκε με ζητήματα που αφορούν την Επανάσταση του 1821, ενώ ο ιδρυτής της επιστημονικής Λαογραφίας του τόπου μας, Νικόλαος Πολίτης, ασχολήθηκε συστηματικά με θέματα σχετικά με την Επανάσταση και με τραγούδια που αφορούσαν το 1821». Όλως ιδιαιτέρως ανέπτυξε τόσο την εξέλιξη του δημοτικού τραγουδιού, την καταγραφή του, αλλά και το περιεχόμενο του.

    Ακολούθως, ο κ. Βαγγέλης Κακατσάκης, Δάσκαλος Συγγραφέας, μιλώντας με θέμα: «3+1 ποιήματα για το 1821», απήγγειλε τα ποιήματά του: «Το χαμόγελο του Διάκου», «Ο Μακρυγιάννης στην οδό του» (από την ποιητική Συλλογή «Τα χελιδόνια του μοναχού»), «Στον Σπύρο Καγιαλέ» (από την ποιητική Συλλογή «Όταν γίνεις ποίημα») και «Επέτειος 25ης Μαρτίου» (από την ποιητική Συλλογή «Ιχνηλατώντας»). Κατά τον κ. Κακατσάκη «δίχως ήρωες και αγίους/ μένουμε μόνοι, γυμνοί και ανυπεράσπιστοι/ στο ανελέητο “κατηγορώ” της Ιστορίας» και τόνισε ότι «τα ποιήματα είναι ξεκλείδωτα ξωκλήσια, όπου ο καθένας μπορεί να εισέλθει και ιδιαίτερα εκείνος που έχει ανάγκη».

      Τέλος, η κα Ελένη Γεωργακάκη, Φιλόλογος και Πρόεδρος Φιλολογικού Συλλόγου Κισάμου, παρουσίασε το θέμα: «Η επαναστατημένη Ελλάδα μέσα από την Ποίηση», με την παράλληλη απαγγελία των Φιλολόγων, Ινώς Γεωργακάκη και Άννας Αννουσάκη, σε επιμέλεια και προβολή φωτογραφικού υλικού Βασιλικής Πέτσκου. Επρόκειτο για ένα υπέροχο τρίπτυχο εναλλαγής εικόνας, πεζού και ποιητικού λόγου, μέσα από το οποίο πραγματοποιήθηκε ένα νοερό ταξίδι στον χρόνο, το οποίο προκάλεσε έντονη συγκινησιακή φόρτιση στους παρευρισκομένους. Όλη η παρουσίαση αποτελεί ένα θαυμάσιο εκπαιδευτικό υλικό, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο στην Πρωτοβάθμια όσο και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

     Σύντομη παρέμβαση έκανε, επίσης, ο Ομότιμος Καθηγητής Καρδιοχειρουργικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου και Άρχων Ακτουάριος της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, κ. Γεώργιος Μπουγιούκας, ο οποίος –αδυνατώντας να κρύψει τη συγκίνησή του– συνεχάρη την ΟΑΚ για τη διοργάνωση της εκδήλωσης.

     Τον συντονισμό της Εκδήλωσης είχε η Δρ Μαρία Χατζηαποστόλου, Θεολόγος – Επιστημονική Συνεργάτιδα της ΟΑΚ, η οποία ανέγνωσε λόγια του Μάνου Ελευθερίου, που αφορούν τον Στρατηγό Μακρυγιάννη, αλλά και την αγάπη του προς τους αγωνιστές του 1821, ευχαριστώντας παράλληλα την κα Λιλή Ελευθερίου, σπουδαία ζωγράφο και αδελφή του μεγάλου ποιητή Μάνου Ελευθερίου, καθώς και τις Εκδόσεις «Μεταίχμιο» για την ευγενική παραχώρηση της άδειας της ανάγνωσης του εν λόγω αποσπάσματος από τη –μόλις εκδοθείσα– Αυτοβιογραφική Αφήγηση του Μάνου Ελευθερίου, με τίτλο: «Μαλαματένια Λόγια».

     Ολόκληρη η Ημερίδα βρίσκεται αναρτημένη, για όσους επιθυμούν να την παρακολουθήσουν, στο διαδικτυακό κανάλι του Ιδρύματος στο Youtube και στον σύνδεσμο:  https://bit.ly/2J7COjq

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ.  ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ: ΤΟ ΧΡΕΟΣ ( ΔΙΗΓΗΜΑ)



                                             ΣΚΙΤΣΑ (ΝΙΚΟΣ ΜΠΛΑΖΑΚΗΣ)


     Το μπρίκι αλαργαίνει ολοένα κι οι ψηλοί μιναρέδες της Πόλης βουλιάζουν σιγά - σιγά μέσα στη θάλασσα. Μα όσο κι αν οι κραυγές, το χαλάζι απ’ τις σφαίρες και τα ουρλιαχτά του μανιασμένου όχλου βουίζουν ακόμη στ’ αυτιά της, δεν είναι μπορετό να πνίξουν τα τελευταία λόγια του πατέρα της, του Δασκαλογιάννη, που κουβαλεί μέσα της πενήντα χρόνια τώρα. Κι οι θύμησες έρχονται κοπαδιαστές και κάνουν κατοχή στο νου της.

     Πόσο σπίθιζαν τότες Θέ μου, τα μάτια του στη σκοτεινιά της μικρής κάμερας, που τους είχε κλεισμένους ο πασάς του Κάστρου! Σαν ν’ ακούει ακόμη τη βαριά φωνή του: «Εγώ παιδί μου θα ποθάνω γρήγορα. Θα σε βιάσουν να τουρκέψεις, μη λησμονείς όμως, ότι θα σου στείλω απ’ τον άλλο κόσμο ή την ευχή ή την κατάρα μου. Προτίμησε το θάνατο με την ευχή μου παρά την τούρκικη ζωή με την κατάρα μου». Ήταν τα λόγια αυτά, η τελευταία του παραγγελιά.

      Όξω απ' την πόρτα του πασά, το τουρκομάνι βούιζε σαν αφρισμένη θάλασσα κι οι φονιάδες ετοίμαζαν την πλερωμή για τον πρωτοκαπετάνιο της Κρήτης, που πεθύμησε τη Λεφτεριά. Όταν σε λίγο τον πήραν από κοντά της δεν της έμεινε άλλη παρηγοριά απ’ το κλάμα. Ένα κλάμα, πότε τρανταχτό και πότε πνιχτό, που σήμαινε το τέλος εκείνης της ελπιδοφόρας άνοιξης. Τότε που οι προσμονές που κουβαλούσαν πάνω τους οι πληγιασμένες καρδιές έγιναν θάνατος. Τότε που η σημαία, που η ίδια είχε υφάνει για το Σηκωμό εκείνο, έγινε ένα τεράστιο σάβανο για να σκεπάσει τα κακοθανατισμένα κορμιά.

     Απ’ την πόρτα που είχαν αφήσει στη βιάση τους οι φονιάδες ορθάνοιχτη, μπούκαραν μαζί με μια ιδέα δροσιάς, οι ξέφρενες κραυγές του μανιασμένου όχλου. Κι αυτή, δεκαοχτώ χρονώ κοπελιά, σφιγγόταν πάνω στα τελευταία λόγια του πατέρα της. Πόσο καλόδεχτος είναι ο θάνατος καμιά φορά! Κι ας είσαι μόνο δεκοχτώ χρονών!

     Ο πασάς ήρθε την άλλη μέρα και της είπε, πως ο πατέρας της έφυγε για τα Κύθηρα, κοντά στ’ αδέρφια του και στ’ άλλα του παιδιά. Προσπάθησε κιόλας να την παρηγορήσει. «Θα γυρίσει γρήγορα πίσω», της είπε. Δεν πίστεψε βέβαια στα λόγια του. Αυτό έλειπε!

     Ύστερα από μέρες το κλάμα καταλάγιασε κι έγινε ένα πικρό παράπονο. Δεν χτυπιόταν πια. θρηνούσε ήσυχα. Δεν έφερε καμιά αντίσταση, όταν την παράδωσαν στο δευτερντάρη του Κάστρου. Ήταν ένας ήσυχος κι αγαθός ανατολίτης, που όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να κρύψει ένα πλατύ χαμόγελο, που γλύκαινε το αψύ του πρόσωπο. Κι είχε πάντα ένα καλό λόγο να της πει. Απ' αυτόν βεβαιώθηκε για το χαμό του πατέρα της, για τον μαρτυρικό του θάνατο.   «Κισμέτι Μαρία! Κισμέτι! Ό,τι γράφει δεν ξεγράφει», τα λόγια του.

     Της είπε ακόμη πόσο πόνεσε κι ο ίδιος για το χαμό του πατέρα της. Πόσο παλληκάρι στάθηκε όταν τον έγδερναν ζωντανό. Κι ακόμη πόσο την αγάπησε και την ήθελε για γυναίκα του. «Δεν θέλω, όμως, ν' αποφασίσεις τίποτε με το στανιό», της είπε. Κι αυτή από σιγά σιγά, μέσα στην απελπισία της, άρχισε να τον βλέπει σαν σωτήρα της. Αν έλειπε αυτός, σκεφτόταν, ποιος ξέρει την τύχη της και τον περίμενε σχεδόν με αγωνία. Κι αυτός καθόταν δίπλα της και της διηγόταν με μια τραγουδιστή φωνή, παράξενες ανατολίτικες ιστορίες,για να την κάνει να ξεχνά τον καημό της. «Θα ξεχάσεις Μαρία! Θα πάμε στην Πόλη…  Θα ’σαι βασίλισσα! Μόνο να θέλεις…»

     Σιγά - σιγά ξεθαρρεύτηκε μαζί του. Είχε κιόλας αρχίσει να τον συμπαθεί και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πνίξει τη φωνή του πατέρα της που την τυραννούσε: «Προτίμησε τον θάνατο με την ευχή μου παρά την τούρκικη ζωή με την κατάρα μου».

     « Ούτε θέλω ν’ αλλαξοπιστήσεις... Ένας είναι ο Θεός. . . Τι Χριστός, τι Μωάμεθ!»,  της έλεγε καλωσυνάτα ο δευτερντάρης. Έτσι χωρίς να το καταλάβει δέχτηκε να γίνει γυναίκα του. Και δεν ήθελε να ξεκαθαρίσει μέσα της, το γιατί. Η αμαρτία της!

     Όταν πρωταντίκρισε τους μιναρέδες της Πόλης, να καρφώνουν με μανία τον ουρανό, τρόμαξε. Και μέσα στο πλοίο που τους έφερνε, λύθηκε σε κλάμα, χωρίς να ξέρει γιατί. Κι όμως γνώριζε πώς ήταν πια πολύ αργά. Κι ο θάνατος —πόσο τρόμαζε με τη σκέψη του— φευγάτο πουλί. «Θα ξεχάσεις αστέρι μου... θα ξεχάσεις γρήγορα»,  της είπε ο άντρας της χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά.

     Ξέχασε; Είναι αλήθεια πώς ο άντρας της τη λάτρευε. Και ζούσε μια ζωή παραμυθένια, μέσα σε δούλους και υπηρέτριες. Τα πρώτα χρόνια είχε πραγματικά ξεχάσει. Δεν άφηνε βέβαια ποτές να σβήσει το καντήλι τής Παναγιάς. Δεν λησμόνησε ποτές κάθε βράδυ, να κάμει την προσευχή της.

Αλλά χρόνο με το χρόνο, μέρα με τη μέρα, τα τελευταία λόγια του πατέρα της βάραιναν πιο πολύ, μέχρι που ’γιναν ένα ασήκωτο βάρος, κάτι σαν ταφόπετρα που πλάκωνε την καρδιά της. Κι όμως πάντα προσπαθούσε να ’ναι γελαστή και χαρούμενη με τον άντρα της και τα παιδιά της. Μα όσο προσπαθούσε, τόσο ένοιωθε το βάρος να πλησιαίνει, μέχρι που έγινε ασήκωτο.

     Ήταν κι εκείνος ο θεορατικός υπηρέτης της, ο Αρβανίτης με το σκαμμένο πρόσωπο, Νταή – Μουσταφά τ’ όνομά του. Της φαινόταν πως μέσα στα στυφά, όλο παράπονο μάτια του, διάβαζε την αμαρτία της. Κάθε φορά που τον έβλεπε ένοιωθε πως το βάρος που σήκωνε, πλήσιαινε. Όπως κι όταν της έλεγε ο άντρας της πως βρέθηκε στην Πόλη σκοτωμένος, από άγνωστους, κι άλλος Γενίτσαρος. Εκείνες τις μέρες διάβαζε στα μάτια του Αρβανίτη, κάτι σαν μια άγρια λάμψη και μια απ' τις πολλές δεν άντεξε και τον ρώτησε:

— Ξέρεις Μουσταφά, ποιος σκοτώνει τους Γενίτσαρους;

Ο Αρβανίτης σήκωσε τους ώμους του:

— Που να ξέρω εγώ κυρά μου; Μα δε χαίρεσαι;

Τρόμαξε και από τότε δεν τον ξαναρώτησε.

     Ένα βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο. Της φάνηκε πως βρέθηκε στην Ανώπολη, στο χωριό της. Μα δεν μπορούσε να ’ταν και σίγουρη, τόσος ήταν ο χαλασμός. Αυτή βάδιζε ντυμένη στα χρυσά, ανάμεσα στα ερείπια σαν κάτι να ζητούσε, κάτι ξεχασμένο από καιρό. Πήγε στο πατρικό της σπίτι. Ήταν ρημαδιό. «Δεν είναι κανείς εδώ;» φώναξε, μα ένιωσε πώς η φωνή που ακούστηκε δεν ήταν δική της, ήταν μιας άλλης, μιας που ’χε από χρόνια πεθάνει. Δεν πήρε καμιά απάντηση. Μόνο μια κουκουβάγια κίνησε ένα πένθιμο μοιρολόι.

     Άρχισε να κρυώνει.

— Δεν είναι κανείς εδώ; κραύγασε μ' απόγνωση. Μα και πάλι η φωνή της φάνηκε ξένη, πάλι η κουκουβάγια, ο θάνατος. Την πήραν τα κλάματα…

— Πατέρα! Πα-τέ-ρα! Πα-τέ-ρααα! φώναζε και χτυπιόταν στο χώμα μ’ αναφυλλητά.

— Ποιά είσαι; Δεν σε ξέρω. . .

Ναι, ήταν η φωνή του πατέρα της! Αυτή η παθιασμένη, γεμάτη λευτεριά φωνή του.

     Γύρισε να δει, μα ήταν ο πατέρας της αυτός; Αυτός ο άντρας, που στεκόταν στην γκρεμισμένη ξώπορτα, κι ήταν ολόκληρος μια πληγή, ένα αίμα, με την πέτσα του κορμιού λουρίδες, ήταν αυτός ο πατέρας της; Κι όμως σύρθηκε με τα γόνατα, πήγε κοντά του, άπλωσε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει, μ’ άκουσε πάλι τη φωνή του. σκληρή κι άγρια, και σταμάτησε:

— Δε θέλω να σε ξέρω!

— Είμαι η Μαρία σου, πατέρα! Θυμάσαι; Η Μαρία σου!

— Ναι θυμούμαι τη Μαρία μου! Μα δεν μπορεί να ’σαι, εσύ, αυτή! Να ’χεις την …

        Όχι πατέρα! Όχι! Δε θέλω! Πες μου πατέρα! Τί να κάμω; Θέλω την ευχή σου! Μετάνιωσα, πατέρα! Μετάνιωσα, πατέρα,  σου λέω. Πες μου τί να κάμω, πατερούλη;

Και τότε, ξαφνικά, είδε τον πατέρα της, όπως ήταν στ’ αλήθεια. Ντυμένο με τα καπετανίστικα. με το μεγάλο σταυρό στο στήθος. Ωραίο όπως ήταν, τότε που ξεκινούσε την επανάσταση!

   Θα το βρεις, Μαρία μου! Θα το βρεις, παιδί μου!

     Ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα. Έκανε να φωνάξει, μα θυμήθηκε. Δεν ήταν μοναχή της. Κι έτσι της ήρθε καυτή η επιθυμία, να σφάξει τον άντρα της, και να κάμει κομματάκια τα παιδιά της, τους καρπούς της αμαρτίας της. Δείλιασε. . . Αυτό έπρεπε να κάμει;

     Ξεμολογήθηκε την άλλη μέρα κιόλας την αμαρτωλή σκέψη της. Είπε και το παράξενο όνειρο. Ο γέρο - πνευματικός της είπε πως ναι, ήταν τρομερό. Κάτι έπρεπε να κάνει, κάτι το μεγάλο, για το Γένος που στέναζε. Μόνο τότε, θα εξαγόραζε την αμαρτία της και θα πλέρωνε το χρέος της.

 

 

                                                             ***

 

     Ξαφνικά  η ζωή της απόκτησε νόημα. Ζούσε μόνο και μόνο για να πλερώσει το  χρέος της. Κι η προσευχή της ήταν τώρα θερμή, πολύ θερμή και καθημερινή.

— Αξίωσέ με Παναγία μου! Αξίωσε με!

     Όταν μονοχρονίς πέθαναν ξαφνικά ο άντρας της και τα παιδιά της, μαζί με την καταλυτική  λύπη που δοκίμασε, ένιωσε και μια άγρια χαρά να την κυριεύει. Τώρα πια θα μπορούσε πιο εύκολα να ξεπλερώσει το χρέος της. Δεν ξεκουνούσε απ’ την εκκλησία και με το μεγαλόκορμο Αρβανίτη,  έστελνε σ' όλους τούς φτωχούς Χριστιανούς της Πόλης τα δώρα της. Δεν άφηνε κανένα παραπονούμενο. Να ’ταν άραγε αυτό το χρέος της; Όχι! Όσες μετάνοιες και προσευχές, όσες αγαθοεργίες κι αν έκανε, δεν μπορούσαν να σηκώσουν τη βαριά πλάκα από πάνω της.

     Ένα δειλινό, την ώρα που γύριζε απ’ τον εσπερινό, ο Νταή - Μουσταφάς, της ξεμολογήθηκε το δικό του μυστικό. Ένα μυστικό που την γέμισε άγρια χαρά. Δεν ήταν, λέει.  Αρβανίτης!  Ήταν Χριστιανός. Απ’ ένα χωριό, κοντά  στην Αθήνα,  η καταγωγή του, Νικόλαος Ζερβός τ' όνομά του.

     Δεν πρόλαβε να συνέρθει απ’ την έκπληξη, και σε δυο μέρες άκουσε κι άλλο, που δεν το περίμενε με τίποτε.

—Θυμάσαι, κυρά, που με ρώτησες μια φορά, ποιος σκοτώνει τους Γενίτσαρους; τη ρώτησε ο Αρβανίτης.

—Θυμούμαι, είπε, και κάτι σαν αστραπή πέρασε απ’ το νου της.

-        Τώρα μπορώ να σου το πω. Εγώ τους σκοτώνω!

Έτσι της ήρθε να τον αγκαλιάσε και να τον φιλήσει.

   — Δεν μπορώ να ησυχάσω, Νικόλα! Δεν μπορώ! Μόνο αν καμιά φορά σηκωθεί το Γένος μας, μόνο τότε θα ησυχάσω,  του είπε

Μα ήξεραν πώς αυτό ήταν όνειρο…  Ωστόσο σώπαιναν κι οι δυο κι αφρουκάζονταν την καρδιά τους. . .

       

                                                               ***

     Το μπρίκι έχει ξεμακρύνει απ’ τη φωτιά κι η οχλοβοή ακούγεται σαν μια άγρια μουσική. Κανείς απ’ το πλήρωμα δεν παίρνει την απόφαση να μιλήσει στην παράξενη καλόγρια, που κανόνισε τα του φευγιού απ’ τον κίνδυνο.

     Ο Γιώργης Δασκαλάκης, ο γραμματικός, κοιτάζει μια την παράξενη μοναχή, και μια την πανώρια κοπελιά και τον θεόρατο Αρβανίτη, που την συνοδεύουν. Η περιέργεια τον τρώει να μάθει. Ποιά τέλος πάντων είναι αυτή, και ποιά επιρροή έχει, για να μπορέσουν να φύγουν σε τέτοιες ώρες…  Μα η μοναχή είναι κλειδομανταλωμένη στον εαυτό της, κάνει πως τηρά τη θάλασσα, μα ποιος ξέρει σε ποια δική της θάλασσα αρμενίζει ο νους της ...

     Του Γιώργη του φάνηκε πως την είδε να κλαίει, μα δεν πρόσεξε και καλά. Τραβήχτηκε πιο πέρα. Κι όσο βλέπει τούς ψηλούς μιναρέδες να χάνονται στο βάθος του πελάγου, τόσο νοιώθει τα καμπαναριά της Ανώπολης, του χωριού του, που κουβαλεί μέσα του, να ψηλώνουν. Κι όμως κατέχει καλά

πως σ’ όλη την Κρήτη, εκτός από τα Σφακιά, οι μιναρέδες υψώνονται  στο γαλάζιο ουρανό, κι οι φωνές των μουεζίνηδων πέντε φορές την ημέρα, δεν αφήνουν ν' ακουστεί ο χαρμόσυνος ήχος της καμπάνας. Όχι, όμως, και της καρδιάς τους. Προπάντων της δικής του καρδιάς. Γιατί αυτός ο στημονερός τσεκουράτος άντρας, ο Γιώργης ο Δασκαλάκης, κουβαλεί πάντα μέσα στη ψυχή του, τα  καριοφίλια του παππού του, του Δασκαλογιάννη. Κι όπως τον αναθιβάλλει στο νου του, μουρμουρίζει σιγά – σιγά…

 

 Κάθε Λαμπρή και Κυριακή έβανε το καπέλο

και του Πρωτόπαπα ’λεγε το Μόσκοβο θά φέρω.

Να τα συνδράμει τα Σφακιά, τσοι Τούρκους να ζυγώξου

και για την Κόκκινη Μηλιά δρόμο να τώνε δώσου.

Κι όσοι απ’ αυτούς το θέλουνε στη Κρήτη ν’ απομείνου,

Σταυρό να προσκυνήσουσι και Χριστιανοί να γίνου.

     

      «Καημένε Δἀσκαλε! Πώς τα πεθύμησες, και πώς ήρθαν τα πράγματα…»,  σκεφτόταν. Κι όμως η δική του θυσία δεν πήγε χαμένη. Να τώρα, έχει γεμίσει η Κρήτη Δασκαλογιάννηδες! Γι’ αυτό, όποια κι αν είναι η καλόγρια, που βλέπει τη θάλασσα και κλαίει, τί τον νοιάζει; Αυτός για ένα μόνο γνοιάζεται. Για το χρέος που βρέθηκε φορτωμένος μ’ αυτό, από τότε που γεννήθηκε. Που του φόρτωσε στους ώμους, ο πατέρας του ο Ανδρέας, ο μόνος απ’ την οικογένεια, που σώθηκε… Να κάμει εκείνο που ονειρεύτηκε ο Παππούς του!

                                                 

                                                           ***

     Από καιρό ο Γιώργης είχε ψυχανεμιστεί πως έφτανε ή ώρα. Όπως κι όλο το νησί. Γι’ αυτό νοιώθει ένας, μα και χιλιάδες. Ήταν, άλλωστε, ενεργό μέλος της Φιλικής Εταιρίας και περίμενε μ’ αφάνταστη ανυπομονησία το Σηκωμό. Μα οι άλλοι Σφακιανοί —που με λαχτάρα κάρφωνε πάνω τους τα μάτια του όλο το νησί— είχαν μάθει να περιμένουν και να προχωρούν με σίγουρα βήματα. Κι όταν, με το έμπα του 1821, έφτασε στα Σφακιά σαν απόστολος της Φιλικής Εταιρείας, κάποιος Βεζυρόγλους και φώναζε απροκάλυπτα τις ιδέες του, οι Σφακιανοί τον έδιωξαν νύχτα. Αυτοί ήξεραν…

     Ωστόσο τις πρώτες του Μάρτη, δόθηκε εντολή στους πλοιάρχους Ανδρέα Λαδά και Μανούσο Δασκαλάκη, να πάνε με το μπρίκι του παπα - Πωλάκη στην Πόλη, να πουλήσουν σαπούνι, τυρί και λάδι κι αφού αγοράσουν χρειαζούμενα του πολέμου, χωρίς να κινήσουν υποψίες, να γυρίσουν στο Λουτρό. Ο Μανούσος πήρε κοντά του σαν γραμματικό και τον αδερφό του το Γιώργη και κίνησαν.

     Μεσοπέλαγα του μήνα βρίσκονταν στην Πόλη. Μόλις που είχαν τελειώσει τις δουλειές τους, όταν έφτασε το απροσδόκητο άκουσμα, ότι ο Υψηλάντης μπήκε στη Βλαχιά. Η Πόλη αναστατώνεται. Το αίμα των Τούρκων ανάβει. Η Τουρκιά, θεριό ανήμερο, είναι έτοιμη να καταξεσχίσει την παντέρμη τη Ρωμιοσύνη, που λουφάζει και προσμένει το θανατικό. Οι Σφακιανοί θέλουν να φύγουν μα δεν μπορούν. Μέσα απ’ το πλεούμενο, βλέπουνν το μαχαίρι, τη φωτιά και τον θάνατο να σεριανούν, στις χριστιανικές γειτονιές της Βασιλεύουσας…

     Όλα αυτά, όμως. πιο πολύ με λύσσα, παρά με τρόμο,  τα έβλεπαν  οι Σφακιανοί, αλλά ένοιωθαν δεμένοι χειροπόδαρα. Κι άλλο δεν ήθελαν παρά να φύγουν. όσο γίνεται πιο γρήγορα, απ’ αυτή την κόλαση.

 

                                                                     

     Είχαν κοντά απελπιστεί, όταν η καλόγρια με την κοπελιά και τον θεορατικό Αρβανίτη, μπήκαν στο καράβι. Απ’ τη πρώτη στιγμή έκανε του Γιώργη εντύπωση η αρχοντιά αυτής της καλόγριας. Πιο πολύ η παράξενη ματιά της, ωστόσο.

— Από πού είστε; ρώτησε τον Μανούσο.

— Απ’ την Κρήτη.

— Για πού πάτε;

— Θέλουμε να φύγουμε για το νησί… Μα δεν μπορούμε…

— Ετοιμαστείτε το βράδυ να φύγουμε. Θέλω να πάω σ’ ένα νησί του Αιγαίου,  να προσκυνήσω την εικόνα της Παναγίας. Κι εγώ από την Κρήτη είμαι…

— Να δείτε που θα βγούμε και συγγενείς. . . είπε, μόλις έφυγαν, ο Μανούσος, χαμογελώντας.

     Ο Γιώργης δεν έδωσε σημασία. Όσο θυμόταν, όμως, την παράξενη αυτή συνάντηση, φουρτούνιαζε το μυαλό του. Τόση εντύπωση του έκανε, λοιπόν, μια περασμένη στα χρόνια μοναχή, όσο κι αν είχε αρχοντική μορφή, ή μήπως τον είχε συγκλονίσει, η αέρινη, ντελικάτη παρουσία της κοπελιάς; Το δεύτερο το αποδιώχνει. Άλλη αγάπη, εκτός απ’ εκείνη τη δίδυμη αδελφή της Κρήτης, τ τη Λευτεριά, δε θέλει να χει.. Σ’ αυτήν είχε προσφέρει αυτός την καρδιά του, τη ζωή του, απ’ τα μικράτα του. Από τότες που ’νοιωσε τον κόσμο.

    Όξω, στην Πόλη, ο θάνατος είχε στήσει για καλά το γλέντι. Κραυγές, τρίξιμο σπαθιών, αίματα...

 

                                                                     ***

     Θα ’χαν — δε θα ’χαν περάσει τρεις ώρες κι η μοναχή με την ίδια συντροφιά, ξαναφάνηκαν μέσα σε μια βάρκα και με συνοδεία στρατιωτικής ακολουθίας. Ανέβηκαν στο μπρίκι, κι η μοναχή τους έδειξε ένα χαρτί, που έγραφε ότι μπορούν να φύγουν, όποια ώρα ήθελαν. Έκαμαν το σταυρό τους, είπαν στ’ όνομα τού θεού, και κίνησαν.

     Οι ψηλοί μιναρέδες βούλιαξαν επιτέλους στην αγκαλιά της θάλασσας. Πόσο μακριά ήταν τώρα η Πόλη, σφιχταγκαλιασμένη με το θάνατο!

— Γλυτώσαμε! Δόξα σοι ο Θεός! Είπε η Μαρία.

— Με τη δύναμη του Σταυρού,  κυρά μου! Απάντησε δίπλα της ο Αρβανίτης, κι έκαμε κι αυτός τον σταυρό του.

— Τώρα θα ξεπλερώσομε το χρέος, Νικόλα… ψιθύρισε η μοναχή σαν προσευχή και χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε προς την κοπελιά που έτρεμε.

-        Μη φοβάσαι Ηράκλεια, της είπε και της χάιδεψε τα μαλλιά.

-        Δε φοβούμαι, είπε, μα ήταν φανερό πως φοβόταν πολύ.

     Έγινε σιωπή. Τα στοιχειά της φύσης πήρανε καιρό. Ο Γιώργης με τον αδερφό του, πήγανε κοντά τους.

— Μην ανησυχείς γερόντισσα, είπε ο Γιώργης, δε θ’ αργήσουμε να φτάσουμε εκεί που θέλεις. Η θάλασσα είναι με το μέρος μας.

— Δεν βιάζομαι τώρα, παλληκάρι μου, είπε απλά.

— Τώρα πέρασε ο κίνδυνος, απόσωσε κι ο Μανούσος.

— Πέρασε; ρώτησε τρέμοντας η Ηράκλεια.

— Πέρασε Ηράκλεια, πέρασε, είπε καθησυχαστικά ο Αρβανίτης.

     Ο Γιώργης ένοιωσε πως το κορίτσι κρύωνε κι έκαμε να βγάλει το πανωφόρι του να της το φορέσει. Μα δεν τ’ αποφάσισε. Ο νους του πήγε σε μια άλλη, ολόγυμνη αυτή, κοπελιά, που κρυώνει και κακοπερνά χρόνια τώρα, δίχως πανωφόρι. Την αγαπητικιά του, όπως του άρεσε να τη λέει, τη Λευτεριά. Και τρόμαξε για τη λύπηση που ’νοιωσε γι’ αυτή την άγνωστή του κοπελιά, που δεν ήξερε, από πού κρατά η σκούφια της. Μα όπως την έβλεπε, του φάνηκε ολόιδια η Λευτεριά. με μόνη διαφορά, πως ήτανε ντυμένη.

-        Ας είσαι καλά, γερόντισσα, ακούστηκε η φωνή τού Μανούσου. Και να με συμπαθάς που σε ρωτώ, μα παράξενο μου φαίνεται λιγάκι, ποιος σου ’δωσε την άδεια να φύγουμε;

-        Ο Μουρούζης, ο μεγάλος διερμηνέας του Σουλτάνου.

-        Ο... ο Μουρούζης; ρώτησε έκπληκτος ο Μανούσος, ενώ ο Γιώργης τέντωσε τ΄ αυτιά του για ν’ ακούσει καλύτερα.

— Ναι ο Μουρούζης… απάντησε ήρεμα η μοναχή. Κι η κοπελιά αυτή είναι ορφανή και μου την εμπιστεύτηκε,  Ηράκλεια τ’ όνομά της.

— Και ποια ’σαι τού λόγου σου κι έχει πέραση ο λόγος σου στον Μουρούζη; Ξαναρώτησε ο Μανούσος.

Η μοναχή σαν να ταράχτηκε και σκέφτηκε να μη μολοήσει την αλήθεια. Μα δεν το μπόρεσε.

        Εγώ ’μαι η μεγάλη κόρη του Δασκαλογιάννη, φώναξε. Για να συμπληρώσει αμέσως μετά.  Θα ‘χετε ακουστά…

— Τί; Ποιά; έβαλαν φωνή και κρεμάστηκαν στο λαιμό της κι έγιναν κι οι τρεις ένα κουβάρι. Η μοναχή τα ’χασε…

— Είσαι η χαμένη μας θεία η Μαρία! φώναξε με μια φωνή σπασμένη χίλια κομμάτια, ο Γιώργης.

— Θεία, Θεία μας! κραύγασε ο Μανούσος.

Η γερόντισσα δεν άντεξε τόση χαρά. Έσυρε φωνή μεγάλη και λιποθύμησε.  Η Ηράκλεια άρχισε να ξεφωνίζει κι Ο Ζερβονικόλας κουνούσε πάνω κάτω τα τεράστια χέρια του, μην μπορώντας να τα κουμαντάρει. Την συνέφεραν με κόπο, κάθισαν  σε μια γωνιά κι άρχισαν να λένε τα δικά τους.

     Είχε φτάσει πια ή νύχτα, άλαφροπάτητη κι έκαμε κατοχή στον κόσμο, όπως ορίζει ο Μεγαλοδύναμος. Κι ο ουρανός άναψε το πολυκάντηλό του, πάνω απ’ το σφακιανό καράβι, που ταξίδευε μοναχό για το Αιγαίο, φορτωμένο με μνήμες σταυρωμένες πάνω σε βαθιές ρίζες.

 

                                                            ***

 

     Ποιος είπε πως βουνό με βουνό δε σμίγει; Πού το ’λπιζε πώς ύστερα από πενήντα χρόνια, θ’ αντάμωνε τους συγγενείς της; Το αίμα της.! Τα παιδιά τού Αντρέα, του μοναδικού απ’ την Οικογένειά τους, που σώθηκε απ’ το χαλασμό… Αυτά σκέφτεται λίγες μέρες μετά η Μαρία,  καθισμένη στο πεζούλι του μοναστηριού της Παναγίας που είχε ταχτεί να πάει... Δίπλα της ο Γιώργης κι η Ηράκλεια,  που τους είχε αρραβωνιάσει μόλις έφτασαν στο νησί, κουβεντιάζουν.

—Θα σηκωθεί τώρα κι η Κρήτη,  Γιώργη! φωνάζει η Μαρία.

— Ναι θεία! Δεν θ’ αργήσει, μπορεί και να σηκώθηκε κιόλας! Λευτεριά, Λευτεριά, Λευτεριά, θεία!

      Έτσι που ακούει τον ανηψιό της να μιλεί, της φάνηκε πως άκουε τον ίδιο τον πατέρα της. Πόσο περήφανη ένοιωθε!

— Η Κρήτη έχει γεμίσει Δασκαλογιάννηδες! Μπορεί να έγδαραν τον Δάσκαλο ζωντανό στο Κάστρο, μα το μαρτύριό του μας φόρτωσε μ’ ένα χρέος, που πρέπει να πλερώσουμε, είπε ο Γιώργης.

— Ναι άρχοντά μου, ναι τζελεπή μου, ένα χρέος…, η απάντησή της.

     Ναι! Να συνδράμει όσο μπορεί τον ανηψιό της, την Κρήτη, το δικό της χρέος από τώρα κι ύστερα…  Ίσως έτσι βρει την ανάπαυση που ζητά. Μα πώς; Πώς;  Ωστόσο λέει πολλά ο Γιώργης. Για τη Λευτεριά, για το αίμα που θα χυθεί… Μα ή Μαρία δεν προσέχει πια. Ο νους της ταξιδεύει...

     Η Ηράκλεια νιώθει τα μάτια της να βασιλεύουν… Νιώθει  ένα παράξενο φόβο, γι’ αυτά που ακούει. Σκοτωμούς… Χρέη... Σηκωμούς! Αυτή πεθυμά μια ήσυχη νοικοκυρίστικη ζωή, κοντά στον άντρα της. Να κυβερνά το σπιτικό της, να κάνει παιδιά, να τα δει να μεγαλώνουν, αυτό θέλει… 

     Ο Γιώργης σα να διάβασε τη σκέψη της, σταματά να μιλά. Πηγαίνει κοντά της. Την κοιτάζει ίσια στα μάτια. Ναι, έτσι τη φανταζότανε τώρα τη Λευτεριά. Μια αρραβωνιασμένη κοπελιά, που ’χει το χρώμα του σταριού. Δίχως τσεμπέρι, με τα μαλλιά χυτά στους ώμους, με μια ελιά στο πηγούνι. Να ’χει την αγκαλιά της ορθάνοιχτη και να τον καλεί με μια ψιλή - ψιλή φωνίτσα, γλυκιά σαν αμαρτία: «Έλα.. Έλα…» Κι εκείνος  να νοιώθει το κορμί σου να λύνεται, να βουλιάζει μέσα σε μια γλύκα δίχως τελειωμό.

     «Θα ’ρθει άραγε μια τέτοια μέρα;» σκέφτεται ο Γιώργης. Για να της πει αμέσως μετά με σιγουριά.

— Θα ’ρθει ο καιρός, Ηράκλεια, που θα μπορούμε να διαφεντεύομε το χώμα μας, και να έχουμε το σπίτι μας, έτσι, όπως το πεθυμάς. Μα για να γίνει αυτό χρειάζεται αγώνας και αίμα πολύ… Για να της πει αμέσως μετά σαν φταίχτης…

— Δεν φταίω εγώ, αν γεννηθήκαμε χρεωμένοι.

     Η Ηράκλεια σωπαίνει μα έχουν γίνει βρύσες τα μάτια της…

     Γλυκιά που ’ναι η ζωή εδώ, σκεφτόταν, το ίδιο βράδυ, ο Γιώργης. Μακριά απ’ τον πόλεμο, μακριά απ’ τούς σηκωμούς, μακριά απ’ τον θάνατο. Κοντά σε μια κοπελιά, που αστράφτει σαν ήλιος, που φέγγει σαν τον αυγερινό. Μα και πάλι, πώς μπορεί αυτός, που οι άλλοι τον ονομάτισαν Τσελεπή, να μένει άπραγος, σ’ ένα νησί τού Αιγαίου, την ίδια ώρα που οι σημαίες της Επανάστασης έχουν ξεδιπλωθεί στο Μοριά; Την ίδια ώρα που ή Κρήτη σάλπιζε προσκλητήριο;

 

                                                                 ***

      Όχι! Ο Γιώργης δεν μπορούσε ν' αγνοήσει το κάλεσμα. Έτσι άφησε την αρραβωνιαστικιά του  στο νησί, κοντά στη θεία του, και πήγε μ’ άλλο πλοίο στη Σάμο, για να πάρει μαζί του κι άλλους Κρητικούς απ’ τη Μικρασία και να τους πάει στα Σφακιά, για να συνδράμουν την εξέγερση. Η αγάπη για την πατρίδα ήταν κάτι πιο τρανό, απ’ τον έρωτα που ’νοιωθε για την Ηράκλεια.

— Έτσι έπρεπε να γίνει Ηράκλεια, παρηγορούσε την κλαμένη κοπελιά ή Μαρία.

Μα ούτε που με φί... φίλησε, είπε μισοκλαίγοντας η κόρη, κι έγινε κόκκινη σαν βιόλα.

— Ε! για να σου πω. Τι το πέρασες το φιλί, έτσι δίχως στεφάνι; της φώναξε, χαμογελαστή, ωστόσο η Μαρία και θυμήθηκε τη ράτσα της. Μπορεί κι ένα βουβό δικό της έρωτα, μ’ ένα αγέλαστο καπετάνιο, που δεν πρόλαβε να ανθίσει…

— Ας μ’ έπαιρνε μαζί του. . . είπε με λυγμούς.

— Θα ’σουν βάρος…  Μη βαρυγκομάς…  Θα γυρίσει… Θα δεις που θα γυρίσει και θα σε πάρει… Είναι Σφακιανός! Ξέρεις τί πάει να πει Σφακιανός, Ηράκλεια;

— Δεν ξέρω…

— Πού να ξέρεις, βέβαια, εσύ… Ο  Σφακιανός όταν δώσει λόγο, δεν κάνει πίσω. Σαν τον πατέρα μου, τον Δασκαλογιάννη!

— Μα δεν υπάρχει κίνδυνος;

— Πόλεμος είναι Ηράκλεια!  Πόλεμος! Ἐνα φαρμακιάρικο θεριό είναι ο πόλεμος… Μα όλα θα πάνε καλά, θα δεις… Ωστόσο εσύ δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις  από το να του χαρίζεις την έγνοια σου. Είναι χρεωμένος!

— Κι αυτός μου ’πε την ίδια, λέξη… Τί πάει να πει χρεωμένος;

— Χρεωμένος είναι, είπε ύστερα από πολλή σκέψη η Μαρία, όποιος ζει, χάρις στο αίμα που ’χυσε ένας άλλος…  Όποιος έχει αγοράσει τη ζωή του με αίμα. Το αίμα αυτό του φωνάζει μερόνυχτα και δεν τον αφήνει να κοιμηθεί.

— Είσαι κι εσύ χρεωμένη, γερόντισσα…

— Εγώ κι αν είμαι, παιδί μου. . .

     Σώπασαν για λίγο.

— Να μπορούσα να του ’στελνα ένα γράμμα...,  είπε ξαφνικά, σκουπίζοντας τα μάτια της,  η Ηράκλεια.

—Ε! Αυτό είναι εύκολο! φώναξε ή Μαρία και άστραψαν τα μάτια της, από μια σκέψη που έκανε. Μια σκέψη που τη γέμισε χαρά και περηφάνια. Τόση χαρά και τόση περηφάνια που με δυσκολία κρατήθηκε να μη σηκωθεί και ν’ αρχίσει να φωνάζει… «Είμαι η Μαρία σου, πατέρα, η Μαρία σου! Η Μαρία που ύφανε τη σημαία του δικού σου Σηκωμού, η Μαρία σου!»   

     Η Ηράκλεια είδε αυτή τη λάμψη, κατάλαβε πως κάτι το μεγάλο γίνηκε μέσα της, αντιφέγγισε και το δικό της πρόσωπο.

— Πώς γερόντισσα; Πώς; ρώτησε μ’ αγωνία.

Πώς… Πως…   Να!   O Αρβανίτης μου, o Ζερβονικόλας!  Θα τον στείλω στη Σάμο να βρει το Γιώργη… Θα πάρει μαζί του είκοσι άντρες και θα πάει…  Με δικά μου έξοδα! Έχω τον τρόπο μου… Κι από κει, όλοι μαζί για την Κρήτη.. Αμέσως!  Και πού ξέρεις! Μπορεί κι εγώ μια μέρα να πάω

— Μα θα δεχτεί ο Ζερβονικόλας να πάει, γερόντισσα; ρώτησε με αγωνία η κοπελιά.

— Θα δεχτεί Ηράκλεια... Δεν μπορεί παρά να δεχτεί... Μέχρι τον λαιμό είναι χρεωμένος κι αυτός, μέχρι τον λαιμό…