«Τότε οι πόλεις χάνονται, όταν δεν µπορούν να ξεχωρίσουν τους κακούς από τους καλούς». Τάδε έφη Αντισθένης, ο Έλληνας φιλόσοφος που έζησε τον 5ο π.Χ. αιώνα! Ίσως και να µην ακούγεται αισιόδοξο η παραπάνω εισαγωγή ως µέρος ενός τελευταίου κειµένου πριν κλείσει η στήλη για τις καλοκαιρινές της διακοπές! Όµως πώς να το κάνουµε; Υπάρχουν φορές που οι λέξεις ή οι φράσεις -καλή ώρα- έρχονται και σε βρίσκουν εκεί που βρίσκεσαι! Και µοιάζουν σαν σανίδα σωτηρίας πάνω στις οποίες οφείλεις να πιαστείς! Στη περίπτωσή µας, κάπως µεταφυσικά(;), κάπως φυσιολογικά(;), τούτη η φράση του ιδρυτή της Σχολής των Κυνικών, ήρθε αυτόµατα πριν ακόµη πληκτρολογήσω οτιδήποτε άλλο για τις ανάγκες του σηµερινού κειµένου!
...Για ποια πόλη άραγε να µιλούσε στην εποχή του ο Αντισθένης!
Ισχύει άραγε η παραπάνω ρήση, σήµερα!
Αν οι αρχαίοι σοφοί -που βρίσκουν ακόµη και σήµερα πολύ ισχυρούς υπερασπιστές- έχουν δίκιο, τότε ποιοι µπορεί να είναι οι σηµερινοί καλοί και κακοί τούτης της… πόλης;
Αφήνω εδώ τούτο το ερώτηµα! Και αν κάποιοι καταφέρουν να το απαντήσουν, πάλι η ουσία δεν θα αλλάξει· οι πόλεις χάνονται!
Κάποιοι λένε ότι µεταβάλλονται!
Κάποιοι άλλοι ότι εκσυγχρονίζονται!
Ίσως όλοι αυτοί τελικά να έχουν δίκιο, όπως δίκιο έχει και ο Αντισθένης!
Ναι, αφήνω εδώ το ερώτηµα «ποιοι µπορεί να είναι οι σηµερινοί καλοί και κακοί τούτης της… πόλης;».
Και... αντί οποιασδήποτε απάντησης αφήνω επιπλέον τον υπέροχο λόγο ενός ποιητή, από εκείνους τους πολύ σπουδαίους, τους -δυστυχώς άγνωστους στους νεότερούς µας- του δικού µας αείµνηστου Γιώργη Μανουσάκη!
Γιατί τι πιο φυσικό, και τα λόγια του ποιητή όπως τα αρθρώνει στο ποίηµά του “Αµετακίνητος µετανάστης”, ήρθαν και µε βρήκαν καθώς έγραφα το παρόν!
Και αυτό καθόλου τυχαίο δεν είναι!
Μας λέει ο Γιώργης Μανουσάκης:
«Σε τούτη την πόλη γεννήθηκα./ Φλέβες µου οι δρόµοι της/ η ιστορία της αέρας που αναπνέω./ Κάθε γωνιά της κι ένα φάσµα µνήµης./ Πόλη σε µέτρα ανθρώπινα./ Εδώ θα µείνω -τ’ αποφάσισα- ολοζωής/ κάτω από τα φτερά της θα ονειρεύοµαι./ Οµως ποια Κίρκη τη µεταµορφώνει;/ Τα σπίτια της ένα-ένα την εγκαταλείπουν/ κι οι άνθρωποι αλλάζουν πρόσωπα/ σαν να ’ταν µάσκες./ Πίσω απ’ τον πάγκο/ δε χτυπά σφυρί ο τσαγκάρης/ στου καφενείου το βάθος δεν ηχεί λαγούτο./ Κοπάδια οι ξένοι, µπαινοβγαίνουνε στα tourist shops./ Σιγά κι αθόρυβα γλιστρά και φεύγει η πόλη./ Εκείνοι που την κατοικούσαν/ στρέψαν οριστικά την όψη προς το Μέγα Σκότος./ Στη θέση της ορθώθηκε µια πόλη/ σκληρή κι αγέλαστη, ύπουλη και φαντασµένη./ Σε ξένη πόλη σέρνω τώρα τη ζωή µου».

Χανιώτικα νέα (Τετάρτη, 22.7. 2026)