Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΙΑΦΟΡΑ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ: ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ * 

(Ένα διήγημα, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη,  για τον Θοδωρομανόλη τον πρόγονο του Μίκη Θεοδωράκη, που πίστευε ότι από τη μισερή ζωή, καλλιά είναι ο θάνατος) 






Ή μέρα αναμάζωνε τους ύστερους απλοκαμούς της απ’ τα ψηλώματα κι ο Θοδωρομανόλης, ορθός απ’ ώρα στην ξώπορτα του σπιτιού του, αφρουκαζότανε τη μαύρη αναπνιά της νύχτας γύρω του. Και πρώτη φορά στη ζωή του ένοιωθε μια παράξενη χαρά για τον ερχομό της. Άλλες βραδιές, με το λιοβασίλεμα, κλειδωμαντάλωνε τα πορτοπαράθυρα κι έπεφτε σε συλλογή. Προπάντων απ’ τον καιρό που παντρεύτηκε, ένα χρόνο τώρα. Μ’ απόψε δεχόταν τη νύχτα σαν έναν παραξηγημένο φίλο, που έφτασε πια ο καιρός να μονιάσουν. Και στενοχωριόταν που ο φίλος αυτός αργούσε.

«Να βρωμέσει θέλει ο χορός του απόψε», μουρμούρισε γι’ άλλη μια φορά κι ο νους του δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ την απρόσμενη συνάντηση που ’χε τ’ απόγευμα, με τον Αγά του Πανωχωριού. Αυτός ο Εμίν - αγάς Βέργερης, που καταγόταν από Φραγκάρχοντες εξωμότες, ήταν ο φόβος κι ο τρόμος στη περιοχή των Πίσω Χωριών του Σελίνου. Είχε γλυτώσει ο σκύλος απ’ το μαχαίρι του Χατζή Οσμάν Πασά του Πνιγάρη και τώρα έκανε ό, τι μπορούσε για να δείξει την απανθρωπιά του. Οι Χριστιανοί δεν όριζαν ούτε περιουσία, ούτε τιμή, ούτε ζωή. Δεν το ’χε σε τίποτα να βάνει στο σημάδι τους Χριστιανούς που περνούσαν κοντά απ’ τον πύργο του. Μα η μεγάλη του αδυναμία ήταν να καλεί σε γλέντια τις γυναίκες και να τις βάνει να χορεύουν ολόγδυμνες.

Όταν άκουε κ’ έβλεπε αυτά κι άλλα χειρότερα καμώματα ο Θοδωρομανόλης, η καρδιά του μάτωνε. Κι όσο κι αν του ’χαν μάθει να φοβάται τους Τούρκους, αυτός δεν ένοιωθε φόβο. Μίσος μόνο για τη μισερή ζωή, που ’ταν αναγκασμένος να ζει, ένοιωθε. Πόσες φορές δεν σκέφτηκε πως απ’ τη μισερή ζωή, χίλιες φορές καλύτερος είναι ο θάνατος! Έτσι του ερχόταν κάθε φορά που τον έβλεπε, να χυθεί πάνω του και να τον πνίξει. Μα πάντα την τελευταία στιγμή δείλιαζε. Μια φωνή του ’λεγε μέσα του: «Σκότωσε τον τον κακούργο κι ό, τι γενεί». Μα μια άλλη φωνή τ’ απαντούσε: «Κι ύστερα;» Αυτό το ύστερα, που ’ξερε βέβαια ποιο θα ’ταν, φοβόταν. Κι έκανε υπομονή...

Όμως, μετά απ’ τη σημερνή τους συνάντηση, το πήρε απόφαση. Γύριζε στο σπίτι του απ’ τον Ομαλό, όταν τον απάντηξε.

Έλα, Μανόλη, απόψε στο Ζουρίδω, βάστα και τη λύρα σου, πάρε και τσι ξαδέρφες σου, μαζί με τη χήρα.

Άναψε όταν άκουσε απ’ τον αγά αυτά τα λόγια. Μα τι να κάμει; Γλύκανε τη φωνή του. – Δεν έχω ’γώ ξαδέρφες παρά τη γυναίκα μου, και γυναίκες απαλλαγές δεν τσι θέλεις στο χορό.

Ακούς είντα σου λέω; του φώναξε ο αγάς.

Έκανε πως δεν άκουσε, μα ο Έμίν του φώναξε πιο δυνατά.

Άκουσες, είντα σου παράγγειλα;


Του ’ρθε το αίμα στη κεφαλή. Έκανε να χυμήξει πάνω του και να τον ξεσκίσει με τα νύχια του. Μα ’βαλε όλη του τη δύναμη, να μην αποφανεί.

Ό, τι ορίζεις, αγά μου, είπε τάχα ταπεινωμένος.

Μα μόλις ο αγάς έφυγε, μουρμούρισε μέσα στα δόντια του με λύσσα: «Να βρωμέσει θέλει ο χορός σου, απόψε!»

Απ’ εκείνη την ώρα πήρε την απόφασή του. Είχε φτάσει πια ο κόμπος στο χτένι. «Αυτός ο χορός θα ’ναι κι ο τελευταίος του… Να κλάψουν θέλει οι Τουρκάλες απόψε!». Τα που σκέφτηκε. Έκανε ένα μεγάλο περίπατο για να το συλλογιστεί ξανά. Μπαίνοντας στα Μαραγκιανά, είδε ένα γέροντα γείτονα του να ξεπεζεύει απ’ το γαϊδουράκι του και να προσκυνά με σεβασμό ένα Τούρκο. Αναστέναξε. «Δε θα γυρίσει και σε μας σκύλοι; Ως πότε θα ορίζετε τον τόπο μας και την ψυχή μας, ως πότε θα ζούμε μια ζωή μισερή;» Συλλογίστηκε.

Όταν με το λιοβασίλεμα έφταξε στο σπίτι του, ήταν αμίλητος. Δεν έβγαλε άχνα στη γυναίκα του. Ούτε χάιδεψε το γιό του που ήταν τριάντα μερών, όπως συνήθιζε. Ξεκρέμασε το ντουφέκι απ’ τον τοίχο, το πέρασε στο ζερβί του ώμο, πήρε και τη λύρα με τ’ άλλο και πήγε και στάθηκε στην ξώπορτα και κοίταζε όξω. Η γυναίκα του δεν του μίλησε. Τον είχε μάθει δα καλά, ένα χρόνο τώρα, που ήταν παντρεμένοι. Γιατί συχνά την είχε συνηθισμένη σε τέτοια καμώματα. Κι αυτός όσο ’βλεπε τη μέρα να σώνεται, τόσο η καρδιά του πήγαινε να σπάσει απ’ την προσμονή. «Να βρωμέσει θέλει ο χορός σου απόψε», μουρμούρισε.

Έκανε να δρασκελίσει το κατώφλι, μα κοντοστάθηκε. Δεν του ’κανε καρδιά να φύγει απ’ το σπίτι του σαν κλέφτης, που ένας Θεός μόνο ξέρει αν το ξανάβλεπε. Γύρισε τα μάτια κ’ είδε τη γυναίκα του γονατισμένη ν’ αλλάζει το παιδί στο σκαφίδι. Κι’ ένοιωσε μια παράξενη πεθύμια και για τους δυo τους. Μια αγάπη ίσαμε τον ουρανό! Μα μπόρεσε κι έκαμε καλά την καρδιά του.

Πρέπει να φεύγω, γυναίκα, είπε όσο μπορούσε πιο ήρεμα.

Που θα πάεις τέτοια ώρα, Μανόλη; ρώτησε αλαφιασμένη η γυναίκα και γύρεψε τα μάτια του.

Ο Μανόλης έκανε πως περιεργαζότανε τη λύρα.

Σε γλέντι, μη ρωτάς περισσότερα, είπε κοφτά.

Απ’ την ώρα που ’ρθες σε βλέπω σε μεγάλη ταραχή. Είντα ’χεις; ρώτησε η γυναίκα και πήρε το μωρό που ’κλαιγε στα χέρια της και του ’δωσε το βυζί της για να ησυχάσει.

Ο Μανόλης δεν αποκρίθηκε. Πήγε μόνο και στάθηκε από πάνω της.

Να ’χεις το νου σου. Άκουσα πως αυτός ο σκύλος, ο Εμίν αγάς, γυρεύει να σε σκοτώσει, ξανάπε φοβισμένη η γυναίκα. 

Γι’ αυτό σκας του λόγου σου; Δεν τον έχω εγώ πειράξει. Άλλοι πρέπει να φοβούνται, είπε πικρογελώντας.

Χάιδεψε ύστερα με το ζερβί χέρι το παιδί στο κεφαλάκι κι απομακρύνθηκε με μικρά βήματα.

Έχετε γεια, γυναίκα!


Ο Θεός μαζί σου! αποκρίθηκε αυτή και τα ολόγρα μάτια της τον ακολούθησαν μέχρι που χάθηκε η φανιά του στο δρόμο.

******************

Η νύχτα τύλιξε γκαρδιακά το στημονερό αψηλό κορμί του Θοδωρομανόλη στη δροσουλιασμένη της αγκαλιά. Πάνω του ο ουρανός, περβόλι φυτεμένο με τάξη και μαστοριά απ’ τα χέρια του Μεγάλου Ζευγά, συντρόφευε τα ζάλα του που τάχαιναν ολοένα κ’ έκαναν τα ογρά φύλλα του μονοπατιού να τριζοβολούν σαν πεθαμένα. Σαν έφταξε κοντά στη βρύση ο νους του πήγε στη συχωρεμένη τη λάλη του που του ’λεγε συχνά σαν ήταν μικρός το τραγούδι του Άη Γιώργη. Μιλούσε το τραγούδι αυτό για ένα στοιχειό, που ’χε κάμει κατοχή μια νερομάνα και δεν άφηνε να ποτίζεται η πολιτεία. Για να μη ποθάνουν οι άνθρωποι απ’ τη δίψα, δέχτηκαν να στέλνουν ταχτικά στο θεριό ένα νέο ή μια νέα για πεσκέσι. Μόνο έτσι άφηνε το στοιχειό να κατεβαίνει το νερό στην πολιτεία. Κι ύστερα, λέει, ήρθε κ’ η σειρά της μοναχορηγοπούλας να τη φάει το θεριό. Μα δεν πρόλαβε. Ένας λεβεντονιός καβαλάρης, ο Άη Γιώργης, π’ άστραφτε σαν ήλιος, το σκότωσε, γλύτωσε την κοπελιά κι απάλλαξε την πολιτεία απ’ το κακό…

Έτσι που συλλογιζόταν το τραγούδι, ένοιωσε λιγάκι τον εαυτό του σαν Άη Γιώργη, που πάει να γλυτώσει τον τόπο απ’ το θεριό ο Θοδωρομανόλης. Γέλασε. Θυμήθηκε πως όταν του πρωτόπε η λάλη του το τραγούδι αυτό, ζήλεψε τον Άγιο. Πόσο το ’θελε να βρισκόταν αυτός στη θέση του Άη Γιώργη να σκοτώσει το θεριό! Κ’ ήξερε από τότες πως το θεριό δεν ήταν άλλος, απ’ τον Τούρκο αγά, που τυραννούσε τους Χριστιανούς. Κ’ η νερομάνα, δεν χωρούσε άλλη κουβέντα, ήταν η Λεφτεριά. Πέρασαν όμως τα χρόνια και δεν ξανασκέφτηκε σαν Άη - Γιώργης. Συνήθισε κι αυτός στη μισερή ζωή όπως κι οι άλλοι.

Μ’ απόψε, που πήγαινε να σκοτώσει τον αγά, ναι, ξανάνιωθε πως είναι ο Άγιος ο λεβεντονιός, όπως τότε που ήταν μικρός. Κι ας ήξερε ποιο θα ’ναι το δικό του τέλος. Ο θάνατος. Όχι, δε στενοχωριόταν για τον εαυτό του. Το ’χε πει τόσες φορές. «Απ’ τη μισερή ζωή, χίλιες φορές καλλιά ’ναι ο θάνατος.» Κι όμως, όπως σκεφτόταν τη γυναίκα του χήρα, το γιό του ορφανό, ένοιωθε ένοχος. Τι χρωστούσαν αυτοί, μα κι όλο του το σόι του, να κακοπάθουν απ’ τη δική του κουζουλάδα; Μα κι αυτός γιατί να πάει πάνω στον ανθό της νιότης του, σαν το σκύλο στ’ αμπέλι; Δεν έβλεπε τους άλλους που κατέβαζαν χαμηλά τη μούρη και δε μιλούσαν; Για ποιο λόγο να κάνει αυτός τον καπετάνιο; Δεν υπήρχαν τόσοι και τόσοι άντρες στο Σέλινο, που το ’λεγε η καρδιά τους, κι όμως έκαναν υπομονή; Ας έκανε κι αυτός… Ύστερα, έτσι θα μπορούσε να φανεί πιο χρήσιμος, όταν θα ’ρχόταν η ώρα… Που θα ’ρχόταν! Αυτό το ’ξερε. Κάτι ’χε παρμένο τ’ αυτί του. Κάτι ετοιμάζανε οι Ρωμιοί. Υπομονή λοιπόν. Γιατί να πήγαινε άδικα;

Πώς θα τα βόλευε, όμως, απόψε με τον Εμίν αγά; Τι θα του ’λεγε, που δεν πήγε στο γλέντι τις ξαδέρφες του και τη χήρα; Ε! 'Όσο γι’ αυτό θα ’βρισκε ένα τρόπο να τα μπαλώσει. Κ’ ύστερα θα ’σφιγγε την καρδιά του, θα ’παιζε αυτός τη λύρα του κι ας έβλεπε ό, τι έβλεπε. Σάμπως η, δική του γυναίκα κι οι ξαδέρφες του θα ξεφτυλίζονταν;


Στο κάτω κάτω τι τον ένοιαζε αυτόν; Το μόνο που τον ενδιέφερε για την ώρα, ήταν να τα μπαλώσει με τον Εμίν αγά. Να ζήσει…

Ντράπηκε, που σκεφτόταν έτσι τώρα. Κι ο Άη - Γιώργης που σκότωσε το θεριό; Κι η μισερή ζωή που ’ταν αναγκασμένος να ζει; Κι οι ξεφτυλισμοί; Ε, καλά τώρα! Όσο μισερή κι αν είναι η ζωή, κακά τα ψώματα, καλλιά ‘ναι απ’ το θάνατο. Κι ύστερα αυτός θα νοιώθει πάντα το ίδιο μίσος, μπορεί και παραπάνω για τους Τούρκους. Δε θα τουρκέψει αυτός! Δε θα το κάμει σαν τους Χριστιανούς άλλων χωριών, που επειδή δεν άντεχαν τα βασανιστήρια των Τούρκων, αφού μαντάλωσαν τα πορτοπαράθυρα των εκκλησιών, αλλαξοπίστησαν κ’ έγιναν χειρότεροι απ’ τους Τούρκους. Όχι! Αυτός πάντα θα πιστεύει στο Χριστό. Κι αν δε σκοτώνει τον αγά, δεν το κάνει γιατί λυπάται τη ζωή του, όχι, μα γιατί περιμένει τη μεγάλη ώρα!

Θα ’χε φτάξει, ίσαμε διακόσιες δρασκελιές απ’ το σπίτι, που ’καναν το γλέντι τους οι Τούρκοι, όταν άκουσε τα χάχαρα και τις φωνές τους. Κι όσο κόντευε, τόσο τα γέλια και τα ξεφωνητά γίνονταν πιο τρανταχτά. Ξεκαθάριζαν κιόλας τα λόγια τους. «Αργεί ο σκύλος ο Θοδωρομανόλης και δεν κάνουμε δουλειά…» Σα να πήρε τ’ αυτί του τη φωνή του Εμίν αγά. «Κουράγιο Μανόλη!», συλλογίστηκε. « Ό, τι και να δεις απόψε, ό, τι και ν’ ακούσεις, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις. Είπαμε. Απ’ το θάνατο καλλιά ’ναι η ζωή, κι ας είναι μισερή. Η λύρα αυτή θα ’ναι που θα στραβώσει τους ζορμπάδες», σκέφτηκε και γύρισε να τη δει. Μα τα μάτια του καρφώθηκαν στο ντουφέκι. Τι να ’κανε τώρα μ’ αυτό; Αν τον έβλεπε Τούρκου μάτι, ούτε λόγος. Θα τον σκότωνε αμέσως.

Ξαφνικά μια ιδέα άστραψε μέσα του. Δίπλα στην πόρτα είδε μια συκιά. Σκαρφάλωσε με προφύλαξη πάνω και άφησε το ντουφέκι όμορφα όμορφα ανάμεσα στα κλαδιά. Κατέβηκε με προσοχή, πήρε τη λύρα, που την είχε παρατήσει κατάχαμα, και μπήκε κάνοντας όσο μπορούσε τον αδιάφορο στο σπίτι. Μα, Θε μου! Τι ’ταν αυτό π’ αντίκρισαν τα μάτια του! Ακουστά ’χε μα δεν το πίστευε. Καμιά δεκαριά γυναίκες τρομαριασμένες, ολόγδυμνες, χόρευαν πανω στο ρόβι, που ’ταν σκορπισμένο στο σανιδένιο πάτωμα. Κι ήταν σα ν’ ακλουθούσαν σε κηδεία. Στην άκρη, καθισμένοι σε παχιά μαξελάρια, τρεις Τούρκοι, έχοντας στη μέση τον Εμίν αγά, βαρούσαν παλαμάκια και χαχάνιζαν τρανταχτά, κάθε φορά που μια γυναίκα γλιστρούσε κ’ έπεφτε. Ο Μανόλης δάγκασε τη γλώσσα του να μη ξεφωνίσει, γι’ αυτό το ξεφτύλισμα. Κι αμέσως ο νους του πήγε στον Άη Γιώργη που σκότωσε το θεριό... 

Καλώς σας βρήκα αγάδες, είπε όσο πιο ταπεινά μπορούσε κι έκαμε ένα τεμενά, π’ άγγιξε το χώμα.

Να σταματήσει το ζεύκι, πρόσταξε ο Εμίν αγάς.

Οι γυναίκες τρομαριασμένες σταμάτησαν το χορό, στοιβάχτηκαν σε μια γωνιά και προσπαθούσαν να κρυφτεί η μια πίσω απ’ την άλλη. Ο Μανόλης ένοιωσε τα μάτια των γυναικών να ψάχνουν μ’ απελπισία τα δικά του.

Μοναχό σε θωρώ να ’ρχεσαι και δεν μ’ αρέσει, άκουσε βαριά τη φωνή του αγά.

Συμπάθα με αγά μου, τ’ απολογήθηκε μπρουμουτισμένος ακόμη. Κατέχεις την εκτίμηση που σου ’χω. Μα η γυναίκα μου είναι ασαράντιστη ακόμη και δε βγαίνει απ’ το σπίτι.


Κι οι ξαδέρφες σου με τη χήρα, μωρέ; Ξέχασες την παραγγελιά μου;

Ο Μανόλης κατάλαβε πως ο αγάς ήταν στα κέφια του.

Μακάρι να τσ’ όριζα, αγά μου, είπε με ταπείνωση. Μα ’χουνε αφεντάδες, αδέρφια...

Σε ποιό μωρέ θαρρείς πως τα λέεις αυτά; Να συχωράς που δεν θέλω να χαλάσω το γλέντι. Την άλλη φορά όμως, βάλ’ το καλά στο νου σου, το γλέντι θα γενεί στο σπίτι σου!

Τρόμαξε ως να τ’ ακούσει ο Μανόλης. Μα δεν αποφάνηκε.

Όπως ορίζεις, αγά μου…

Πολύ αέρα έχετε πάρει τελευταία, μπρε ταβλόπιστοι! Μα θα σας βάλω ’γώ στο δρόμο σας. Άντε! Πιάσε τη λύρα. Ομπρός, να ξαναρχίξει το ζεύκι.

Έπιασε ο Μανόλης με βαριά καρδιά να παίζει τη λύρα. Κ’ οι γυναίκες κίνησαν πάλι το χορό σαν αλλοπαρμένες.

Άναντρανιστά, μπρε! ούρλιαζε ο Εμίν αγάς.

Οι γυναίκες έπεφταν, σηκώνονταν, ξανάπεφταν, ξανασηκώνονταν και το σπίτι τρανταζόταν απ’ τα χάχαρα και τα ξεφωνητά των Τούρκων. Συχνά πυκνά, άπλωναν τις τριχωτές χερούκλες τους και πασπάτευαν τα ξεπνοϊσμένα κορμιά των γυναικών. Κι όσο απόφευγε ο Μανόλης να βλέπει αυτά τα καμώματα, τόσο ένοιωθε το κορμί του τρυπημένο, απ’ τις φοβισμένες ματιές των γυναικών.

Έγώ διαλέγω την ξαθιά γι’ απόψε… Πάρτε και σεις, μπρε, όποια θέλετε, είπε νυσταγμένα ο Εμίν αγάς.

Άστες να χορέψουνε ακόμη λιγάκι Εμίν αγά, τον παρακάλεσε ο ξεδοντιασμένος γέρος, που καθόταν στ’ αριστερό του πλάϊ.

Έβαλαν τα γέλια οι άλλοι δυο κι άρχισαν να πειράζουν τον αγά που μίλησε.

Παραγέρασες μπρε Χουσεΐν! Μόνο να ξανοίγεις μπορείς μπλιο… Μα ας σου κάνουμε το κέφι.

Ο Μανόλης έπαιζε τη λύρα και δε μιλούσε. Μα ’νοιωθε τόση σιχασιά γι’ αυτά που ’βλεπε απόψε! Ναι, δεν ήταν καμμιά συγγενοπούλα του σ’ αυτό το χορό. Είχε καταφέρει να μη φέρει τσι ξαδέρφες του και τη χήρα. Μα ως πότε; Ο αγάς του ’πε πως την άλλη φορά ο χορός θα γινόταν στο σπίτι του. Όσο περνούσε η ώρα, ωστόσο, τόσο ένοιωθε τα μάτια των γυναικών καρφωμένα απάνω του. Κι ας απόφευγε να τις βλέπει. Όχι! Δεν έκρυβαν φόβο κι απελπισία, πια, αυτά τα μάτια. Μόνο ελπίδα. Κι ο Μανόλης τα γνώριζε τώρα αυτά τα μεγάλα γουρλωμένα μάτια. Ήταν της γυναίκας του. Αυτά τα γδυμνά δρωμένα γυναικεία κορμιά, που χάϊδευαν αναίσχυντα οι αγάδες, ήταν των ξαδερφάδων του. Πόσο στ’ αλήθεια, ήταν μισερή η ζωή του! Αξίζει, λοιπόν ,να ζει μια τέτοια ζωή αυτός; Πως μπορούσε να ξαναδεί τους γονιούς, τ’ αδέρφια και τους συγγενείς αυτών των γυναικών;

Σιγά σιγά τα πειράγματα και τα χάχαρα των Τούρκων λιγόστευαν, μέχρι που ’σβησαν, ολότελα. Ο Μανόλης γύρισε τα μάτια του κ’ είδε τους δυο φίλους του Εμίν αγά, να ροχαλίζουν του καλού καιρού και τον Εμίν αποκαμωμένο απ’ τη νύστα και τα όργια. Και για πρώτη φορά τα μάτια του ανταμώθηκαν με τα μάτια των γυναικών. Κάτι άστραψε μέσα του. Το θεριό! Ο Άη Γιώργης! Δίχως να το καλοσκεφτεί, άφησε χάμω τη λύρα κι

ώσπου να καταλάβουν οι γυναίκες τι έγινε, βγήκε απ’ την πόρτα, σκαρφάλωσε στη συκιά και πήρε το ντουφέκι. Από πίσω ακολουθούσε τρικλίζοντας ο Εμίν αγάς, τραγουδώντας βαριεστημένα…

Έφάγαμε και ήπιαμε κ’ έκάμαμε και ζεύκι,

ως τοσονά ‘τανε γραφτό, ήταν και κισιμέτι.

Δεν είχε καλά καλά τελειώσει και μια ξερή ντουφεκιά ακούστηκε. Μπροστά στην πόρτα σωριάστηκε νεκρός ο αγάς. Μ’ ένα πήδημα ο Μανόλης βρέθηκε κάτω απ’ τη συκιά.

-Φύγετε! Φύγετε! φώναξε στις τρομαριασμένες γυναίκες και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Κι’ αυτές τον ακολούθησαν τρέχοντας σαν παλαβές, τσίτσιδες, ξεπνοϊσμένες.

Ο ουρανός πάνω τους κρατούσε ορθάνοιχτα τα μάτια του. Οι σκύλοι π’ άκουσαν πρώτοι την ντουφεκιά πήρανε να γαβγίζουν, για να τους ακολουθήσουν όλα τα ζωντανά. Τ’ ανθρωπομάνι, Τούρκοι και Ρωμιοί, ξύπνησε και ρωτούσε ο ένας τον άλλο, τι γίνηκε.

Την ίδια κιόλας νύχτα το φοβερό μαντάτο έφερε γυροβολιά το Σέλινο. Οι Χριστιανοί, αφού ’καμαν γκαρδιακά το σταυρό τους, κλειδαμπαρώθηκαν, και πρόσμεναν τι θ’ απογενεί… Απ’ τα κάστρα και τους πύργους, ξεχύθηκαν σαν τα όρνια τ’ αρπακτικά οι Γενίτσαροι, Γιουνούσηδες, Τζιναλίδες, Μεμένηδες, Καούρηδες. Κοντά σ’ αυτούς οι τελευταίοι αλλαξοπιστημένοι…

**********

Με το δέσιμο της μέρας το μαντάτο πήρε τις στράτες και ξεπόρτισε απ’ το Σέλινο. Τ’ άκουσε η Κίσαμος και βρυχήθηκε. Και στα Χανιά ήρθαν τα πάνω κάτω. Ο πασάς έφταξε στο Σέλινο, έπιασε τους συγγενείς του Θοδωρομανόλη και τους έκλεισε σιδεροδεμένους στα μπουντρούμια. Ο Μανόλης που κρυβόταν από σπήλιο σε σπήλιο, έμαθε τα νέα και κίνησε να παραδοθεί. Ξέρει ποιο θα ’ναι το τίμημα της πράξης του. Μα δεν τον νοιάζει. Απ’ τη μισερή ζωή, χίλιες φορές καλλιά ’ναι ο θάνατος…

* Από το προς έκδοση βιβλίο " Η καμπάνα και άλλα διηγήματα" Τα σκίτσα είναι του Νίκου Μπλαζάκη

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΙΑΦΟΡΑ

 ΤΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ…



Ο τάφος του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Ακρωτήρι.

“Η νόμιμος οδός των επαναστάσεων.”


Ο τάφος του Νίκου Καζαντζάκη στο Μαρτινέγκο.

“ Το χρέος του αθρώπου να σώσει τη γης.”


Ο τάφος του Ειρηναίου Γαλανάκη στην Κίσαμο.

“ Η επανάσταση των συνειδήσεων.”


Ο τάφος του Μίκη Θεοδωράκη στον Γαλατά.

" Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις!”


Χανιά, 9 Σεπτεμβρίου 2021

(Χανιώτικα νέα, 10.9. 2021)


Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΙΑΦΟΡΑ

ΜΙΚΗΣ Ο ΟΥΡΑΝΟΜΗΚΗΣ


Χανιά (Μητροπολιτικός Ναός) 9.9.2021. ώρα 12.20 μ. μ. 
 
 Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Κρήτη!

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! 

Σ΄αυτό το φέρετρο ακουμπά η οικουμένη! 



Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΙΑΦΟΡΑ


ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ"*: -  ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΜΙΚΗ ΟΥΡΑΝΟΜΗΚΗ! 




«Δεν σ’ έχω δει ποτέ, όμως η μελωδία σου/ τραντάζει την καρδιά μου./ Ρωτάω τον ουρανό:/ Γιατί;/ Μ’ απαντάει γιατί είσαι ο γιος του./ Η μελωδία σου πηγάζει από τον ουρανό./ Δεν σ’ έχω δει ποτέ, όμως η δύναμή σου μεταδίδεται στο αίμα μου./ Ρωτάω τη γη:/ Γιατί;/ Μ’ απαντάει γιατί είσαι ο γιος της,/ Η δύναμή σου πηγάζει από τη γη./ Δεν σ’ έχω δει ποτέ/ όμως η ψυχή σου/ χτυπάει την ψυχή μου./ Ρωτάω τον λαό:/ Γιατί;/ Μ’ απαντάει γιατί είσαι γιός του./ Η ψυχή σου πηγάζει από τον λαό./ […]Ω! Μίκη!/ Ηθελα να σε δω από κοντά!/ Ηθελα να σου πω από κοντά/ μόνο μια λέξη, Γειά σου Μίκη». Από το ποίημα της Κινέζας ποιήτριας, δημιουργού του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Σαγκάη, Σιου Κάι.

«Τέτοιος στάθηκε ο Θεοδωράκης: Ελεύθερος και υπεύθυνος. Γι’ αυτό και άρθρωσε δική του μουσική, δική του σκέψη, δικό του λόγο, δικό του αγώνα. Ελεύθερος ο στοχασμός του, ξεθάβει ολοένα την αλήθεια και τις αξίες της, ελεύθερο το αίσθημά του, αποκαλύπτει την ομορφιά και της δίνει καινούργια στιλπνότητα. Ελεύθερη/ προμηθεϊκή η συνείδησή του απέναντι στον φίλο, απέναντι στον αντίπαλο, απέναντι στον εχθρό, απέναντι στο συμφέρον, στο κόμμα απέναντι, απέναντι στον Θεό, απέναντι σε όλους εκείνους που εκμαυλίζουν με άφατη τέχνη την ψήφο μας, (Φ. Πολίτης)». Χρίστος Λ. Τσολάκης, ομότιμος καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

«Η κάθε λέξη (σ.σ. για τον Θεοδωράκη) είναι σπόρος που θα φυτρώσει και θα καρπίσει στα πέρατα της Γης τα δέντρα με τους γλυκείς καρπούς της Ελλάδας την Ελευθερία, την Δικαιοσύνη, την Ελληνική Παιδεία και Αρετή… Οι ιδέες και σκέψεις θα είναι ουράνιες μελωδίες στους αγώνες για ανεξαρτησία και ευθύνη για εγκώμιο Δημοκρατίας. Ξεκινήσαμε την σπορά ιδεών της “Θρησκείας της Ελλάδος” στην Γη της Κίνας, της Ρωσίας και συνεχίζουμε εκεί που τα χωράφια του κόσμου δεν είναι σπαρμένα με σπόρους που σπάνε δεσμά δουλείας, βίας και αμάθειας. Ακολουθούν εκδόσεις μας στα αγγλικά, τουρκικά, γαλλικά… και με “ταχυδρόμο” ιδεών και αφορμή τον Μίκη Θεοδωράκη, μετράμε «βράχο-βράχο τον καημό μας» μέχρι να δουν όλοι την “μάνα τους Ελλάδα!”» Ευάγγελος Γ. Σπύρου, συγγραφέας-εκδότης.

Τρεις απ’ τις… χίλιες δεκατρείς “στάσεις” που έκανα ενώ διάβαζα με το μολυβάκι πάντα στο χέρι, πρόθυμο για σημειώσεις τις 262 σελίδες του βιβλίου-λευκώματος “Μίκης Θεοδωράκης: Θρησκεία μου είναι η Ελλάδα” του Γιώργου Λογοθέτη, που κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις “ΣΠΥΡΟΥ” και “ΜΙΛΗΤΟΣ”, παραπάνω. Εξ’ ονύχων ο λέων! Ουρανομήκης! Ο χαρακτηρισμός αυτός του Μεγάλου Παππού της Κρήτης, του Μακαριστού Μητροπολίτη Ειρηναίου Γαλανάκη, για τον Μίκη, διαρκώς στον νου μου. Κοντά σ’ αυτόν και ο χαρακτηρισμός “Ελληνομήκης”! Ουρανομήκης γιατί είναι ελληνομήκης ο Μίκης Θεοδωράκης, αυτό είναι το γενικό συμπέρασμα ύστερα από τη γνωριμία του μέσα από τις σελίδες του συγκεκριμένου βιβλίου του καλύτερου κατά πολλούς, απ’ όλα όσα γράφτηκαν γι’ αυτόν. Ειδικός των ειδικών ο Γιώργος Λογοθέτης.

Προβληματίστηκα πολύ για το περιεχόμενο της στήλης σήμερα, γιατί να το κρύψω. Ηταν τόσα πολλά αυτά που “αποθησαύρισα” στις σημειώσεις μου για το περί ου ο λόγος “εκδοτικό θαύμα” που κυκλοφορεί ήδη στα ρωσικά και στα κινεζικά, ενώ αναμένεται να κυκλοφορήσει και στα αγγλικά και στα τουρκικά και στα γαλλικά, και ζητούσαν επίμονα…. στασίδι. Μέσα σ’ αυτά και τα “στοιχεία” απ’ την παρουσίαση της ελληνικής και της ρωσικής έκδοσης στο Μουσείο “Μπενάκη” και διάφορα άλλα σχετικά. Οπως για παράδειγμα, ένα τηλεφώνημα που μου έκανε τις προάλλες ο και Χανιώτης γαμπρός, φίλος μου Βαγγέλης Σταύρου, ο κατευθυντήριος νους της “παγκόσμιας” αυτής έκδοσης για τον οικουμενικό Ελληνα Μίκη Θεοδωράκη. Μένω μόνο σ’ ένα τεράστιο ευχαριστώ για το δώρο σου, για να συνοδεύσω τα εκ βαθέων, συγχαρητήριά μου, σύνομε!

Χανιώτικα νέα (31.10.2017)

* Ενα από τα πολλά κατά καιρούς κείμενά μου για τον ΜΙΚΗ  ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟΜΗΚΗ, και το παραπάνω. Με αφορμή το φευγιό του για το άλλο ημισφαίριο της ζωής,,, 

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΓΕΙΑ ΣΟΥ, ΜΙΚΗ ΟΥΡΑΝΟΜΗΚΗ!

«Ζάτουνα, Φεβρουάριος 1969. Αρχίζει η μελέτη. Η αυτογνωσία. Η σύνθεση. Ο κλοιός γύρω μου ασφυκτικός. Τα μέτρα σκληρά και ηλίθια. Τα νεύρα μου τεντώνουν. Η ψυχή μου πονάει. Ξαφνικά, ακούω τη χάλκινη φωνή του Σικελιανού: “Ομπρός οι δημιουργοί”. Βλέπω τον ποιητή μπροστά μου, γιγάντιο άγγελο να περνά, να φεύγει και να ξανάρχεται. Η φωνή του βροντερή, όπως τον Φλεβάρη του 1943 στη γερμανική κατοχή, όταν στον τάφο του Παλαμά και κάτω από τη μύτη των γερμανικών όπλων, βροντοφώναζε το σάλπισμα για Αγώνα και Λευτεριά. Ο στίχος του με τυλίγει σ’ ανεμοστρόβιλο. “Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα”. Έξω χιονίζει. Είμαι μόνος. Οι φρουροί μου τουρτουρίζουν στο κρύο. Τους φωνάζω μέσα στη ζεστασιά. Τους κερνώ τσικουδιά. Βγάζουν τις χλαίνες, κάθονται γύρω από τη φωτιά και με παρακολουθούν αμήχανα που συνθέτω με συντροφιά το πιάνο. Ξαφνικά,   οι χωροφύλακες γουρλώνουν τα μάτια: “Για ξαναπαίχ’ το!” Παίζω το τραγούδι από την αρχή και προχωρώ. Κερνώ ξανά τσικουδιά!». Από το βιβλίο “Μίκης Θεοδωράκης: Θρησκεία μου είναι η Ελλάδα” του Γιώργου Λογοθέτη.
Ένας γέρω – κυπάρισσος, που οι ρίζες του σταυροδένονται με τις μνήμες της Ελληνίδας γης και η κορφή του βιγλίζει τον Έλληνα ουρανό, είναι ο Μίκης Θεοδωράκης, που έγινε τις προάλλες (στις 29 Ιουλίου) 94 χρονών. Ο Μίκης ο Ουρανομήκης! Έτσι τον είχε ονοματίσει πριν από μερικά χρόνια ένας άλλος Κρητικός γέρω – κυπάρισσος, ο Άγιος στη λαϊκή συνείδηση μακαριστός μητροπολίτης Ειρηναίος Γαλανάκης. Μίκης ο Ουρανομήκης… Γιατί είναι πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα… Ελληνομήκης!
«Γεια σου, Μίκη/ Δεν σ’ έχω δει ποτέ,/ όμως η μελωδία σου/ τραντάζει την καρδιά μου/ Ρωτάω τον ουρανό:/ Γιατί;/ Μ’ απαντάει γιατί είσαι γιος του,/ Η μελωδία σου πηγάζει από τον ουρανό.// Δεν σ’ έχω δει ποτέ,/ όμως η δύναμή σου/ μεταδίδεται στο αίμα μου./ Ρωτάω τη γη:/ Γιατί;/ Μ’ απαντάει γιατί είσαι ο γιος της./ Η δύναμή σου πηγάζει από τη γη.// Δεν σ’ έχω δει ποτέ,/ όμως η ψυχή σου/ χτυπάει την ψυχή μου./ Ρωτάω τον λαό:/ Γιατί;/ Μ’ απαντάει γιατί είσαι γιος του./ Η ψυχή σου πηγάζει από τον λαό.// Ω! Μίκη!/ Η Ελλάδα θα γίνει πιο νεότερη/ λόγω των τραγουδιών σου./ Η ζωή θα γίνει ωραιότερη/ λόγω της μουσικής σου./ Η αγάπη θα γίνει γλυκύτερη/ λόγω της μελωδίας σου.// Ω! Μίκη!/ Ήθελα να σε δω από κοντά!/ Ήθελα να σου πω από κοντά/ μόνο μια λέξη, Γεια σου, Μίκη!» Ποίημα (γραμμένο στα ελληνικά και στα κινέζικα) της Κινέζας ποιήτριας Σιου Κάι.
ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΔΟΙ ΜΑΣ

«Θάλασσας θάρρος δε μου ’λειψες ποτέ/ εσύ μου παραστάθηκες. Είχες τ’ αθάνατο αλάτι/ μ’ εμπιστοσύνη σου ’δινα τις πληγές μου./ Μες στους αφρούς σου εσαπουνίστηκα κι ανάπνευσα/ κι αλάφρωσα απ’ το αίμα το πηχτό/ μου ’δωσες φύκια κι όστρακα να παίξω/ τον αχνό περπάτησες ως τα ρηχά για να τον πάρω/ άμπωτη με συμπόνεσες/ σπαρταριστό άφηνες το κεφαλόπουλο στην άμμο». Βικτωρία Θεοδώρου (“Εκδρομή”, 1973).
«Ας έχουμε την επίγνωση της ανεπάρκειάς μας/ Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ’ αυτό του Κόσμου./ Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας/ Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι/ Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν/ Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά  τους/ κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες/ σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας/ αέναα θα ξεσπούν/ Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς/ Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και/ στο τέλος τους/ χωρίς εμάς». Βικτωρία Θεοδώρου (“Μειλίγματα”, 1990).
«Πήγαινε εκεί που κανένας δεν πάει./ Τόλμησε τους επικίνδυνους δρόμους/ τις περιφρονημένες ατραπούς./ Άκουσε ακόμα μια φορά τους αλλότριους./ Εκεί σκέψου τις πόλεις των εχθρών./ Κρίνε αυστηρά την παρόρμηση, τη φαντασία, τη φήμη./ Ψαύσε ο ίδιος την απειλή./ Συνομίλησε με τους εναντίους./ Μετάφρασε το αλφάβητό τους. Δέξου πως είναι σαν κι εσένα». Βικτωρία Θεοδώρου (“Οι ευνοημένοι”, 1998).
«Φιλολογικό μνημόσυνο – ημερίδα για την ποιήτρια και αγωνίστρια Βικτωρία Θεοδώρου στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης, το περασμένο Σάββατο 27 Ιουλίου. Με αφορμή το 6μηνο μνημόσυνό της στο παρακείμενο Μοναστήρι της Γωνιάς. Να δοθεί το όνομά της σε μια οδό στην περιοχή της Νέας Χώρας Χανίων καθώς και να φιλοτεχνηθεί μια προτομή της, η πρόταση από τον πρόεδρο του Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας Κώστα Μουτζούρη. Την προσυπογράφουμε άπαντες. Πάντα πάντως θα είναι για όλους μας οδοί και τα ποιήματά της!
Χανιὠτικα νἐα , 2 Αυγούστου 2019))

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΡΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΣΤΟ ΤΟΛΕΔΟ


Για δυο φίλους τον Καζαντζάκη και τον Ζορμπά, που “συναντηθήκανε” στον “Περαία μια φορά”, μας μιλά, σ’ ένα απ’ τα πιο γνωστά τραγούδια του ο αξέχαστος Κώστας Μουντάκης (βλ. και “Στάσεις”, 17.10.17). Σε τρείς φίλους, στον πρώτο κι άλλους δυο επίσης Μεγάλους Ελληνες, τον Ελ Γκρέκο (και τον Μίκη Θεοδωράκη αναφέρεται ο και συγγραφέας του μνημειώδους έργου (εκδ. “ΣΠΥΡΟΥ” και “ΜΙΛΗΤΟΣ”) “Μίκης Θεοδωράκης: Θρησκεία μου είναι η Ελλαδα” (βλ. “Στάσεις 31.10.17) Γιώργος Λογοθέτης, στο διάρκειας μιας ώρας και κάτι ντοκιμαντέρ του “Συνάντηση στο Τολέδο”.

”Συνάντηση στο Τολέδο: Μίκης Θεοδωράκης – Ν. Καζαντζάκης – Ελ Γκρέκο”, και ο τίτλος ενός απ’ τα κεφάλαια του προαναφερθέντος βιβλίου, το οποίο χαρακτήρισα σαν “εκδοτικό θαύμα”. Αντιγράφω την αρχή του. «Ηταν βράδυ, 11 Μαΐου 1990, όταν φτάσαμε στο Τολέδο, την πρώην περίφημη πρωτεύουσα της Ισπανίας, την πόλη που φιλοξένησε για δεκαετίες τον άλλο μεγάλο Κρητικό: Τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Εδώ στο Τολέδο, ο Μίκης αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει στον Ελ Γκρέκο. Ισως αυτός να καταλάβει, να κατανοήσει, να δικαιολογήσει τις απρόσμενες αποφάσεις του. Ομως δεν χρειάζεται να πει τίποτα. Γιατί ένας άλλος Κρητικός, τα έχει προβλέψει όλα. Το μόνο που χρειάζεται ο ψηλός επισκέπτης είναι να σταθεί με δέος και σεβασμό μπροστά στον μεγάλο σύντεκνο από την Κρήτη, και να επαναλάβει τα λόγια που ο Νίκος Καζαντζάκης, πρόβλεψε στη δική του “Αναφορά προς τον Γκρέκο…”.


“Ανθός” και “καρπός” αυτής της επίσκεψης το περί ου ο λόγος ντοκιμαντέρ, στο οποίο με παρέπεμψε στο μήνυμα που μου έστειλε για να με ευχαριστήσει για την αναφορά μου στο βιβλίο του ο Γιώργος Λογοθέτης. “Αντίδωρο στην πολύπλευρη κρίση”, “Αριστούργημα”, “Τι ωραίο Δώρο στο Μάτι και στην ψυχή”, κάποια απ’ τα σχόλια, εκείνων που το έχουν δει στο Διαδίκτυο. Ενα ρήμα, το ρήμα “εξεστάθηκα!” το δικό μου. Περιττό να γράψω ότι το συστήνω ανεπιφύλακτα.

«Ο Δημοσιογράφος Γιώργος Λογοθέτης καταγράφει με τον δικό του τρόπο μια συνάντηση στο Τολέδο της Ισπανίας, όπου αναπαύεται ο μεγάλος Κρητικός ζωγράφος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Στη συνάντηση παίρνει μέρος και ο Νίκος Καζαντζάκης που έγραψε τα κείμενα που διαβάζει ο ηθοποιός Δημήτρης Καρέλλης. Συμμετέχουν: Γιώργος Νταλάρας – Μαρία Δημητριάδη». Λιτό το σημείωμα που παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ. Μένω ιδιαίτερα στη φράση «με τον δικό του τρόπο» και θυμούμαι αυτό που είπε ο Μίκης ο… Ουρανομήκης (για να χρησιμοποιήσω το επίθετο που του έδωσε ο μακαριστός Ειρηναίος Γαλανάκης): «Ο Γιώργος Λογοθέτης έσκυψε όσο κανένας άλλος στην πολιτική και καλλιτεχνική μου δράση και στο έργο μου, δημιουργώντας μερικά από τα πιο σημαντικά ντοκουμέντα που με αφορούν». Ηλίου φανεινότερον στο ντοκιμαντέρ που έχει σαν θέμα του τη “συνάντηση” του μεγαλύτερου Ελληνα μουσικοσυνθέτη, με τον μεγαλύτερο Ελληνα ζωγράφο και τον μεγαλύτερο Ελληνα συγγραφέα, αυτό.

Συναντηθήκανε τρεις φίλοι, τρεις Κρητίκαροι, στο Τολέδο μια φορά… και για να συνυπογράφουν το απόσπασμα απ’ την αναφορά του Συγγραφέα στον Ζωγράφο, τονισμένη απ’ τον Μουσικοσυνθέτη, συναντηθήκανε: «Η αξία του ανθρώπου δεν είναι η νίκη, αλλά ο αγώνας για τη νίκη. Και ξέρω ακόμα τούτο το δυσκολότερο. Δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη νίκη. Η αξία του ανθρώπου είναι να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μη καταδέχεται αμοιβή. Κι ακόμα ετούτο, ακόμα πιο δύσκολο: η βεβαιότητα πως δεν υπάρχει αμοιβή, να σε γεμίζει χαρά, περηφάνια κι αντρεία…». Σ’ ευχαριστούμε Γιώργο Λογοθέτη, Ωραίε Λευκαδίτη, με την κριτική ματιά για τη μεσολάβηση. Ο Θεός της Κρήτης να συνεχίσει να σ’ ευλογεί!

Χανιώτικα νέα (28.11.2017)