Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατἐρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατἐρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΩΠΟΥ ΚΑΙ ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗΣ

[…] Μετά ένα μήνα πεζοπορία φθάσαμε εις την Κλεισούρα βράδυ. Σκοτίδι, δεν άκουγες παρά μόνο μουγκρητό. Aλλος το πόδι, άλλος χέρια. Μείναμε κείνο το βράδυ εκεί. Εγώ έστρωσα κλαδιά εις ένα ρυάκι που έτρεχε νερό και εκοιμήθηκα. Το άλλο βράδυ τραβήξαμε εις τα υψόμετρα Τρεμπεσίνα. Εκατασκηνώσαμεν εκεί και μάς τρέλαναν με τους βομβαρδισμούς. Δεν είχαμε τίποτα να φάμε. Εγώ τέσσερις μέρες δεν έβαλα τίποτα εις το στόμα μου παρά μόνο χιόνι. Συνάντησα κάποιον χωριανό λοχαγόν που έκανε διανομή γαλέτας, μα δε μου έδωσε.
Με πήγαινε αίμα. Eνα βράδυ κατά τις 11 μάς πήρε ένας ανθυπολοχαγός να πάμε εις το προκεχωρημένο φυλάκιο με υψόμετρο 2500 μ. Εβαδίζαμε εις τα σκοτεινά. Ο ανθυπολοχαγός ήτο πολύ δειλός και δεν επροχώρα. Εμπρός υπήρχε μεγάλη ανεμοθύελλα και χιόνι περίπου 3-4 μέτρα. Μετά μεγάλη ταλαιπωρία φθάσαμε. Βρήκαμε εκεί ένα ταγματάρχη μέσα σε ένα αντίσκηνο που σε 10 λεπτά έπρεπε να το ξεχιονίσει. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτε. Οι Ιταλοί ήταν από δίπλα, αλλά ήταν τόσο δυνατός ο αέρας που ήταν όλα αδύνατα. Εγυρίσαμε πίσω αλλά μες στα όλα. Εκαρφώναμε μες στο χιόνι. Δεν ημπορούσαμε να βαδίσομε. Μας είπε ο αξιωματικός να κόβομε το χιόνι, να κάνουμε σκαλοπάτια, αλλά αυτό χωρίς αποτέλεσμα. Εγώ έτυχε να μείνω τελευταίος. Είχα βουτήξει μέχρι τη μέση εις το χιόνι. Εφώναζα αλλά ποιός να με βοηθήσει; Στην απελπισία μου, εδίπλαρα το σώμα μου και καθώς ήταν κατήφορος κατόρθωσα να φτάσω παρακάτω. Με περίμενε ένας συνάδελφος και εγυρίσαμε πίσω.
Φύγαμε από εκεί πήγαμε εις ένα χωριό, Πορκοράνη. Πιο πάνω έμενε η Μεραρχία σε μια σπηλιά που εμείς πηγαίναμε την ημέρα. Την νύχτα μέναμε εις το χωριό, αλλά εκοιμόμαστε μες στις λάσπες. Εγώ έπαθα κρυοπαγήματα. Πήγα στον γιατρό και δεν μου έδωσε τίποτα. Εγώ δεν ημπορούσα να κινηθώ καθόλου […].
Εις το διπλανό χωριό βρήκα τον γιατρό που αυτός έδωσε ενδιαφέρο. Μου έδωσε φάρμακο, ειδικό σαπούνι κι έτσι κατόρθωσα να γίνω καλά. Μια μέρα ήλθον τα αεροπλάνα και εβομβάρδισαν το χωριό. Δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο εγώ. Δεν έμεινε τίποτα, μαγειρεία, αποθήκες. Εγώ επρόλαβα, κρύφτηκα πίσω από έναν τοίχο. Δεν έπαθα σχεδόν τίποτα. Μετά λίγες μέρες πήγα και εγώ εις τη σπηλιά με δυο συναδέλφους αλλά εδιαφωνήσαμε από ποιά μεριά να πάμε. Εγώ πήγα από όπου ήθελα. Μόλις έφθασα εις την σπηλιά φέρνανε βαριά τραυματίες. Χέρια, πόδια… Μη φανταστείτε τις ψείρες που είχαμεν…
Και ας αφήσομεν τώρα όλα, ας πάμε εις τη οπιστοχώρηση. Ξαφνικά μαθαίνομε πως οπιστοχωρούμε. Εμείς με τον λόχο μας οπιστοχωρούμε κανονικά και συγκεντρωμένα, μέχρι από Γιάννενα κοντά. Είχαμε σταματήσει λίγο να ξεκουραστούμε, να μαγερέψουμε να φάμε. Ετοιμαζόμαστε να μαγερέψουμε αλλά εκείνη την ώρα ήλθαν δυο ιππείς και μας είπαν όσο μπορούμε να τρέχομε. Εκεί μας υποχρέωσαν και αφήσαμε τα όπλα. Περάσαμε από πολλά μέρη, Μεσολόγγι, Ναύπακτος. Περάσαμε εις τον Ψαθόπυργον. Εκεί συνάντησα και τον μακαρίτη αδελφό μου Μ. Μάς διέσπασαν εις την Πελοπόννησον. Εμάς, με άλλους, με τον αδελφό μου, μας πήγαν εις τα Κρέσταινα Ηλείας […]


Σημείωση: Κάποια αποσπάσματα απ’ τη “βιογραφία” του πατέρα μου Θεοκλή Αντ. Κακατσάκη (το μεγαλύτερο μέρος της αναφέρεται στον πόλεμο του 1940) πέρυσι, παραμονή της 28ης Οκτωβρίου. Κάποια αποσπάσματα από ένα άλλο γραφτό του για τον πόλεμο εκείνο (το έγραψε το 1975 σε ηλικία 66 ετών) εφέτος, προπαραμονή της Εθνικής μας επετείου. Δίχως καμιά “κορώνα” κι αυτό το γραφτό του. Το ίδιο λιτό ύφος, ο ίδιος μικροπερίοδος απαρτισμένος λόγος. Εντάξει, διόρθωσα τα ορθογραφικά λάθη κι έβαλα τις τελείες, όπου τις ήθελες, πατέρα!

Χανιώτικα νέα (26.10. 2018)


http://www.haniotika-nea.gr/meres-metopou-ke-opisthochorisis/

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΜΕΤΑ ΑΠΟ 25 ΧΡΟΝΙΑ...



Είσαι πάντα εκεί και με περιμένεις! Στις φωτογραφίες των εγγονιών σου που στολίζουν το περβάζι του τζακιού στο σπίτι που έκτισες πέτρα την πέτρα. Στο ανάλαφρο βήμα του δεξιού ποδιού του Νεκτάριου, που χορεύει πεντοζάλη. Στο μετάλλιο του μεγάλου Θεοκλή που αστράφτει στο στήθος του. Στο ανοιχτό βιβλίο Ιστορίας που διαβάζει ο δεύτερος Θεοκλής. Στο δεξί χέρι της Δέσποινας που κρατά τη σημαία του σχολείου της στην παρέλαση. Στη γεμάτη απορία έκφραση του Γιάννη, που βλέπει τον Ιούδα να καίγεται. Στ’ ανοιχτά χειλάκια της Ζωής έτσι όπως συλλαβίζουν τα “λα λα όλα” της. Είκοσι πέντε χρόνια τώρα (τόσα περάσανε απ’ το φευγιό σου στο άλλο ημισφαίριο της ζωής) είσαι πάντα εκεί και με περιμένεις. Προπάντων κάθε χρόνο, σαν σήμερα, που τυχαίνει να είναι μαζί με το συναπάντημα σου και η ημέρα των γενεθλίων μου… Μαζί, Θεού θέλοντος, θα τα γιορτάσουμε κι εφέτος, πατέρα!
Έχω να σου πω πολλά, μα δεν θα σου πω τίποτα. Το ξέρω ότι τα ξέρεις όλα όσα συνέβησαν τα χρόνια που πέρασαν απ’ την ημέρα που έφυγες, πατέρα! Και τα καλά και τα κακά. Και τα όμορφα και τα άσχημα, σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες. Απλώς να θυμηθούμε εκείνο το «δεν θέλω να τρώγω τζάμπα το ψωμί μου» που είπες τα τελευταία σου λόγια, έτσι όπως μας τα μετέφερε έξω απ’ την Εντατική, λίγα λεπτά πριν βυθιστείς σε λήθαργο, η Χρυσούλα, η μικρή σου χαϊδεμένη, θέλω: «να είστε πάντα αγαπημένοι», είπες. Είχες, λέει, μαζέψει όλες σου τις δυνάμεις για να μιλήσεις, όπως μόνο εσύ ήξερες να τις μαζεύεις, για να το πεις σαν απάντηση στα λεγόμενα της: «Θα βγεις γρήγορα από εδώ, μπαμπά και θα πάμε όλοι μαζί να μαζώξουμε τσ’ ελιές».
«Σαν σήμερα/ -πάνε χρόνια από τότε- /βγήκα στο φως του κόσμου./ Σαν σήμερα/ -μισόν αιώνα, παρά τέσσερα χρόνια, αργότερα-/ έφυγε για τον άλλο κόσμο/ ο πατέρας μου./ «Δεν θέλω να τρώγω τζάμπα το ψωμί μου»,/ είπε· κι έφυγε/ βέβαιος πως δεν είχε αφήσει/ κανέναν απλήρωτο λογαριασμό»./ Μακάρι κι εγώ/ όταν έρθει η σειρά μου να φύγω,/ να ’μαι το ίδιο βέβαιος/ πως έχω πληρωμένους/ όλους μου τους λογαριασμούς». Το ποίημά μου “24 Νοεμβρίου”, (ποιητική συλλογή “Οταν γίνεις ποίημα”, “Πυξίδα της Πόλης”, Χανιά 2013).


Εδώ Μάντρα!



”Δεν ανοίγει η πόρτα από τα χαλάσματα στην Μάντρα./ Τα θολωμένα νερά./ Στοιβαγμένα όνειρα, σωριασμένα./ Αλλα ζωντανά και άλλα πεθαμένα./ Μια μάνα περνάει από τις χαραμάδες και ψάχνει στο φεγγάρι σκεπάσματα./ Ένας πατέρας δαγκώνει ακόμα το χώμα/ και φωνάζει τον γιο του/ Λίγο πιο πέρα, ο ορίζοντας/ κουμπώνει το παλτό του/ και αφήνει απ’ έξω τον Πέτρο”. Βασίλης Κ. Παππάς.
Ποίηση, εκτός όλων των άλλων είναι και η συγκινησιακή χρήση της γλώσσας σε βαθμό υπέρτατο. Γι’ αυτό και επέλεξα το συγκεκριμένο ποίημα που αλίευσα απ’ το Βιβλίο των Προσώπων (facebook). Λέει πολλά σ’ αυτό ο “διαδικτυακός φίλος” άγνωστος σ’ εμένα προσωπικά, ποιητής. Γεμάτο εικόνες, τραγικές εικόνες, εικόνες φρίκης, το ποίημά του. Εδώ Μάντρα! Η Μάντρα στο έλεος του πάλαι ποτέ ποταμού της, που λογικό ήταν κάποτε να διεκδικήσει το δίκιο του. Η Μάντρα σαν σήμα κατατεθέν του “σύγχρονου” κράτους μας. Και βέβαια, η Μάντρα του πένθους και της καταστροφής.
“Φταίει το ζαβό το ριζικό μας”/ Φταίει ο Θεός που μας μισεί!/ Φταίει το κεφάλι το δικό μας!/ Φταίει πρωτ’ απ’ όλα το κρασί!/ Ποιος φταίει; Ποιος φταίει;/ Κανένα στόμα δεν το ‘βρε και δεν το ‘πε ακόμα». Και το ποίημα “Μοιραίοι” του Κώστα Βάρναλη διαρκώς στον νου μου τις τελευταίες μέρες. Εδώ Μάντρα! Κι εδώ, κι εδώ, κι εδώ Μάντρα… Να “παύαμε” κάποτε να είμαστε «βουβοί, μοιραίοι, κι άβουλοι αντάμα», προσμένοντας «ίσως, κάποιο θάμα», στη “μάντρα” μας!

Χανιώτικα νέα (24.11.2017)