Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλιγιζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλιγιζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ
ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗ 
Γράφει ο Αγησίλαος Κ. Αλιγιζάκης*
«Τα χελιδόνια του μοναχού» άνοιξαν τις μικροσκοπικές τους φτερούγες στον σκοτεινό ουρανό της καραντίνας του κορονοϊού στην καρδιά της άνοιξης.
Oι ψαλιδωτές ουρές τους χάραξαν στο απέραντο γαλάζιο τον σολωμικό στίχο «Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη» για τις ελεύθερες πολιορκημένες ψυχές όλων των πολιτών της χώρας μας, υμνώντας το Θεό και τη φύση, το άκτιστο μαζί με το κτιστό, στη νέα ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Κακατσάκη. Ο θείος έρωντας δοξολογείται μέσω της ορθόδοξης πίστης και της λατρείας. Οι αφιερώσεις ποιημάτων στους μητροπολίτες και στον αρχιεπίσκοπο Κρήτης υπενθυμίζουν την αποστολική διαδοχή που εδώ και 2000 χρόνια συνεχίζεται αδιάλειπτα. Ταυτόχρονα, οι μνήμες αγίων φανερώνουν τους οδοδείκτες της ορθόδοξης πίστης, καθώς και το τριπλό μονοπάτι, το οποίο ξεκινά με τη νίκη στα πάθη, συνεχίζει με τη φώτιση και καταλήγει στη θέωση. «Η πίστη στο σπίτι», «Οι μοναχοί και τα περιστέρια» και όχι μόνο μαρτυρούν του λόγου το αληθές, ενώ ο ποιητής μνημονεύει και τον άγιο της λογοτεχνίας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη: «[…]Στο καλό, κυρ Αλέξανδρε, ψιθύρισε αποχαιρετώντας τον[…]».
Το τιτίβισμα, όμως, των «χελιδονιών του μοναχού» αφηγείται και την νεώτερη ελληνική ιστορία με το «Χαμόγελο του Διάκου» στην Αλαμάνα και τον «Μακρυγιάννη στην οδό του». Από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα των ηρώων του 1821 τα μικρά πλάσματα του ουρανού φτάνουν στην Κρήτη, στον Ψηλορείτη, και συναντούν την «κρητική ματιά», δίνοντας «Αναφορά στον Καζαντζάκη». Δεν ξεχνούν, βέβαια, να κάνουν μια στάση και στην αυλή του σπιτιού της καρδιάς του Βαγγέλη Κακατσάκη, τα “Χανιώτικα Νέα”, που έχει «Aρωμα αροσμαρή». Μερικές μελωδίες τους είναι αφιερωμένες και σε φίλους, όπως ο Γιάννης Γαρεδάκης, ο Σταύρος Νικηφοράκης και ο Νίκος Παπαδάκης.
Μα δε βλέπουν και τους πρόσφυγες από κει ψηλά; Τους βλέπουν και σκέφτονται μελαγχολικά τα “Χριστούγεννα” για τα μικρά προσφυγόπουλα, γιατί και ο Χριστός προσφυγόπουλο γεννήθηκε. Από εδώ πετούν και κουρνιάζουν στο μπράτσο του Μαρκ Ζάκεμπεργκ, ιδρυτή του Facebook για να εκφράσουν τον υπαρξιακό προβληματισμό του σύγχρονου ανθρώπου με δυο λεξούλες, «εκτός εάν…», σύμφωνα με «Τα κατά Μαρκ». Τα χελιδόνια, αλήθεια, δε σταματούν, συνεχίζουν να πετούν, διότι «Η ζωή συνεχίζεται» με τις απαραίτητες τρεις τελείες στο τέλος (η ζωή συνεχίζεται…), καθώς κανείς δεν ξέρει το παρακάτω.
«Τα χελιδόνια του μοναχού» είναι ένα βιωματικό σεργιάνι στον κήπο της καρδιάς του Βαγγέλη Κακατσάκη. Ο αναγνώστης έχοντας πυξίδα τη γνώριμη φωνή του ποιητή περιδιαβαίνει στα σοκάκια της ζωής του.
Ο ρομαντισμός αλλοτινών εποχών συνοδοιπορούν με τη λυρική νοσταλγία, αποκαλύπτοντας τις διαχρονικές αξίες της φιλίας, της ορθοδοξίας και της ελευθερίας, καθώς και την υπαρξιακή αναζήτηση του ανθρώπου στον 21ο αιώνα. Πάνω απ’ όλα, όμως, αναδεικνύουν την αγάπη για τον συνάνθρωπο και τη Ζωή. Με τον τρόπο αυτό ταυτίζονται οι ψυχές των αναγνωστών και του ποιητή, καθώς ψιθυρίζουν: «Λευκό ονειρεύεται τα βράδια το ράσο του ο μοναχός/Μόνοι μάρτυρες τα πρώτα χελιδόνια της άνοιξης/Άλλο το σπίτι της πίστης κι άλλο η πίστη στο σπίτι/Ένθεος άθεος και άθεος ένθεος ο Αετός της αβύσσου/Όπως τα σύννεφα οι άνθρωποι/Μια προσφυγοπούλα η μάνα του./Καρπός συνεύρεσης σε μια παλιόβαρκα».
* γιατρός ορθοπεδικός - πολιτισμολόγος 




Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

ΣΤΑΣΕΙΣ


 ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗ
(https://www.fractalart.gr/mia-stasi-edo-mia-stasi-ekei/)

Γράφει ο Αγησίλαος Κ. Αλιγιζάκης* 




«Μια στάση εδώ…». Πρωτόκλαψε στο Νίππος του Αποκόρωνα τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου και της φτώχειας. Τα παιδικά του ζάλα, αρχικά διστακτικά στο δύσβατο μονοπάτι της ζωής και στη συνέχεια αποφασιστικά, τον ώθησαν στη διδασκαλία. Από τότε ο Βαγγέλης Κακατσάκης χορεύει ένα παθιασμένο ταγκό με ντάμα τη γνώση πότε ως καβαλιέρος δάσκαλος πότε ως καβαλιέρος μαθητής. Δεν λέει όχι στις προκλήσεις της ποίησης, της συγγραφής, του πολιτισμού, της δημοσιογραφίας είτε στο ραδιόφωνο είτε στα «Χανιώτικα Νέα». «Χανιώτικα Νέα»…Μεγάλη, πολύ μεγάλη στάση ζωής. Σαρανταπέντε συναπτά έτη είναι αυτά. Αναμφίβολα κάθε φορά που αρθρογραφεί ανασταίνεται η ψυχή του κι αυτό φαίνεται στη γραφή του. Το Μουσείο Τυπογραφίας μερίδιο της αγάπης του αποζητά κι αυτός απλόχερα τη δίνει. Καζαντζάκη, Βενιζέλο δεν ξεχνά, τις λογοτεχνικές του ρίζες στη φιλοσοφία τους γυρεύει.

Θυμάται βέβαια τον «μίγρη», τον Γρηγοράκη Μιχάλη τον στοχαστή, να τον παρακινεί: «Μη χολοσκάς για τ’ αύριο αφού δεν ήρθε ακόμη/και λύπη και μετανοιωμό μη νοιώθεις για το χτες/αφού κι αυτό δεν είναι πια παρά μια χούφτα χώμα./Το σήμερα, που γύρω σου από ζωή γεμάτο κοίτα να ζήσεις…/Αύριο θα ‘ναι κι  αυτό φευγάτο».

Κι οι αγώνες οι κοινωνικοί; Πρωτομαγιάς λουλούδια ταπεινά στον «Επιτάφιο» του  Ρίτσου καταθέτει, ενώ ο Θεοδωράκης τραγουδά μελωδία που νεκρούς ανασταίνει. Το αίμα όμως στο χρόνο κυλά και στην Αγιά Σοφιά στις 29 του Μάη του 1453 τον άμβωνα λεκιάζει. Να ‘ταν όμως μόνο αυτό! Όταν αρχίζει δεν έχει σταματημό, φτάνει μέχρι τον Μάη του 1941 στο κρητικό βουνό και στη ματοβαμένη Κύπρο το 1957 κάνει σταθμό με τον Γρηγόρη Αυξεντίου οδηγό. Τους προγόνους του πάντα τους τιμά, τον Θεοκλή  Κακατσάκη τον τουρκομάχο δεν ξεχνά και τον πατέρα του Θεοκλή στο έπος του ’40 μνημονεύει.





Το βλέμμα του μικρού Αμίρ σαϊτιά την καρδιά του τρυπάει, του ρατσισμού το μίσος απωθεί, καταφύγιο στην παρένθεση της αγάπης αποζητάει.

Ήρθε η ώρα της προσευχής κι οι Αγιορείτες πατέρες νοερά τον οδηγούν στον Αϊ Θανάση στο Νίππος το κερί της αγάπης στον συνάνθρωπο να ανάψει. «Ορθοδοξία σαν ορθοπραξία, να μείνουμε ενωμένοι ως ένα σώμα», ψάλει ο Παππούς ο Ειρηναίος Γαλανάκης ο Χριστιανός κι ο Βαγγέλης ευλαβικά το κορμί του σταυρώνει.  Έξω στη μικρή αυλή ο αγέρας ψιθυρίζει μελωδικά, «Άξιον εστί»! Είναι του Ελύτη η ποιητική φωνή που υπενθυμίζει προφητικά: «Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,/ όπου και να θολώνει ο νους σας/ μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό/ και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».

Τέλειωσε, όμως, η διαδρομή κι ο Βαγγέλης Κακατσάκης στους αναγνώστες την ψυχή του γυμνώνει με την κραυγή «Μια στάση εκεί…».

*ιατρός ορθοπεδικός - πολιτισμολόγος 




Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

ΚΑΖΟΒΑΡ


Ο Ζορμπάς ποιητής ΒαγγέληςΚακατσάκης
                                    (ΚΑΖΟΒΑΡ"", Εκδόσεις "ΠΥΞΙΔΑ", Χανιά 2014)
Γράφει ο Αγησίλαος Κ. Αλιγιζάκης*( https://www.fractalart.gr/tag/agisilaos-aligizakis/)





Τριάντα τρία χρόνια οι ποιητικές σταγόνες της συλλογής «ΚΑΖΟΒΑΡ» (πρώτη έκδοση 1987) πλημμυρίζουν τις καρδιές των αναγνωστών με πολλά και ποικίλα συναισθήματα. Η διαχρονική ποιητική φωνή του Βαγγέλη Κακατσάκη, χειμαρρώδης και λυρική συνάμα, δονεί με ένταση όλες τις ανθρώπινες αισθήσεις, καθώς θέλει να αφυπνίσει την κουρασμένη και αδιάφορη κοινωνία. Αμφισβητεί το αστικό κατεστημένο της διαφθοράς και την εξουσία των άνισων ευκαιριών, ενώ ταυτόχρονα αναζητεί τον Άνθρωπο και τον Θεό, την παρουσία και την απουσία τους στη γη. Είναι φανερό ότι ο ποιητής ανήκει στην ποιητική γενιά του 1970, τη «Γενιά της Αμφισβήτησης», η οποία εκφράζει συλλογικούς προβληματισμούς έχοντας δικτατορικά και μεταπολιτευτικά βιώματα.
Η ποιητική συλλογή, σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, παρουσιάζει τον αγώνα του ποιητή  να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο, φανερώνοντας τις αδυναμίες του. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, όμως, αποκαλύπτει την προσπάθεια του να τον καταλάβει. Λέξη – λέξη, στίχο – στίχο πλέκει το αόρατο πνευματικό νήμα της ανθρώπινης ύπαρξης και της Ζωής «[…]που δε φοβάται το θάνατο!», οριοθετεί την «λεηλατημένη Ειρήνη» και τις «[…]βόμβες νετρονίου made in USA[…]» από τους δυνατούς, ιχνηλατεί το νόημα της θυσίας του Θεανθρώπου και την παρουσία Του («ΛΑΒΕΤΕ ΦΑΓΕΤΕ») στη γη, στιγματίζει την πολιτική παρακμή («τους τοποθετούσαν στα ίδια πρόσωπα κι έφτιαχναν τους ήρωες με το χαμόγελο στα χείλη») και πονά με τις υποκριτικές ανθρώπινες σχέσεις («Η αγορά γέμισε μάσκες[…]»).
Είναι φανερό ότι η ποιητική συλλογή προσκαλεί τον αναγνώστη σε ένα αμμουδερό χοροστάσι στην ακρογιαλιά του Σταυρού στο Ακρωτήρι. Εδώ μια λεπτή μορφή με λευκά γένια, άσπρα μαλλιά και μαύρα μάτια με γυαλιά διπλώνει τα μανίκια του άσπρου πουκαμίσου, τεντώνοντας τα χέρια πλάι στο σώμα του. Ορθώνει το σταυρόσχημο κορμί του, παίρνει μια βαθιά ανάσα και χτυπά το πρώτο μπαλόνι με τα δάκτυλά του. Αλήθεια, αυτός είναι ο Βαγγέλης Κακατσάκης, ο Ζορμπάς της ποίησης και το «ΚΑΖΟΒΑΡ» είναι ένα συρτάκι, το οποίο ξεκινά με μια αργή μελωδία και εξελίσσεται σε ρυθμική καταιγίδα.



Βαγγέλης Κακατσάκης

Τα πρώτα αργά βήματα, τα οποία ζωγραφίζουν τα όνειρά του ποιητή στην άμμο, είναι σταθερά, ξεκάθαρα, βαριά και γήινα, καθώς όλο το πέλμα πατεί στη γη. Αυτό είναι το κεφάλαιο «ΙΔΟΥ ΕΓΩ» – «ΚΑΖΟΒΑΡ», η αρχή του μουσικοχορευτικού ταξιδιού. Ο ποιητής δίνει το στίγμα του, δηλώνει την παρουσία του και ξεδιπλώνει την  ταυτότητά του. Το γλυκόλαλο μπουζούκι, το οποίο αρχίζει να συνοδεύει το μουσικό χαλί, υπενθυμίζει την «εμφάνιση των χυδαίων» που ξεπουλούν τις αρχές και τα ιδανικά τους. Τα βήματα πάνε μπρός-πίσω, το σώμα γέρνει προς τα πίσω και τα πόδια κλωτσούν με δύναμη τον αέρα, παλεύοντας με τους χυδαίους.
Η φωνή της «Απολογίας των αδυνάτων» ακούγεται μέσα από το γύρισμα της μελωδίας, η οποία αρχίζει να ζωηρεύει, προετοιμάζοντας τη δυναμική συνέχεια. Τα βήματα του ποιητή–χορευτή ζωηρεύουν, γίνονται σταυρωτά σαν να προσπαθούν να κρύψουν την αδυναμία του, ενώ το σώμα κινείται ζερβά-δεξιά, φανερώνοντας την αμφισβήτησή του. Εδώ το ποιητικό υποκείμενο μιλά για τη ζωή του ανθρώπου, τη σταύρωση (τους αγώνες της ζωής, πολιτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς) και την ανάστασή του (υπάρχει, άραγε, ανάσταση στη γη;). Η μουσική δυναμώνει, το μπουζούκι αρχίζει περίτεχνα γυρίσματα κι ο ποιητικός-χορευτικός λόγος αρχίζει να γίνεται γρήγορος και στακάτος. Τα ζάλα είναι πλέον  μεθυστικά, καθώς το κεφάλι στρέφεται προς τον ουρανό και ένα ζωηρό «Ώπα!» βγαίνει από τα χείλη του. Ναι, είναι «Το ημερολόγιο του Φαέθοντα», η αισιοδοξία που ανοίγει «το πηγάδι της κραυγής», καθώς η σιωπή δεν έχει θέση στους συλλογικούς αγώνες για ελευθερία, δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Και ξαφνικά η μουσική καταιγίδα! Τα πόδια δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον ταχύτατο ρυθμό, αλλά η ψυχή δεν πτοείται, καθώς ο χορός έχει απογειωθεί, είναι αέρινος…




Ο Βαγγέλης Κακατσάκης είχε «πολλά να πει, μα δεν τα πήγε η γλώσσα του». Γι’ αυτό χρησιμοποίησε την ποίηση, τη χορευτική ποίηση, του διαχρονικού Έλληνα Ζορμπά που δεν διστάζει να πει τη γνώμη του, μένοντας πιστός στις αξίες και στα ιδανικά του.

* Πριν από το fractalart. gr που μας παραπέμπει ο σύνδεσμος το κείμενο δημοσιεύθηκε και στη στήλη "Σταγόνες Χανιώτικης Ιστορίας"  (Εβδομαδιαία έκδοση της εφ. "Χανιώτικα νέα", 29.2.2020)