Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 28η Οκτωβρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ... 
Της επιστροφής… Στην ημέρα εκείνη που ο λαός μας στάθηκε όρθιος “στο διάσελο της ιστορίας” και μεθυσμένος από το αθάνατο κρασί του ’21 είπε OΧΙ στους εισβολείς που ήρθαν να πάρουν τη γη του. Στις ημέρες εκείνες που «της δάφνης ξανανθίσαν τα κλωνάρια, επάνω στης Ηπείρου τις πλαγιές». Μα και στις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν, τις μέρες της οπισθοχώρησης και της Κατοχής. Με οδηγό το Ημερολόγιο του εκ των πρωταγωνιστών του OΧΙ, του Χανιώτη Σπύρου Ντουντουλάκη που έγινε βιβλίο απ’ τον γιο του τον δάσκαλο Κώστα Ντουντουλάκη και παρουσιάζεται απόψε, ανήμερα της Εθνικής μας Επετείου στην αγάπη της. Είκοσι πέντε χρόνια, μετά το φευγιό του στη Χώρα των Μακάρων. Αμετάστατα…
«Καίει η μνήμη άκαυτη βάτος»… Αλεξινή λαμπάδα που άναψε ο γιος για τον πατέρα εις μνημόσυνον αιώνιο τούτο το βιβλίο που μας παραπέμπει έμμεσα στο “Aσμα Ηρωικό και Πένθιμο” για τον χαμένο Ανθ/γό της Αλβανίας και το “Aξιον Εστί” του Οδυσσέα Ελύτη και άμεσα στο “Eνας  Στρατιώτης θυμάται” του Μάρκου Ντουκάκη. Και βέβαια στη μνημειώδη σειρά “Η μνήμη και στάχτη” της ωραίας ως Ελληνίδας ξεχωριστής πνευματικής δημιουργού του τόπου μας Πηνελόπης Ντουντουλάκη. Για ν’ ανάψουμε κι εμείς απ’ αυτήν τη λαμπάδα τα κεριά μας ο καθένας μας στο δικό του μανουάλι της μνήμης. Ιδιαίτερα οι παλιότεροι που οι πατεράδες μας υπήρξαν συμπολεμιστές, συναγωνιστές του Σπύρου Ντουντουλάκη, στα βουνά της Αλβανίας. Πώς να μην δένεται σε κόμπους η συγκίνηση στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ύστερα απ’ την εισαγωγική προσλαλιά του γιου και την αισθαντική ομιλία για  το βιβλίο της Πηνελόπης!
«Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των/ ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες./ Ποτέ από το χρέος μη κινούντες»… Και οι στίχοι αυτοί του Αλεξανδρινού ποιητή στο νου μου, ενώ διάβαζα, έχοντας πάντα το μολυβάκι μου ανά χείρας, έτοιμο για σημειώσεις, το ιδιαίτερα επιμελημένο και με πρωτότυπο φωτογραφικό υλικό διανθισμένο αυτό βιβλίο. Τιμή στον Σπύρο Ντουντουλάκη μα και σ’ όλους τους άλλους Ντουντουλάκηδες. Στους συμμαχητές του και σε όλους όσοι αγωνίστηκαν, πάλαι τε και επ’ εσχάτων, αγωνίζονται και θα αγωνίζονται μέχρι να στέκει ο ήλιος στα μετερίζια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μεγάλη υπόθεση το δικαίωμα να λέγεσαι άνθρωπος…
Η γλώσσα είναι πρωτίστως κοινωνικό γεγονός. Βασική της αποστολή η επικοινωνία, μας λέει ο Γάλλος γλωσσολόγος F. Saussure του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Κι αν την χρησιμοποιεί σε υπέρτατο βαθμό συγκινησιακά, λες κι είναι φτασμένος λογοτέχνης, ο Σπύρος Ντουντουλάκης που ειρήσθω εν παρόδω, ίσα-ίσα που ‘χε τελειώσει το Δημοτικό, στις σελίδες του Ημερολογίου του που τα φύλαγε ως κόρην οφθαλμού. Δείγμα γραφής που μας αποκαλύπτει μαζί με το ύφος και το ήθος. Απόσπασμα απ’ τη σελ. 69: «Ο Δασκαλάκης, υψηλός, παχουλός, πρόσωπον πάντοτε ρόδινον, γενειάδα μαύρη, κατάπυκνη, και μουστάκι μαύρο, στριμμένο, μάτι διαπεραστικά και χαμόγελο πάντοτε έτοιμο στα χείλη. Είχαμε οι τρεις, εκτός του Βασίλη Δασκαλάκη, μαχαίρια, καρφωμένα μαζί με τη θήκη τους στις περικνημίδες και όλοι το σχολίαζαν. Μίαν ημέραν ο ανθ/γός διμοιρίτης Χατζάρας, δεν ξέρω γιατί μας έκανε ένα δοκιμαστικό συναγερμόν και και πριν ο ίδιος φθάσει εις την θέσιν των ορυγμάτων, όλη η διμοιρία ευρέθη εν τάξει. Τότε με ενθουσιασμόν είπε: “Εγώ με τέτοιο στρατό δεν φοβάμαι ιταλικά μπουλούκια!”». Εντυπωσιακός, εκτός όλων των άλλων, ο μικροπερίοδος λόγος. «Ο πατέρας μου χόρευε σπάνια κι όταν χόρευε του άρεσε να χορεύει τον Χανιώτικο συρτό που ‘χει μικρά ζάλα, ίσως γι’ αυτό ο λόγος του είναι μικροπερίοδος». Η απάντηση που μου έδωσε ο Κώστας όταν του το επεσήμανα. Ενας Χανιώτικος συρτός το Ημερολόγιο του Σπύρου Ντουντουλάκη. Ενα στέρεο κουστούμι χάρις στη ραφή, και τη συρραφή του μια ζωή ράφτη…
«Δίχως ήρωες κι αγίους μένουμε μόνοι/ γυμνοί κι ανυπεράσπιστοι/ στα ανελέητα κατηγορώ της ιστορίας». Σαν συνέχεια του γνωστού αρχαίου ρητού “Όλβιος εστίν όστις ιστορίης έσχεν μάθησιν”, οι παραπάνω στίχοι από ένα ποίημά μου της ΚΑΖΟΒΑΡ. Δεν μου αρέσει η πρεπολογία ομνύω όμως στο “πρέπον”. Σ’ αυτό που έπραξε ο φίλος μου ο Κώστας Ντουντουλάκης για παράδειγμα. Να κάνει βιβλίο, μια έκδοση ζηλευτή, χάρις και στο “΅Ερεισμα” του φίλου ποιητή των “Εγκαυμάτων της Μνήμης”, Χρίστου Μαχαιρίδη, το Ημερολόγιο του πατέρα του…
Σημείωση: Το κύριο μέρος της παρέμβασής μου στην παρουσίαση του βιβλίου “Ημερολόγιο ενός πολεμιστή του ΟΧΙ”, που έγινε τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Τράπεζας Χανίων.





Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019

ΕΥΘΥΒΟΛΑ ΚΑΙ ΜΗ




ΜΙΚΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ
Γράφει ο Νεκτάριος Ευ, Κακατσάκης
Ανεβαίνουν από τα μικράτα τους την ανηφόρα της μικρής πατρίδας τους, τα βλέπω να κρατούν γερά απ’ τις άκρες με τα δακτυλάκια τους τη γαλανόλευκη, ανήμερα 28ης Οκτωβρίου, οι μικροί μαθητές της Γαύδου!
Ορθοβαδίζουν ομού με τους δασκάλους τους πάνω στις στράτες μιας από κείνες τις ξέρες γης που “αναπαύονται” στο μπλε της ελληνικότητάς μας!
Ανήμερα 28ης Οκτωβρίου, “40 βήματα” ο δρόμος τους μα, στα μάτια όλων εκείνων -τα χιλιάδες ζευγάρια ματιών- που τα παρακολουθούν -χάρη στη δύναμη του διαδικτύου- να προχωρούν την ανηφόρα, τα βήματά τους μας γεμίζουν πλέρια με φως και συγκίνηση!
Δεν έχουν σημασία οι αναλύσεις των συναισθημάτων τούτες τις στιγμές· καθείς προσλαμβάνει τις έννοιες και τις πράξεις που θωρεί κατά πώς νιώθει!
Η ουσία είναι ότι ημέρες όπως αυτή -28η Οκτωβρίου- τα στοιχειά της φύσης μας ξυπνούν, και μας μεταλάσσουν, κάποιους λιγότερο και άλλους περισσότερο, μας φέρνουν πίσω σε εκείνες τις εποχές των παππούδων και των γιαγιάδων μας που ορθοβάδισαν κρατώντας ψηλά τις έννοιες, τις ίδιες έννοιες κι έγνοιες που και τώρα κοινωνούμε· ανεπαίσθητα, κι ίσως βαθειά μες στο υποσυνείδητό μας!
…Τα παιδιά στη Γαύδο, στην Κάσο, το Καστελλόριζο, στα χωριά του Εβρου στη Νεά Βύσσα, στις Καστανιές, μα και σε όλες εκείνες τις περιοχές κι όπου αλλού που ορίζονται ως ακριτικές, κρατούν τούτη τη ρίζα και μάχονται γι’ αυτή!
Υπενθυμίζοντας της ιστορίας μας τα μονοπάτια, τα δύσβατα μα πέρα για πέρα αληθινά· και ποιος είναι κείνος που δεν το νιώθει και δεν το αισθάνεται;
Και ποιοι είναι κείνοι που τα ξεχνούν σαν περάσουν οι επέτειοι;
Υπάρχει ένα χάσμα που οφείλουμε να το κλείσουμε, τ’ οφείλουμε και σ’ εκείνους που ακόμη στις μέρες μας στην πράξη έχουν τάξει τη ζωή τους να φυλάττουν Θερμοπύλες!
Τους το χρωστούμε…
Χανιώτικα νέα (30.10.2019)

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ... 

Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν οι καμπάνες σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός, μαζί με τους νεκρούς του».
Γιάννης Ρίτσος.
Στάση σήμερα, τρεις μέρες πριν απ’ την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου στον χρόνο των 60 δευτερολέπτων της σιωπής. Στον χρόνο εκείνο που εμείς οι ζωντανοί αφιερώνουμε στη μνήμη των πεσόντων για την πατρίδα. Στον χρόνο εκείνο που οι μορφές των “αφανών”, που εμείς οι ζωντανοί τους ονοματίσαμε όλους μαζί “Αγνώστους Στρατιώτες”, επανέρχονται ως υπήρξαν νέοι, ωραίοι, γενναίοι, και, προπάντων, επώνυμοι. Είναι εκείνοι οι απλοί άνθρωποι του λαού, που, έχοντας συνειδητοποιήσει τα τεκμήρια της εθνικής μας ταυτότητας, έδωσαν τα ματωμένα πειστήρια του πάθους των για λευτεριά κι ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι έγιναν οι δημιουργοί του έπους του ’40.
Οι καθημερινοί άνθρωποι, που στο κάλεσμα της ιστορίας, άφησαν τις όποιες χαρές και τις όποιες λύπες των και ξεπερνώντας το “εγώ” τους, έφτασαν στο “εμείς” του Μακρυγιάννη. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που ο καθένας ξεχωριστά κι όλοι μαζί είπαν το μεγάλο ΟΧΙ και στάθηκαν με το μπόι τεντωμένο και τα πόδια ανοιχτά στο διάσελο της ιστορίας.
Τα γενναία παιδιά, που για να θυμηθούμε τον Οδυσσέα Ελύτη στο “Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας”, παραφράζοντάς τον ελάχιστα «λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν/ τα κορμιά τους, σιωπηλά ναυάγια της αυγής/ και τα στόματά τους, μικρά πουλιά ακελάηδιστα/ Και τα χέρια τους, ανοιχτές πλατείες στης ερημίας». «Οι πάντα ευκολόπιστοι και πάντα προδομένοι», κατά τον Διονύσιο Σολωμό, που πάνω στην “τσουρουφλισμένη χλαίνη” τους, πριν ξεραθεί το αίμα, έπαιξαν στα ζάρια οι ισχυροί της γης, τα ιδανικά, τα όνειρα και τις ελπίδες των. Οι εσαεί ωραίοι, που για χάρη τους ο χρόνος των 60 δευτερολέπτων τεντώνει τις φτερούγες του και σπρώχνοντας το μετά και το πριν, μπροστά και πίσω, γίνεται ατελεύτητος για να χωρέσει το μέγεθος της ωραιότητας…
Και είναι τότε ακριβώς η στιγμή που κάνει την εμφάνισή της η πατρίδα. Με το μαύρο τσεμπέρι της, αιώνιο σημάδι και φυλαχτάρι της μνήμης, δεμένο σφιχτά. Και με το αδράχτι της, καμωμένο από δρυγιά, παντοτινό σημάδι επιβίωσης, στο χέρι. Η στιγμή που ακόμα και τα στοιχειά ησυχάζουν για ν’ ακουστεί από τα έγκατα της γης η φωνή των νέων, των ωραίων, και, προπάντων των επώνυμων ν’ ανασταίνει εκείνες τις μέρες, όπως τις έχει καταγράψει, ο Οδυσσέας Ελύτης στο “Αξιον Εστί”.
«Τις ημέρες εκείνες έφτασαν επιτέλους ύστερα από τρεις σωστές εβδομάδες οι πρώτοι στα μέρη μας ημιονηγοί. Και έλεγαν πολλά για τις πολιτείες που διάβηκαν, Δέλφινο, Αγιοι Σαράντα, Κορυτσά. Και ξεφόρτωναν τη ρέγγα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια ώρα αρχίτερα και να φύγουνε. Οτι δεν ήταν συνηθισμένοι και τους ετρόμαζε το βρόντισμα στα βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη την όψη μας. Και συνέβηκε τότες ένας απ’ αυτούς να ’χει μαζί του κάτι παλιές εφημερίδες. Και διαβάζαμε όλοι απορημένοι, μ’ όλο το ’χαμε κιόλας ακουστά, πως επανηγύριζαν στην πρωτεύουσα και πως ο κόσμος εσήκωνε, λέει, ψηλά στα χέρια τους φαντάρους που γυρίζανε με άδειες από τα γραφεία της Πρέβεζας και της Αρτας. Και σημαίνανε όλη μέρα οι καμπάνες και το βράδυ στα θέατρα λέγανε τραγούδια και παριστάνανε στη σκηνή τη ζωή μας για να χειροκροτά ο κοσμάκης. Βαρειά σιωπή έπεσε ανάμεσά μας, επειδή κι η ψυχή μας είχε μήνες τώρα στις ερημιές αγριέψει και χωρίς να το λέμε, πολυλογαριάζαμε τα χρόνια μας. Μάλιστα μια στιγμή δάκρυσε ο λοχίας ο Ζώης κι έκανε πέρα τα χαρτιά με τις είδησες του κόσμου, ανοίγοντας τα πέντε δάχτυλα καταπάνω τους. Και οι άλλοι εμείς δε λέγαμε τίποτε, μονάχα με τα μάτια δείχναμε κάτι σαν ευγνωμοσύνη. Τότε ο Λευτέρης που τύλιγε παρέκει τσιγάρο, καρτερικά, σα να ’χε πάρει απάνω του την ανημποριά ολάκερης της Οικουμένης, γύρισε και “Λοχία” είπε “τι βαρυγκομάς; Αυτοί που ’ναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, σ’ αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό και οι άλλοι στα κρεβάτια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ’χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο”».
Η φωνή αυτή βραχνή κι αγαπημένη έρχεται κατευθείαν απ’ τα μνήματα. Από εκεί όπου οι οπλές των κυπαρισσιών τρέφονται με μνήμες που παραμένουν στο επίπεδο του χρέους, μην επιτρέποντας το ξεθώριασμα των προσώπων. Είναι η φωνή των παππούδων μας και των γιαγιάδων μας, η φωνή των πατεράδων και των μανάδων μας. Η φωνή των Ελλήνων του 1940, που επανέρχεται μια φορά τον χρόνο, τότε που τα 60 δευτερόλεπτα της σιωπής, τα οποία εμείς οι ζωντανοί αφιερώνουμε στη μνήμη εκείνων, πυκνώνουν πέρα απ’ το κρίσιμο σημείο και γίνονται ένα με την αιωνιότητα.
Σημείωση: Παλαιότερο κείμενο του γράφοντος με κάποιες μικρές αλλαγές. Είχε εκφωνηθεί ως πανηγυρικός της ημέρας στις 28 Οκτωβρίου 1994 στον Μητροπολιτικό Ναό Χανίων.
Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 25.10.2018)
http://www.haniotika-nea.gr/ton-afanon-2/

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

ΠΑΙΔΟΤΟΠΟΣ

ΣΤ2 ΤΑΞΗ 5ου ΔΗΜ. ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΧΑΝΙΩΝ
ΜΕΘΥΣΤΕ ΜΕ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ!

Καλοί μου φίλοι, καλό Σαββατοκύριακο!
Στην κεντρική θέση του σημερινού Παιδότοπου, το γνωστό τετράστιχο ποίημα του Κωστή Παλαμά για την 28η Οκτωβρίου 1940 που τελειώνει με τον στίχο: “Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα”. Γύρω απ’ αυτό τέσσερα ακόμα ποιήματα σπουδαίων ποιητών μας (του Aγγελου Σικελιανού, του Σπ. Παναγιωτόπουλου, του Τίμου Μωραϊτίνη, του Σωτήρη Σκίπη) για την ημέρα εκείνη και τις ημέρες που ακολούθησαν, διανθισμένα με ζωγραφιές παιδιών, της Στ2 τάξης του 5ου Δημ. Σχ. Χανίων. Παραμονή της Εθνικής μας Επετείου σήμερα και… όταν οι ποιητές μας εμπνέονται από το Eπος του Σαράντα… Μα και όταν τα σημερινά Ελληνόπουλα εμπνέονται απ’ τα ποιήματα των ποιητών μας για το Eπος του Σαράντα…
Εκ βαθέων οι ευχαριστίες μου στη δασκάλα της τάξης καλή μου συναδέλφισσα, Τόνια Σκουλά, όπως και στη διευθύντρια του αγαπημένου μου Σχολείου της Νέας Χώρας Δωροθέα Μαζοκοπάκη.
Σας χαιρετώ με αγάπη όλους!
Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης
δάσκαλος
ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ
«Αυτό κρατάει ανάλαφρα μεσ’ την ανεμοζάλη
το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,
αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα:
Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα!»
Κωστής Παλαμάς
ΞΑΝΑΝΘΙΣΑΝ ΟΙ ΔΑΦΝΕΣ

Της δάφνης ξανανθίσαν τα κλωνάρια
απάνω στης Ηπείρου τις πλαγιές,
τα νέα για να στολίσουν παλληκάρια,
που απ’ όλες της Ελλάδος τις μεριές
τραβούν μ’ ορμή, με θάρρος και μ’ ελπίδα
για να δοξάσουν τη γλυκιά Πατρίδα.
Ο βάρβαρος εχθρός τώρα ας το μάθη
κι ας φύγει ντροπιασμένος, ταπεινός!
Η δάφνη στην Ελλάδα δεν ξεράθη,
της Λευτεριάς δε σβήστη ο αυγερινός.
Κρατεί η Ελλάδα κλώνο ελιάς, μα ξέρει
να σπέρνη κεραυνούς με το άλλο χέρι.
Σπ. Παναγιωτόπουλος
Η ΝΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ

Χτυπάει η καμπάνα… Πόλεμος! Βουίζει το χωριό.
Περήφανες υψώνουνται σημαίες στον αγέρα.
Σκύβουν λεβέντες και φιλούν το χέρι το δεξιό
της μάνας, του πατέρα.
Το τρέμουλο απ’ τη φωνή να κρύψουν οι γονιοί
μάταια πασκίζουν, όταν λεν: «Παιδιά με την ευχή μας».
Κι αυτοί αποχαιρετώντας τους ξεσπούν σε μια ιαχή:
«η Νίκη είναι δική μας!»
Σωτήρης Σκίπης
ΕΜΠΡΟΣ

Για τη νίκη εμπρός
είν’ ο δρόμος λαμπρός.
Νά η Δόξα που ανοίγει στη μάχη
τα χρυσά της φτερά
σαν μιαν άλλη φορά,
στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.
Και αν είν’ σκοτεινιά
και βαρειά καταχνιά
κι αν η νύχτα δεν έχει φεγγάρι,
λαμπρό φως οδηγεί
στην δαφνόσπαρτη γη,
ο δαυλός του Κανάρη.
Τίμος Μωραϊτίνης
ΟΜΠΡΟΣ

Ομπρός!
Με ορθή μεσούρανη
της λευτεριάς τη δάδα,
ανοίγεις δρόμο,
Ελλάδα,
στον Ανθρωπον!
Ομπρός!
Ορμάνε πρώτοι
οι Έλληνες,
κι όλοι οι λαοί σιμά σου
-μεγάλο τ’ όνομά Σου-
βροντοφωνάν:
«Ομπρός!»
Ομπρός
να γίνουμε ο τρανός
στρατός που θα νικήση
σ’ Ανατολή και Δύση
το μαύρο φίδι, ομπρός.


Ομπρός,
κ’ η Ελλάδα σκώθηκε
και διασκορπάει
τα σκότη…
Ανάστα η Ανθρωπότη,
κι ακλούθα την!
Ομπρός!
Αγγ. Σικελιανός
Χανιώτικα νέα (27.10.2018)

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΩΠΟΥ ΚΑΙ ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗΣ

[…] Μετά ένα μήνα πεζοπορία φθάσαμε εις την Κλεισούρα βράδυ. Σκοτίδι, δεν άκουγες παρά μόνο μουγκρητό. Aλλος το πόδι, άλλος χέρια. Μείναμε κείνο το βράδυ εκεί. Εγώ έστρωσα κλαδιά εις ένα ρυάκι που έτρεχε νερό και εκοιμήθηκα. Το άλλο βράδυ τραβήξαμε εις τα υψόμετρα Τρεμπεσίνα. Εκατασκηνώσαμεν εκεί και μάς τρέλαναν με τους βομβαρδισμούς. Δεν είχαμε τίποτα να φάμε. Εγώ τέσσερις μέρες δεν έβαλα τίποτα εις το στόμα μου παρά μόνο χιόνι. Συνάντησα κάποιον χωριανό λοχαγόν που έκανε διανομή γαλέτας, μα δε μου έδωσε.
Με πήγαινε αίμα. Eνα βράδυ κατά τις 11 μάς πήρε ένας ανθυπολοχαγός να πάμε εις το προκεχωρημένο φυλάκιο με υψόμετρο 2500 μ. Εβαδίζαμε εις τα σκοτεινά. Ο ανθυπολοχαγός ήτο πολύ δειλός και δεν επροχώρα. Εμπρός υπήρχε μεγάλη ανεμοθύελλα και χιόνι περίπου 3-4 μέτρα. Μετά μεγάλη ταλαιπωρία φθάσαμε. Βρήκαμε εκεί ένα ταγματάρχη μέσα σε ένα αντίσκηνο που σε 10 λεπτά έπρεπε να το ξεχιονίσει. Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτε. Οι Ιταλοί ήταν από δίπλα, αλλά ήταν τόσο δυνατός ο αέρας που ήταν όλα αδύνατα. Εγυρίσαμε πίσω αλλά μες στα όλα. Εκαρφώναμε μες στο χιόνι. Δεν ημπορούσαμε να βαδίσομε. Μας είπε ο αξιωματικός να κόβομε το χιόνι, να κάνουμε σκαλοπάτια, αλλά αυτό χωρίς αποτέλεσμα. Εγώ έτυχε να μείνω τελευταίος. Είχα βουτήξει μέχρι τη μέση εις το χιόνι. Εφώναζα αλλά ποιός να με βοηθήσει; Στην απελπισία μου, εδίπλαρα το σώμα μου και καθώς ήταν κατήφορος κατόρθωσα να φτάσω παρακάτω. Με περίμενε ένας συνάδελφος και εγυρίσαμε πίσω.
Φύγαμε από εκεί πήγαμε εις ένα χωριό, Πορκοράνη. Πιο πάνω έμενε η Μεραρχία σε μια σπηλιά που εμείς πηγαίναμε την ημέρα. Την νύχτα μέναμε εις το χωριό, αλλά εκοιμόμαστε μες στις λάσπες. Εγώ έπαθα κρυοπαγήματα. Πήγα στον γιατρό και δεν μου έδωσε τίποτα. Εγώ δεν ημπορούσα να κινηθώ καθόλου […].
Εις το διπλανό χωριό βρήκα τον γιατρό που αυτός έδωσε ενδιαφέρο. Μου έδωσε φάρμακο, ειδικό σαπούνι κι έτσι κατόρθωσα να γίνω καλά. Μια μέρα ήλθον τα αεροπλάνα και εβομβάρδισαν το χωριό. Δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο εγώ. Δεν έμεινε τίποτα, μαγειρεία, αποθήκες. Εγώ επρόλαβα, κρύφτηκα πίσω από έναν τοίχο. Δεν έπαθα σχεδόν τίποτα. Μετά λίγες μέρες πήγα και εγώ εις τη σπηλιά με δυο συναδέλφους αλλά εδιαφωνήσαμε από ποιά μεριά να πάμε. Εγώ πήγα από όπου ήθελα. Μόλις έφθασα εις την σπηλιά φέρνανε βαριά τραυματίες. Χέρια, πόδια… Μη φανταστείτε τις ψείρες που είχαμεν…
Και ας αφήσομεν τώρα όλα, ας πάμε εις τη οπιστοχώρηση. Ξαφνικά μαθαίνομε πως οπιστοχωρούμε. Εμείς με τον λόχο μας οπιστοχωρούμε κανονικά και συγκεντρωμένα, μέχρι από Γιάννενα κοντά. Είχαμε σταματήσει λίγο να ξεκουραστούμε, να μαγερέψουμε να φάμε. Ετοιμαζόμαστε να μαγερέψουμε αλλά εκείνη την ώρα ήλθαν δυο ιππείς και μας είπαν όσο μπορούμε να τρέχομε. Εκεί μας υποχρέωσαν και αφήσαμε τα όπλα. Περάσαμε από πολλά μέρη, Μεσολόγγι, Ναύπακτος. Περάσαμε εις τον Ψαθόπυργον. Εκεί συνάντησα και τον μακαρίτη αδελφό μου Μ. Μάς διέσπασαν εις την Πελοπόννησον. Εμάς, με άλλους, με τον αδελφό μου, μας πήγαν εις τα Κρέσταινα Ηλείας […]


Σημείωση: Κάποια αποσπάσματα απ’ τη “βιογραφία” του πατέρα μου Θεοκλή Αντ. Κακατσάκη (το μεγαλύτερο μέρος της αναφέρεται στον πόλεμο του 1940) πέρυσι, παραμονή της 28ης Οκτωβρίου. Κάποια αποσπάσματα από ένα άλλο γραφτό του για τον πόλεμο εκείνο (το έγραψε το 1975 σε ηλικία 66 ετών) εφέτος, προπαραμονή της Εθνικής μας επετείου. Δίχως καμιά “κορώνα” κι αυτό το γραφτό του. Το ίδιο λιτό ύφος, ο ίδιος μικροπερίοδος απαρτισμένος λόγος. Εντάξει, διόρθωσα τα ορθογραφικά λάθη κι έβαλα τις τελείες, όπου τις ήθελες, πατέρα!

Χανιώτικα νέα (26.10. 2018)


http://www.haniotika-nea.gr/meres-metopou-ke-opisthochorisis/