Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάζοβαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάζοβαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

ΚΑΖΟΒΑΡ


ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ  "ΚΑΖΟΒΑΡ" ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗ

ΟΙ ΧΥΔΑΙΟΙ,  ΟΙ ΑΔΥΝΑΤΟΙ ΚΑΙ ΟΙ "ΦΑΕΘΟΝΤΕΣ" 

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη * 



Όταν άφηνε η μέρα
την τελευταία της πνοή,
σταύρωσαν ένα κυκλάμινο·
επειδή πολύ αγάπησε την ομορφιά.

Ήταν υπέροχο αυτό που ένιωσα ανοίγοντας τη συλλογή ποιημάτων που ήρθε από την Κρήτη, από τα Χανιά: Ένα κυκλάμινο, αν και σταυρωμένο τίναξε τα φυλλαράκια του και χαμογέλασε καλωσορίζοντάς με στην ΚΑΖΟΒΑΡ , σε μια πόλη-χώρα-σύμβολο, όπου συνυπάρχουν οι ‘χυδαίοι’, οι ‘αδύνατοι’ και οι ‘φαέθοντες’ και όπου ο Ποιητής ως ‘ο πρώτος και ο έσχατος άνθρωπος’ προσεγγίζει τα γεγονότα και προσπαθεί να ερμηνεύσει κάποιες από τις ανθρώπινες συμπεριφορές», όπως εξηγεί ο ίδιος ο ποιητής και μας εισάγει στον ποιητικό του χώρο, στο δικό του καθημερινό ποιητικό σύμπαν.
Η Κάζοβαρ ίσως είναι μια σύγχρονη πολυπληθυσμική, πολύχρωμη Βαβέλ, όπως και μια ιδεατή πόλη που βρίσκεται στο μυαλό του δημιουργού της και στις ποιητικές διαστάσεις που ορίζει η ποιητική του οραματικότητα, μια πόλη / χώρα πανδοχείο που φιλοξενεί τους πάντες, ένας τόπος όπου βρίσκει έδαφος να ριζώσει, να δράσει και να ευδοκιμήσει κάθε «είδος» ανθρώπου, μια πόλη θέατρο του παραλόγου. στη σκηνή του οποίου κάθε μέρα παίζεται μια φαρσοκωμωδία : η ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της.
Με προβλημάτισε το όνομα της πόλης. Η λέξη δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, αλλά αναλύοντάς την στα στοιχεία που την συνθέτουν : Κάζο – μπαρ μου ΄φανέρωσε μια χώρα που έχει μεταβληθεί σε σύγχρονο κέντρο «ποτο-κατάνυξης», σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν και συμβιώνουν όλα τα στοιχεία, χώρα ή πόλη της συμφοράς, της «πλάκας», για γέλια αλλά και για κλάματα, μια χώρα μπαρ της πλάκας αλλά και της συμφοράς.
Γεννημένος το 1948 ο ποιητής, έζησε τα παιδικά του χρόνια μέσα σε μια χώρα λεηλατημένη υλικά και ηθικά, αιμόφυρτη, φτωχή καταπληγωμένη από τις μεγάλες συμφορές: Μεταξική δικτατορία, Πόλεμο του Σαράντα, Κατοχή, Εμφύλιο, που ακόμα κατασπαρασσόταν από μετεμφυλιακά μίση. Η εφηβεία του συμπορεύεται με τις πολιτικοκοινωνικές ανακατατάξεις, τη δικτατορία των συνταγματαρχών, την επάνοδο της Δημοκρατίας στη χώρα και με όσα συν και πλην δημιούργησε η μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας από αγροτική σε νεοαστική και με όσα προκάλεσε ο νέος τρόπος ζωής με την περίφημη «παγκοσμιοποίηση» που ανάτρεψε τα πάντα και επέβαλε τους δικούς του όρους ζωής και συμπεριφοράς. Αιώνιες, βασικές αξίες
Καταπατήθηκαν, αλώθηκαν τα ιερά και τα όσια. Ό, τι απόμεινε από τις δικτατορίες, το κατασπάραξε η νέα αντίληψη για τη ζωή, ισοπεδώθηκαν τα πάντα στο όνομα της
πολλά υποσχόμενης «παγκοσμιοποίησης», στην ουσία ρευστοποίησης των πάντων.



Βαγγέλης Κακατσάκης

Μέσα σε τούτον το χώρο όπου συμβιούν οι πάντες, ο ποιητής, ευθύς εξαρχής, διαχωρίζει τη θέση του και αυτοσυστήνεται ως εάν ήταν ο πρώτος ζωντανός άνθρωπος που συνειδητοποίησε την ύπαρξή του ανάμεσα στο πολυώνυμο πλήθος, μέσα στο άναρχο χάος μιας «ακυβέρνητης πολιτείας» και τον ξεχωριστό του ρόλο που εκ των πραγμάτων έχει φορτιστεί να επιτελέσει στο θέατρο της καθημερινής ανθρώπινης περιπέτειας. Και για τούτο ύψωσε το ανάστημά του όχι μόνο για να κάνει αισθητή την παρουσία του αλλά και να δηλώσει προς πάσα κατεύθυνση πως υπάρχει έστω και ένας, ας είναι και «ο πρώτος ζωντανός» που θα αντισταθεί και θα σταθεί «γυμνός, ανυπόδητος και πένης» ενάντια σ’ εκείνους που μετέβαλαν την πατρίδα του σε πόλη Κάζοβαρ, «σε χώρα τυφλών, σακάτηδων, γερόντων» κραυγάζοντας:


«Ιδού εγώ!
Ο πρώτος που χαστούκισε το χάος
Ο πρώτος που λούστηκε γυμνός στο ηλιοφώς
 Ιδού εγώ!
Ο πρώτος ζωντανός
γυμνός, ανυπόδητος και πένης,
σε χώρα τυφλών, σακάτηδων, γερόντων,
μόνος πορεύομαι.
…………….
Ο έσχατος νεκρός…
…μόνος καθεύδω

Ιδού εγώ!
Ο πρώτος και ο έσχατος άνθρωπος»
            

Δεν έμεινε κανένας άλλος ζωντανός στην ΚΑΖΟΒΑΡ να τα βάλει με τον εισβολέα που άλωσε τα πάντα και μετέβαλε τη χώρα του σε απέραντο νεκροταφείο:

«Τρεις μέρες ανοίγουν λάκκους (….)
στις πλατείες, στα γραφεία και στις εκκλησίες
στους δρόμους και στα μαγαζιά.
Ανοίγουν λάκκους στις καρδιές (…)
με παθιασμένες λέξεις, με συνθήματα…
δεκατρείς που ανοίγουν λάκκους στην Κάζοβαρ.
Δεν έμεινε σπιθαμή για σπιθαμή….»

Ποιήματα γραμμένα πριν τριάντα χρόνια κι όμως τόσο σύγχρονα, πάντα επίκαιρα, διαχρονικά. Πόσο μακριά έβλεπε ο ποιητής, πόσο ζούσε αυτό που συμβαίνει κάθε μέρα στον τόπο μας και στον κόσμο.  Με τη δύναμη των όπλων τάχα για να παγιωθεί ειρήνη, έκαναν τον κόσμο Κάζοβαρ:

«…Αυτοί που έμπηξαν το μαχαίρι /
στην πόρτα της δικής μας άνοιξης,
κρύφτηκαν μέσα στο πλήθος.
Βαδίζουμε ξυπόλητοι
στην ανθρακιά των ονείρων μας.
Πιο χαμηλά από τα δάκρυα,
δένουμε κόμπο τη σημαία μας.
Εδώ είμαστε!
Μόνοι, ανέστιοι κι ανυπόδητοι…
Λάβετε φάγετε
την αδυναμία μας!»
                    
                                   
Ο ποιητής έχει το σθένος να δώσει απάντηση και σε κάθε κατηγορία για δήθεν ολιγωρία και σιωπή:
…….
«Μα εμείς ξέρουμε, γιατί
πήγαν χαμένες τόσες άνοιξες…
Ξέρουμε,
πόσο χώμα χρειάζεται
στη μικρή αυλή μας
για να ριζώσει
η αστραπή του ονείρου..
(….)γιατί προσμένουμε την ανάσταση».



Έχει το προνόμιο, την τύχη στην ατυχία να έχει ζήσει το μετά κατοχικό δράμα της πατρίδας μας που είναι και δράμα σύμπαντος του Ελληνισμού, να είναι μέρος του δράματος που ξετυλίγεται μπροστά του και βρίσκει μια εύλογη αιτιολογία για τον «ιστορικό συμβιβασμό» και πρόβλεψη, όχι χωρίς κριτική διάθεση:

«Πέντε χρονών παίξαμε
κάτω από τον ίσκιο του…
…Στα δεκαπέντε
αρχίσαμε να κάνουμε όνειρα.
Στο δέντρο αυτό θα βρουν
καταφύγιο τα πουλιά.
Οι ποιητές θα γράφουν
νέα ποιήματα.
Οι πολεμιστές θα βρουν ανάπαυση
απ’ τον αχό της μάχης.
Εδώ στο δέντρο αυτό,
θα ξαναγραφτεί η Ιστορία».

με τον συμβιβασμό, με τη «Ζωή εν τάφω», και όλα τα τραγούδια της θάλασσας, του έρωτα, της εργατιάς, όπως και εκείνο το αμφίσημο, «το τραγούδι του καλόγερου τ’ ανακατεμένο με χώμα και Θεό», όλα ρίχτηκαν στη φωτιά κι άρχισαν τα μοιρολόγια, ο μοιραίος απολογισμός του «ιστορικού», του ααναγκαστικού ή μη «συμβιβασμού».




«Το ημερολόγιο του Φαέθοντα», ανοίγει με το χαρακτηριστικό τετράστιχο:

«Ανοίγουμε το πηγάδι της κραυγής!
Εκείνο των παιδιάστικων θαυμαστικών·
των υπέροχων ερώτων·
των πράξεων που τις είπανε ποιήματα.
…..
Έτσι, δεν μπορούνε πια
Να μας ξαναστήσουνε στον τοίχο..».

Ο Φαέθοντας που αναστήθηκε από την τέφρα του, έγινε ο προφήτης του καινούριου χρόνου, του καινούριου κόσμου, των νέων ανθρώπων, εκείνων που κατέχουν τον καινούριο λόγο, σχέση με την πραγματικότητα, που έχουν γνώση και επίγνωση τι σημαίνει:
«βιβλία καθώς πρέπει,
αυτό το κατ’ αποκλειστικότητα».
Που ξέρουν:
«Ποιοι κατέκτησαν πραγματικά την Ιστορία»


Εκείνο το μικρό παιδί που ρωτούσε τη μάνα του πότε θα γίνει άντρας, τώρα πια ξέρει τι σημαίνει αυτό, όπως και η αιώνια Ελληνίδα μάνα ξέρει πια τι σημαίνουν τα λόγια της Σπαρτιάσσας μάνας, ευχή και κατάρα: «Ήταν ή επί τας», ξέρει ποιος είναι ο ρόλος κι ο προορισμός του στη ζωή. Τι κι αν προσπάθησαν να σπείρουν την απελπισία; Εκείνοι οι γενναίοι πια άντρες:
« Αντι για ψωμί τις μέρες εκείνες
δείπνησαν τη λεβεντιά.
Ήπιαν το κρασί της δόξας,
έτσι χορτάτους τους βρήκε ο θάνατος.
Η Κρήτη φόρεσε το μαύρο τσεμπέρι της
κι έψαλλε το ‘Χριστός Ανέστη’.
Ο θάνατος αυτός ονομάστηκε
Αθανασία»

Φαέθοντας, λάτρης και κομιστής του φωτός ο ποιητής, οραματίζεται τη νέα ζωή σ’ έναν κόσμο που βγαίνει αναστάσιμος μέσα από την τέφρα του, κουβαλώντας «μέχρι το αύριο τη σημαία του για να την καρφώσει «καταμεσής στην καρδιά» του καλοκαιριού, έχοντας την αθάνατη, την άτρωτη ελπίδα ως ασπίδα μπροστά του· και θα κλείσει τον κύκλο της καθημερινής ανθρώπινης περιπέτειας με ένα αισιόδοξο μήνυμα:

«Όσοι ξέρετε από δάκρυα,
μη φοβηθείτε την άλωση.
Μην τρομάξετε με την απουσία των χελιδονιών.
Μην κλάψετε για τα πένθιμα φακιόλια των τραγουδιών.
Θα ‘ρθει καιρός
που τα τραγούδια θα γίνουν αναστάσιμα.
Μη φοβηθείτε,
όσοι ξέρετε από δάκρυα.

Παλαιό Φάληρο, 8 Οκτωβρίου 2019
*Η Ελένη Τσικριτέα – Χωρεάνθη γεννήθηκε στην Αγία Βαρβάρα Τριχωνίδας  Αιτωλοακαρνανίας και τελείωσε το Γυμνάσιο Θηλέων Αγρινίου. Σπούδασε Παιδαγωγικά και μετεκπαιδεύτηκε στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, κριτική βιβλίων, μετάφραση, διασκευές αρχαίων ελληνικών κειμένων. Συνεργάζεται με τα εγκυρότερα παιδαγωγικά και λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες  της Αθήνας και της επαρχίας. Κείμενά της, ποιητικά και πεζά, έχουν συμπεριληφθεί στα βιβλία του Δημοτικού Η Γλώσσα μου.  Είναι τακτικό μέλος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Έχει εκδώσει ως τώρα 64 βιβλία: 12 ποιητικές συλλογές, 6 μυθιστορήματα, 3 βιβλία με διασκευές τραγωδιών, 1 δοκίμιο, 42 βιβλία για παιδιά και εφήβους

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

ΠΟΙΗΣΗ



ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ





Μπήκαν στην πόλη.
Η αγορά γέμισε μάσκες.
Ο ήλιος μαζεύτηκε
πάνω στην ξεμοναχιασμένη παπαρούνα.
Οι πολλοί κρύφτηκαν στα σπίτια τους
και στόμωσαν με τα μάτια τους τις κλειδαρότρυπες.
Ο φόβος κραυγάζει στους σάπιους μελντεσέδες
δένεται ο φιόγκος στα μαλλιά των κοριτσιών.
Ουά ο καταλύων τον ναόν!
Η μέρα σπαρταρά
Πνιγμένη απ’ τα «γιούχα».

ΒΑΓΓΕΛΗΣ θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ
(ΚΑΖΟΒΑΡ, Γ' Έκδοση, "Πυξίδα της Πόλης", Χανιά 2014)




Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

ΔΙΑΦΟΡΑ

ΕΥΔΟΚΙΑ ΣΚΟΡΔΑΛΑ - ΚΑΚΑΤΣΑΚΗ ΚΑΙ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ


Γράφει η Καίτη Αλεξη*
Έτσι είναι κι έτσι θα τους αναφέρω εδώ, ως μία δυάδα αδιαίρετη, που δεσπόζει στα πνευματικά πράγματα της πόλης και πέραν αυτής. Δύο ευαίσθητοι, σκεπτόμενοι, προικισμένοι άνθρωποι, που πορευόμενοι στα χρόνια της νιότης ανακαλύπτοντας τη ζωή, τα βήματά τους συναντήθηκαν και κοντοστάθηκαν. (ΦΩΤΟ) Εδωσαν τα χέρια και προχωρούν ξέροντας πως «οι άνθρωποι είναι Αγγελοι με ένα φτερό, θα πετάξουν μόνο όταν αγκαλιαστούν». Απ’ αυτή τη συμπόρευση βγήκαν καρποί θεσπέσιοι και όπως λέει ο Paulo Coelho τα δέντρα τα κρίνουμε από τους καρπούς. Και οι δύο έχουν κατακτήσει την ουσία της ζωής. Αλλωστε τα απλά πράγματα είναι τα πιο ασυνήθιστα και μόνο οι σοφοί τα διακρίνουν.
Οι δύο λοιπόν ξεχωριστοί κι αγαπητοί αυτοί άνθρωποι, είχαν την καλοσύνη να μου αφιερώσουν δύο τόμους παλαιότερων πνευματικών εργασιών τους, πολύτιμων για μένα. Αλλωστε, το πνεύμα που καταγράφεται για να μείνει δεν είναι ένδυμα που περνά η μόδα του, είναι ένδυμα ψυχής που βρέχει και αρδεύει ψυχές.
Πρόκειται για τον δεύτερο τόμο ποίησης των ασθενών του Νοσοκομείου Ψυχικών Παθήσεων Χανίων, που επιμελήθηκε η ποιήτρια και σπουδαία παραμυθού κα Ευδοκία Σκορδαλά – Κακατσάκη. Μα τι λιγότερο θα περίμενε κάποιος από μια κυρία που δεν έχει μόνο το όνομα έχει και χάρη.
Ευδοκία! Της δόθηκε προφητικά και εύστοχα. Και ευφυής καθώς είναι, έδεσε άρρηκτα το όνομα με τη ζωή της.
Ο κ. Βαγγέλης Κακατσάκης, δάσκαλος, συγγραφέας, ποιητής και δημοσιογράφος, δημιουργικός κι ακούραστος σκαπανέας του πνεύματος.
Προσκεκλημένος στην εκπομπή μου στο Ραδιόφωνο “Μαρτυρία”, χάρηκα τις αφηγήσεις του, έχει ένα χαριτωμένο τρόπο να μιλά λες και οι λέξεις του γελούν…
Σ’ εκείνη την εκπομπή, είχε την καλοσύνη να μου αφιερώσει την ποιητική του συλλογή “ΚΑΖΟΒΑΡ”. Διαβάζοντας ή καλύτερα μελετώντας την “ΚΑΖΟΒΑΡ” δεν χρειάστηκε ν’ αναρωτηθώ η “ΚΑΖΟΒΑΡ” τι σημαίνει.
Ούτε ότι ο Βαγγέλης Κακατσάκης είναι μιας ιδιαίτερης στόφας ποιητής.
Με μια ξεκάθαρη ματιά στα πράγματα, με έντονο το αίσθημα ελευθερίας και δικαιοσύνης, με εσωτερικές συγκρούσεις που καταγράφονται αριστοτεχνικά στην ποίησή του και διαφαίνονται όταν σε στιγμές έντονης φόρτισης το πάει κρεσέντο κι άλλοτε μια άνευ ορίων αισιοδοξία, διαπιστώνεις να καταλαγιάζει την τρικυμία. Δε θέλει να χαθεί η ελπίδα και κάπου – κάπου ζωγραφίζει ένα ουράνιο τόξο, που φευ διαλύεται με την πρώτη στη διαπασών κραυγή του ευαίσθητου ποιητή.
Βέβαια, δεν είναι εύκολο να τελειώσεις με τον πολυμήχανο του λόγου Βαγγέλη Κακατσάκη, ο οποίος “Στα πεταχτά”, μάς λέει με χιούμορ πιο σοβαρά πράγματα.
Είναι τεχνίτης του λόγου· τελεία και παύλα.

Χανιώτικα νέα (16.07.2018)


http://www.haniotika-nea.gr/evdokia-skordala-kakatsaki-vangelis-kakatsakis/

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

ΠΟΙΗΣΗ


ΤΟΛΜΗΣΕ ΝΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΕΙ




Εξομολογήθηκε τον έρωτά του
στο γιασεμί του πάρκου
και στάθηκε αφορμή
να ξανακεηλαδήσουν τ’ αηδόνια.
Τον έστησαν στα έξι μέτρα.
Δεν έκανε κανένα έγκλημα…

Όμως η πινακίδα υπήρχε
ακόμα στην εξώθυρα.
«Όποιος ταράξει
τον ύπνο του γιασεμιού,
θα ονομαστεί φονιάς
και θα πληρωθεί με θάνατο!».

Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

"ΚΑΖΟΒΑΡ", Πολιτιστική Εταιρεία Κρήτης-Πυξίδα της Πόλης, Χανιά 2016


Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

ΣΥΝΕΝΤEΥΞΕΙΣ

Ο ποιητής και δημοσιογράφος Βαγγέλης Κακατσάκης μιλάει στο Διονύση Λεϊμονή

Με τον δάσκαλο, ποιητή και δημοσιογράφο Βαγγέλη Κακατσάκη, συνομίλησε στο "Μιλάμε για το βιβλίο" ο στο Διονύσης Λεϊμονής, διαβάζοντας την ποιητική του συλλογή"Κάζοβαρ", όπου περιγράφεται η ζωή σε μια γνωστή-άγνωστη πόλη όπου μπορεί να διακρίνει κανείς "χυδαίους", "αδύνατους", αλλά και "φαέθοντες". Ίσως να είναι η πόλη όλων μας ή και η ίδια η ψυχή μας, καθώς κουβαλάμε στοιχεία χυδαιότητας, αδυναμίας αλλά και πολύ φως.
Μπορεί άραγε η φωνή του ποιητή να μας αφυπνίσει, ενεργοποιώντας τα θετικά στοιχεία του ευατού μας σε μια πόλη-κοινωνία που παραπαίει;

http://www.bookia.gr/index.php?action=Blog&post=3ac7df39-b641-405f-9b7a-faff69a90b2c

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

ΚΑΖΟΒΑΡ

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης //
«Μη φοβηθείτε,/ όσοι ξέρετε από δάκρυα»
(Θα ’ρθει καιρός)

marakis21Ο Βαγγέλης Κακατσάκης είναι ο ποιητής που παρουσιάζουμε σήμερα στο Ατέχνως. Ο ποιητής γεννήθηκε στο Νίππος Χανίων από γονείς αγρότες το 1948. Είναι απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας, σπούδασε στην Πάντειο Σχολή (σημερινό Πάντειο Πανεπιστήμιο) και μετεκπαιδεύτηκε στις Επιστήμες της Αγωγής. Εργάστηκε για 36 χρόνια ως δάσκαλος. Έχει ασχοληθεί ενεργά, για μια 20ετία περίπου, με το συνδικαλισμό και συνεχίζει ν’ ασχολείται εδώ και 45 χρόνια με τον πολιτισμό και την παράδοση. Είναι συνεργάτης, απ’ τα μέσα της 10ετίας του 1970, της εφημερίδας “Χανιώτικα νέα”. Εκτός των άλλων δημοσιευμάτων του (ποιήματα, διηγήματα, επιφυλλίδες, χρονογραφήματα, άρθρα, μελέτες κ.λπ.) έχουν κυκλοφορηθεί σε βιβλία άλλες δύο ποιητικές του συλλογές: “Τα άλογα του χρόνου” (1973), “ΚΑΖΟΒΑΡ” (εκδ. “Φιλιππότη”, 1987) και “Όταν γίνεις ποίημα” (εκδ. “Πολιτιστική Εταιρεία Κρήτης – Πυξίδα της Πόλης”, 2013) και το πεζό “Τα γράμματα της Παναγίας” (Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Κισάμου και Σελίνου, 2013).
Ξεκινάμε με μια παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «ΚΑΖΟΒΑΡ» (40 ποιήματα συν ακόμα 3 που λειτουργούν ως πρόλογος κι επίλογος αντίστοιχα) η οποία περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα πριν από 30 χρόνια και κυκλοφόρησε σαν βιβλίο το 1987 κάνοντας δύο εκδόσεις από τον «Φιλιππότη». Ο τίτλος της συλλογής αποτελεί μια λεκτική κατασκευή του  ίδιου του ποιητή. Σύμφωνα μες τον ίδιο την εποχή που αποφάσισε να εκδόσει την «ΚΑΖΟΒΑΡ» διάβαζε τον «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου. Η κατάληξη, -βαρ, του άρεσε και του θύμιζε επανάσταση. Έτσι επινόησε αυτή τη λέξη, που μάλλον δεν υπάρχει πουθενά αλλού. Η Κάζοβαρ δεν είναι όμως μόνο ο τίτλος ενός βιβλίου αλλά μια ολόκληρη πολιτεία, μια πόλη-χώρα όπου συνυπάρχουν οι «χυδαίοι», οι «αδύνατ(μ)οι» και οι «φαέθοντες» και όπου ο Ποιητής ως ο «έσχατος άνθρωπος» προσεγγίζει τα γεγονότα προσπαθώντας να ερμηνεύσει κάποιες από τις ανθρώπινες συμπεριφορές αλλά και τις διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες.
Ο ίδιος ο ποιητής σε συνέντευξη σε τοπική εφημερίδα των Χανίων (Χανιώτικα Νέα, 27/6/2014, ρεπορτάζ: Δημήτρης Μαριδάκης), δήλωσε ότι στην Κάζοβαρ συνυπάρχουν όλων των ειδών οι άνθρωποι. «Οι “χυδαίοι” που θέλουν να επιβάλουν το κακό, οι “αδύναμοι” που θέλουν να κάνουν το καλό, αλλά κάνουν ελάχιστες προσπάθειες για να το πετύχουν και υπάρχουν και οι “φαέθοντες”, οι οποίοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να κάνουν τη δική τους επανάσταση. Αυτή η πόλη βέβαια μπορεί να βρίσκεται σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, αλλά και μέσα στην καρδιά μας. Ο καθένας μέσα στην καρδιά του μπορεί να έχει μια Κάζοβαρ». Όπως θα αντιληφθεί κι ο αναγνώστης η Κάζοβαρ δεν είναι απλώς ένα δημιούργημα της ποιητικής φαντασίας και ευφυίας του Βαγγέλη Κακατσάκη αλλά μία πολιτεία-αντανάκλαση της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Κι αυτό ισχύει τόσο στα χρόνια που εκδόθηκε το βιβλίο (1987) αλλά και σήμερα. Μπορούμε μάλιστα να υποθέοσυμε με μεγάλη ακρίβεια ότι στα ποιήματα αυτά φαίνεται η επιρροή των πρόσφατων (για τότε) κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων με πρώτο γεγονός στη σειρά την ελληνική Χούντα αλλά και τη διεθνή συγκυρία της εποχής. Έντονο είναι και το θρησκευτικό στοιχείο στην «Κάζοβαρ».
Στα πρόσωπα των «χυδαίων» θα αναγνωρίσουμε τους εξουσιαστές της καθημερινότητάς μας, στους «αδύνατους» μια πλευρά της κοινωνίας που ζει, εργάζεται και σκέφτεται σε μια κατάσταση όπου οι «χυδαίοι» έχουν τον πρώτο λόγο και στους «φαέθοντες» εκείνη τη μικρή ή μεγάλη πλειοψηφία που αγωνίζεται με όλες της τις δυνλαμεις για να ερμηνεύσει τις εξελίξεις αλλά και για να χτίσει μια κοινωνία όπου οι «χυδαίοι» δεν θα έχουν λόγο. Η ίδια η «Κάζοβαρ» αποτελεί το κοινωνικό, ηθικό και αισθητικό όραμα του δημιουργού της, ο οποίος ήταν μόλις 39 χρονών όταν την συνέθεσε. Και σίγουρα είναι το όραμά του ακόμα και σήμερα – τρεις εκδόσεις έχουν πραγματοποιηθεί ως τώρα του βιβλίου παράλληλα με την νεότερη ποιητική παραγωγή του Βαγγέλη Κακατσάκη.
Η ποίηση του Βαγγέλη Κακατσάκη (κι όχι μόνο στην «Κάζοβαρ») είναι μία ποιήση που συγκινεί αλλά και μια ποίηση που δεν κάνει εκπτώσεις σε όσα θέλει ννα πει ή και, ίσως, να καταγγείλει. Αλλά πάνω απ’ όλα θέλει και διεκδικεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να σταθεί γενναίος και ελεύθερος απέναντι στις δυσκολίες και τα εμπόδια. Όπως έχει δηλώσει «Δεν αλλάζει τον κόσμο η ποίηση. Μπορεί όμως κατά κάποιο τρόπο να βοηθήσει τους ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι για να αλλάξουν στη συνέχεια τον κόσμο. Με την έννοια αυτή ο ποιητής οφείλει να είναι “παρών”, ιδίως στην εποχή μας που είναι μια εποχή ηθικής κρίσης», μπορεί όμως ως κοινωνικό γεγονός που είναι να επικοινωνήσει με τους συνανθρώπους της και να εκφράσει τις βαθύτερες ανησυχίες της.
Κοινός τόπος της «Κάζοβαρ» είναι, σύμφωνα με τον ποιητή, η άποψή του ότι το καλό και το κακό συνυπάρχουν και το θέμα είναι ποιο απ’ τα δυο υπερασπιζόμαστε τόσο στην ιδιωτική μας οδό όσο και στον δημόσιο βίο μας. Από τη δική μας πλευρά μάλλον εντοπίζουμε κάτι περισσότερο πέρα πό τη μάχη καλού και κακού, μια έστω απροσδιόριστη και ασυναίσθητη ταξική, υλιστική διαμάχη κι όχι αποκλειστικά ηθική και ιδεολογική όπως είναι η στάση του ποιητή. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο ελπίδα, ένα θεατρικό αναλόγιο που επιλέγει να βαδίσει τον Ανήφορο ενάντια σε κάθε εμπόδιο. Αλλά πέρα από τις προσωπικές αναγνώσεις, έχουμε να δηλώσουμε ότι στα χέςρια μας έχει παραδοθεί ένα ποιητικό έργο υψηλής επιδραστικότητας που χρειάζεται να ανακαλύψουμε και να μελετήσουμε.
Τα εικαστικά έργα της τρίτης έκδοσης του βιβλίου, που συνομιλούν με τα ποιήματα αλλά και που αποτελούν μια ξεχωριστή, αυθύπαρκτη ποιητική-εικαστική δημιουργία είναι του Χανιώτη εικαστικού Γιάννη Μαρκαντωνάκη.
Εδώ κλείνει αυτή η παρουσίαση, με την πρώτη ευκαιρία θα ξανασχοληθούμε με την ποίηση του Βαγγέλη Κακατσάκη κι ιδιαίτερα με τις πρόσφατες εκδόσεις του. Ακολουθούν κάποια ποιήματα από την «Κάζοβαρ».
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ
Μπήκαν στην πόλη
η αγορά γέμισε μάσκες.
Ο ήλιος μαζεύτηκε
πάνω στην ξεμοναχιασμένη παπαρούνα.
Οι πολλοί κρύφτηκαν στα σπίτια τους
και στόμωσαν με τα μάτια τους τις κλειδαρότρυπες.
Ο φόβος κραυγάζει στους σάπιους μελντεσέδες
δένεται φιόγκος στα μαλλιά των κοριτσιών.
Ουά ο καταλύων τον ναόν!
Η μέρα σπαρταρά
πνιγμένη απ’ τα «γιούχα».
ΒΕΒΑΙΩΣΗ
Ο γιατρός βεβαίωσε τον θάνατο.
Κάποιος περαστικός μίλησε για ζωή.
Ανάμεσα στις δυο αυτές λέξεις
κατασκήνωσαν του κόσμου οι αμφιβολίες.
Τα τρωκτικά, ωστόσο,
ροκάνισαν την ιδέα
της ζωής.
Ξεγνοιάσαμε! Τώρα πια,
δεν υπάρχει χώρος για αμφιβολίες…
ΘΑ ‘ΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ
Όσοι ξέρετε από δάκρυα,
μη φοβηθείτε για την όποια άλωση.
Μην τρομάξετε με την απουσία των χελιδονιών.
Μην κλέψετε για τα πένθιμα φακιόλια των τραγουδιών.
Θα ‘ρθει η άνοιξη
και θα επιστρέψουν τα χελιδόνια.
Θα ΄ρθει καιρός,
που τα τραγούδια θα γίνουν αναστάσιμα.
Μη φοβηθείτε,
όσοι ξέρετε από δάκρυα.
ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ
Μια σταγόνα ξεχασμένη
απ’ τη χθεσινή θύελλα
στο φτερό της ,αργαρίτας,
πρόφτασε τα χαιρετίσματα
στον ήλιο…
Έτσι μπόρεσα να μπω
στον ναό του αγώνα.
Ένας λαός ολ’ακερος με περίμενε:
«Είσαι μαζί μας!»
Λέω «καλημέρα» στον ήλιο,
άρα υπάρχω
Όχι! Δεν μπορούν
πια να με σκοτώσουν
αφού το χέρι μου
βαφτίστηκε
στην κολυμπήθρα των ματιών σας…
Όχι! δεν μπορούν
πια να με σκοτώσουν,
αφού το χέρι μου
έμεινε μέσα στο δικό σας.
«Είμαι μαζί σας!»
Τροπαιοφόρος άνεμος
μπήκε απ’ τα παράθυρα.
Οι μαργαρίτες έγιναν τραγούδια.
Το κρασί και το ψωμί
σώμα και αίμα.
Τώρα πια ο ναός
Αντηχεί απ’ τ’ «αλληλούια!»

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

ΚΑΖΟΒΑΡ

ΚΑΖΟΒΑΡ
Γράφει η Ρούλα Βουράκη



Χέρι με χέρι μου χαρίστηκε η ΚΑΖΟΒΑΡ από τον σπουδαίο δημιουργό της, τον ευαίσθητο άνθρωπο κ. Βαγγέλη Κακατσάκη. Κι ένιωσα μεμιάς να παίρνει μορφή το γιοφύρι που αόρατα και ψυχικά είχε εδώ και χρόνια στηθεί παρακολουθώντας το έργο και τη γραφή του. Στην άοπλη διαισθητική προσέγγιση η ΚΑΖΟΒΑΡ προσφέρει μια βαθιά συμβολική γραφή με στοχασμό δηκτικό και τρυφερό μαζί, με διάχυτη ειρωνία και απόσταγμα ελπίδας αλληγορικής. Στο ποιητικά αδιόρατο πέρασμα της ιστορίας του τόπου σε χρόνο άχρονο ή δηλωμένο συγκρατεί τη Μνήμη. Στο τρυφερό αγκάλιασμα των μύθων, στο σημειολογικό παιχνίδι με τη φύση και τα στοιχεία της η θέση και άρση της Ιδέας γεννά και στηρίζει την Αλήθεια που ντύθηκε Ποίηση στην ΚΑΖΟΒΑΡ για να ερεθίσει τις αισθήσεις χτυπώντας δυνατά το τύμπανο της συνείδησης.
Κύριε, Βαγγέλη, οι δρόμοι της ΚΑΖΟΒΑΡ πολλοί, οι διαδρομές ακόμα περισσότερες…
Να ‘χουμε λόγο και τρόπο να διαβαίνουμε!
Καλή συνέχεια με ό,τι όμορφο και δημιουργικό ασχολείστε.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κάτι υποπτευόμαστε από καιρό.
Έτσι, δε διστάσαμε
να της αφαιρέσουμε
τ’ ακριβά ενδύματα.
Στο τέλος την ξεγυμνώσαμε 
κι απ’ τα απαραίτητα
και ζητήσαμε την παρθενιά της.
Σε κάθε μόριο του κορμιού της
οι ανοιχτές πληγές μάς μίλησαν
για τους εραστές της.
Ήταν φανερό! Το σώμα της μύριζε
βαριά ιδρωτίλα...
Είχε γίνει ερωμένη ανθρώπων,
που τους είχαν
πάντα στο περιθώριο
και είχε αρνηθεί ακόμα
κι ένα χάδι σ' αυτούς,
που εκ των υστέρων έλεγαν
πως την έχουν κατακτήσει,
ο καθένας κατ' αποκλειστικότητα.
Γελούμε,
κάτω απ’ τα μουστάκια μας, σαν διαβάζουμε 
στα βιβλία ίων καθώς πρέπει, 
αυτό το κατ’ αποκλειστικότητα.
Ας γράφουν! Εμείς ξέρουμε
ποιοι κατέκτησαν πραγματικά την Ιστορία...


Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

ΚΑΖΟΒΑΡ- ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ

Βροχή που κλαίει, που τραγουδά για την Ανάσταση είναι ο στίχος του Β. Κακατσάκη.Ποίηση με λυρικό και δωρικό λόγο πάντα επίκαιρο και επικό. Σου δίνει το χέρι κι ακούς στα τρίσβαθα την καμπάνα της καρδιάς να ξυπνά τις ψυχές, να ξυπνά ψυχές απ’ το λήθαργο.“Στα πεταχτά” προβάλλουν μηνύματα ρωμαλέα σαν κολόνες αρχαίου Ναού, σαν λόγος ριζίτικος που με παρασύρει σ’ αγρυπνιές κι αγώνες.

Άννα Μπουρατζή- Θώδα

Δείτε περισσότερα... ΚΑΖΟΒΑΡ- ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ



Βροχή που κλαίει, που τραγουδά για την Ανάσταση είναι ο στίχος του Β. Κακατσάκη.
Ποίηση με λυρικό και δωρικό λόγο πάντα επίκαιρο και επικό. Σου δίνει το χέρι κι ακούς στα τρίσβαθα την καμπάνα της καρδιάς να ξυπνά τις ψυχές, να ξυπνά ψυχές απ’ το λήθαργο.
“Στα πεταχτά” προβάλλουν μηνύματα ρωμαλέα σαν κολόνες αρχαίου Ναού, σαν λόγος ριζίτικος που με παρασύρει σ’ αγρυπνιές κι αγώνες.
Σ’ αυτήν την ποίηση κρυφομιλάει η αγάπη, η μαστοριά κι ο πυρετός του ποιητή δεμένος μ’ εγερτήρια σαλπίσματα. “Στα πεταχτά” Μ’ αρέσει!
Ο πόνος – πόνος μέσ’ από δάκρυα, αίμα και πόνο που βίωσε και βιώνει η πατρίδα. Σ’ αυτή την καταχνιά, την προδοσία, σ’ αυτή την κατάπτωση των ιδεών τι να πει ο ποιητής;
«Κι αν ξεριζώσετε το δέντρο
τι θα βάλετε στη θέση του;»…
Κρατήστε το δέντρο, ακούστηκε φωνή απ’ τ’ Αρκάδι, το Φραγκοκάστελο, την Κάντανο, τη Βιάννο, το Μάλεμε. Εύγε φίλε, στον τόπο μας υπάρχει φως, όταν υπάρχουν ποιητές που λειτουργούν στους ναούς του αγώνα. Μαζί με τον λαό τα “πεταχτά” είναι σπαθιά, μη το ξεχνάς.
Χανιώτικα νέα (05.06.2015)


Read more: http://www.haniotika-nea.gr/kazovar-sta-petachta/#ixzz3cBdK37Yq 
Under Creative Commons License: Attribution Non-Commercial 
Follow us: @HaniotikaNea on Twitter | haniotika.nea on Facebook