Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάχη Κρήτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάχη Κρήτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Ιουνίου 2021

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

"ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ"


«Το τοπίο έχει όλη την ομορφιά του ελληνικού καλοκαιριού, που αποπνέει ειρηνικότητα. Οι ελιές θυμίζουν τη βιβλική ατμόσφαιρα του όρους των Ελαιών. Εδώ, σ’ αυτό το κλίμα, που γεννάει πλούσιο καρπό και αναζητά την παραγωγή και τη δημιουργία πρόκειται να συντελεστεί το έγκλημα. Ετοιμάζονται οι άντρες του υπολοχαγού Τρέμπες, σηκώνουν για δοκιμή τα όπλα τους, έτοιμοι να πραγματοποιήσουν την πιο άναντρη πράξη απέναντι στους κατ’ εξοχήν γενναίους Κρητικούς. Ποτέ δε θα γινόταν το αντίθετο: νικητές και ένοπλοι από την Κρήτη να δολοφονήσουν εν ψυχρώ αόπλους, που θα ήταν κάτω από τη δική τους διοίκηση. Γιατί στην ουσία ο όμηρος είναι πρόσωπο που το δίκαιο του πολέμου επιβάλλει να μην εκτελείται, εφόσον δεν έχει αποδειχτεί δικαστικά πως υπέπεσε σε ποινικό αδίκημα. Στις 2 Ιουνίου 1941 δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για το ολοκαύτωμα στο Κοντομαρί της Κρήτης. Γιατί μόλις την προηγούμενη μέρα είχαν τερματιστεί οι εχθροπραξίες». Το σχόλιο που κάνει κάτω απ’ αυτήν τη φωτογραφία ο αξέχαστος Βασίλης Π. Μαθιόπουλος, που είναι η δεύτερη στο κεφ. “Η εκτέλεση ενός χωριού: Β’ Το φιλμ του τουφεκισμού” του βιβλίου του “Εικόνες Κατοχής” (εκδ. “Ερμής”, Αθήνα 2006).

«Η τιμωρητική αποστολή αποτελείτο από τον υπολοχαγό Τρέμπες, έναν άλλον υπολοχαγό, έναν διερμηνέα, δύο λοχίες και περίπου 25 αλεξιπτωτιστές του 2ου Τάγματος. Ως φωτογράφος της Μεραρχίας μου, μου επιτράπηκε να συνοδεύσω αυτή την αποστολή. […]

Συνεχίσαμε την πορεία μας για το χωριό Κοντομαρί. Οι άντρες βγήκαν από τα αυτοκίνητα και όρμησαν στα σπίτια της μικρής κοινότητας. Έβγαλαν όλους τους κατοίκους από τα σπίτια τους -άντρες – γυναίκες – παιδιά και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία. Στο μεταξύ σ’ ένα σπίτι βρέθηκε το σακάκι ενός αλεξιπτωτιστή με μια τρύπα από σφαίρα στην πλάτη. Ο Trebes αφού το εξέτασε, έδωσε εντολή να κάψουν το σπίτι. Ένας άντρας παραδέχτηκε ότι είχε σκοτώσει Γερμανό αλεξιπτωτιστή, αλλά δεν ήταν δυνατόν να καταδικάσουμε κανέναν από τους άλλους για εγκλήματα λαφυραγωγία και ως εκ τούτου πρότεινα στον Trebes να μην προβεί στην εκτέλεση του σχεδίου και να μας δώσει εντολή να επιστρέψουμε παίρνοντας εκείνον τον άντρα μαζί μας. Όμως εκείνος ξεχώρισε όλους τους άντρες από το πλήθος και δήλωσε στις γυναίκες -μέσω του διερμηνέα- ότι θα τους εκτελέσουν και ότι πρέπει να τους θάψουν μέσα σε δυο ώρες. Όταν ο Trebes γύρισε την πλάτη του για μερικά λεπτά, κατάφερα να διευκολύνω εννέα άντρες να δραπετεύσουν. Κατόπιν ο Trebes έβαλε τους άντρες να σχηματίσουν ένα ημικύκλιο, έδωσε τη διαταγή του πυροβολισμού και σε περίπου 15 δευτερόλεπτα όλα είχαν τελειώσει». Από τη μαρτυρία του φωτογράφου της εκτέλεσης Φραντς Πέτερ Βάιξλερ. Πηγή: Ζαχαρένια Σημανδηράκη: Κοντομαρί, Η πρώτη εκτέλεση αμάχων μετά τη Μάχη της Κρήτης, βλ. πρόσφατο αφιέρωμα (29 Μαΐου 2021) των “Χανιώτικων νέων” για τη Μάχη της Κρήτης.

Και εν είδει παρέμβασης στις φετινές πολλές και ποικίλες εκδηλώσεις για τα 80 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης η σημερινή στάση στο Κοντομαρί. Σαν απάντηση στους διάφορους συλλόγους των αλεξιπτωτιστών που επιμένουν στις εκδηλώσεις τους. Με αφορμή το αυριανό συναπάντημα με τις ψυχές των πρώτων αδίκως εκτελεσθέντων Κρητικών. Ενθυμούμενος τον στίχο του Γιάννη Ρίτσου απ’ την “Ρωμιοσύνη”: «Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας»…

ΚΟΡΩΝΟΪΚΑ... ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ


«Πήγα στη λίμνη της Αγιάς, την Κυριακή μια βόλτα/ σαν έφτασα τη μάσκα μου φόρεσα σαν και πρώτα», μας λέει στην πρώτη της σημερινή μαντινάδα η Νεκταρία Θεοδωρογλάκη. «Οι επισκέπτες αρκετοί, στη φύση περπατούσαν/ ξεχάσανε τον κορωνιό και μάσκα δε φορούσαν», επισημαίνει στη δεύτερη. Για να μας προειδοποιήσει στην τρίτη: «Αν είμαστε ανεύθυνοι δεν έχουμε ελπίδα,/ θα πέσουμε στου κορωνιού τη σκοτεινή παγίδα».

«Φλερτάρουν με το βαθύ κόκκινο, για ακόμα μια φορά τα Χανιά», για να επαναλάβω αυτό που έγραψαν στην πρώτη σελίδα τους το περασμένο Σάββατο, τα “Χανιώτικα νέα”… Ότι συνεχίζονται τα “Κορωνοϊκά… στα πεταχτά”, σημαίνει, μεταξύ των άλλων αυτό. Δυστυχώς…

«Ω σκυλί/ πίσω απ’ τον άνθρωπο που πέρασε/ ακολουθείς κι εσύ/ πιστό.// Κι ω θλίψη/ που για να τον προφτάσεις/ δε θα χρειαστεί/ ούτε να τρέξεις». Ένα ακόμα απ’ τα ποιήματα εγκλεισμού που έγραψε ο ποιητής Αλέξιος Μάινας στην ποιητική του συλλογή “Η ανοσία της αγέλης” – “Το ελεγείο του διαβάτη”, ο τίτλος του (πηγή: www.andro.gr).

Χανιώτικα νέα (Τρίτη, 1 Ιουνίου 2021) 

https://www.haniotika-nea.gr/toyto-to-choma-einai-diko-toys-kai-diko-mas/

Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΧΙΤΛΕΡ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΥΧΗΘΕΙΣ... 


[…] Θυμάμαι τα πριν τη Μάχη, τους βομβαρδισμούς στη Σούδα, όπως θυμάμαι και την πτώση των αλεξιπτωτιστών. Μάλιστα όταν έπεφταν οι αλεξιπτωτιστές εγώ βρισκόμουν κάτω από μια αχλαδιά. Τα αεροπλάνα πετούσαν πολύ χαμηλά φαινόντουσαν και οι πιλότοι. Ύστερα είδα αλεξιπτωτιστές να πέφτουν προς την περιοχή της Αγιάς. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπήρχε ένα στρατόπεδο Ιταλών αιχμαλώτων μεταξύ Σκινέ και Χλιαρού. Οι Γερμανοί έριχναν βόμβες περιμετρικά της περιοχής του στρατοπέδου, πιθανόν για να δραπετεύσουν οι Ιταλοί και να τους συνδράμουν. Δεν γνωρίζω αν ο σκοπός επετεύχθη, πάντως από τις βόμβες τραυματίστηκαν αρκετοί Ιταλοί στρατιώτες, τους οποίους περιέθαλψε ο πρακτικός γιατρός Καραπατάκης, όπως έμαθα εκ των υστέρων. Κάποιες από τις βόμβες έπεσαν και μέσα στο χωριό. Πιο πέρα από την αχλαδιά που βρισκόμουν εγώ υπήρχαν κάποιοι χωριανοί οι οποίοι ασχολούνταν με αγροτικές δουλειές. Μου εξήγησαν τα σχετικά με την πτώση των αλεξιπτωτιστών και έφυγαν. Εγώ παρέμεινα εκεί μόνος μου, λίγο ακόμα. Περί το μεσημέρι, όταν εκόπασε η από αέρος έφοδος, επέστρεψα στο σπίτι μας. Στον δρόμο είδα κάποιον χωριανό, τον Αλκιβιάδη Μαραγκουδάκη, να κρατά ένα όπλο και να κατευθύνεται με γοργό βήμα εκεί που είχαν πέσει τα αλεξίπτωτα [….] Αφήγηση: Βουράκης Ελευθέριος του Γεωργίου, έτος γενν. 1920, τόπος Σκινές. (Από το βιβλίο “Η μνήμη και η στάχτη VII” της Πηνελόπης Ι. Ντουντουλάκη, έκδοση Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χανίων, Χανιά Μάιος 2010).

28 Μαΐου 1943. Στο χωριό της μάνας μου βαθιά στα βουνά, είχαν προχθές μνημόσυνο για τους σκοτωμένους. Κι η μάνα μου με σήκωσ’ απ’ τη νύχτα και περπατήσαμε τρεις ώρες δρόμο στα φαράγγια για να βρεθούμε στη λειτουργία. Φτάσαμε λίγο πριν τελειώσει. Εκείνη την ώρα η εκκλησιά ήταν γεμάτη κόσμο, ακατάστατη κι όλο φωνές. Ένας παππούς γκρίνιαζε στο εγγόνι του και μάσαγε αντίδωρο νωθρά: «Φα’ το μωρέ γρήγορα να σου δώσει κι άλλο ο παπάς, μπουνταλά». Από το πίσω μέρος ακούστηκε ένας αναστεναγμός και μια φωνή: «Τον ανθό ανθό μαζώνει ο κερατάς ο Χάρος». Κείνη τη στιγμή γονάτιζε κι ο παπάς μπρος στην Αγια Τράπεζα. Έπεσε άτσαλα, αδέξια, κι έσκυψε πολύ σα να ‘γερνε σε οργωμένη γη για να φυτέψει δέντρο. Όπως ήταν εκεί σκυμμένος και ψέλλιζε μιαν ευχή, του φώναξε ένας γενειασμένος, όλο αγριάδα και τρέλα στα μάτια: «ρίξε, παπά και κανέν’ ανάθεμα για τους σκυλογερμανούς». Ο παπάς τον αγριοκοίταξε, μα ύστερα αποκρίθηκε εκεί γονατιστός ακόμη: «Ανάθεμα το κακό που τρυπώνει μες στον άνθρωπο και τονε κάνει σκορπιό και λύκο». Από το αφήγημα “Τα χρόνια του Χάλκινου ουρανού” (εκδ. Σ.Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ, Αθήνα 1993) του Κίμωνα Φαραντάκη.

«Χίτλερ, να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,/ ξαρμάτωτη την ηύρηκες κι ελείπαν τα παιδιά της,/ στα ξένα πολεμούσανε πάνω στην Αλβανία,/ μα πάλι πολεμήσανε». Από το βιβλίο “Ριζίτικα, τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης” (Χανιά 2010) του δασκάλου – λαογράφου Σταμ. Α. Αποστολάκη.

Μάης 1941, Μάης 2021… Μια μαρτυρία, ένα κεφάλαιο από αφήγημα κι ένα ριζίτικο (το πιο γνωστό απ’ τα σχετικά) συνθέτουν το σημερινό αφιέρωμα της στήλης για την 80η Επέτειο της Μάχης της Κρήτης. Σαν χθες… Σαν σήμερα…

ΚΟΡΩΝΟΪΚΑ... ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ





«Να κάνουμε εμβόλια όσο γοργά μπορούμε/ απ’ τον δυνάστη Κοβητά να ελευθερωθούμε». Ξεκάθαρος και χωρίς κανένα αστερίσκο ο φίλος ιερωμένος στην παραπάνω μαντινάδα που μου υπαγόρευσε, μαζί με άλλη μια, από το τηλέφωνο. «Τις μάσκες να πετάξουμε και να χαιρετηθούμε/ μ’ αγαπημένα πρόσωπα, γλυκά ν’ αγκαλιαστούμε», μας λέει στη δεύτερη. Αν δεν… δεν!

“Υπό έλεγχο η πανδημία”… Και βέβαια συμφωνώ με τον πρωτοσέλιδο τίτλο των “Χανιώτικων νέων” (Τρίτη 18 Μαΐου), κύριε διευθυντά. Κανένας εφησυχασμός, ωστόσο, δεν δικαιολογείται. Ο πόλεμος εναντίον του επάρατου εχθρού δεν έχει ακόμα λήξει. Μέχρι τελικής πτώσεώς του. Δεδομένη εάν και εφόσον…

Και βέβαια θα πρέπει να επανέλθει και η στήλη στην… κανονικότητα. Όπερ μεθερμηνευόμενον σημαίνει ότι… “πάπαλα” τα “Κορωνοϊκά στα πεταχτά”. Για να δούμε…

«Θα πενθώ πάντα, μ’ ακούς; για σένα που κόλλησες/ μόνος, στον Παράδεισο, να μην κολλήσω εγώ,/ θα γυρίσει αλλού τα μικρόβια/ της παλάμης, η Μοίρα, σαν μεταδοτικά/ Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός/ Πώς αλλιώς, αφού αρρωσταίνουν οι άνθρωποι./ Θα παραστήσει ο Κορωνοϊός τα σωθικά μας/ Και θα χτυπήσει τον κόσμο η πανδημία/ Με το δριμύ του μαύρου θανάτου». Έτσι μας λέει ο Σπύρος Κυριάκης (hhtp:\\provocateur.gr) θα έγραφε το ποίημα “Μονόγραμμα”, αν ζούσε επί κορωνοϊού ο Οδυσσέας Ελύτης.

Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 21.5.2021) 


https://www.haniotika-nea.gr/chitler-na-min-to-kaychitheis/

Τρίτη 21 Μαΐου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΣΑΝΕ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ
«Την ημέρα που πέσανε οι Γερμανοί έτυχε να ‘μαι στο Θέρισο. Ημουνα σε μια κορφή απάνω, πήγαινα φαγητό στους μπαρμπάδες μου, που ήτανε τσομπάνηδες. Μια στιγμή βλέπω ένα αεροπλάνο που ερχότανε χαμηλά – χαμηλά από τη μεριά του Μάλεμε. Ηρθε μέχρι τον Κλαδισό και γύρισε πίσω. Ηταν ανιχνευτικό. (Εμάς μας είχε καλέσει πρωτύτερα, όλα τα νέα παιδιά, ο διοικητής της Αστυνομίας στον Αλικιανό και μας είχε πει ότι σε κανένα – δυο μήνες θα πέσουν με τα αλεξίπτωτα οι Γερμανοί στην Κρήτη και να ψάξουμε να βρούμε ό,τι όπλα έχουμε από πατεράδες ή παππούδες). Υστερα από λίγη ώρα θωρώ κι έρχονται μαζωμένα πέντ’ έξι αεροπλάνα, τα πρώτα, και ρίχνανε αλεξιπτωτιστές και λέω “Ω! Πέφτουνε με τ’ αλεξίπτωτα οι Γερμανοί”». Χαράλαμπος Νικ. Βιδάκης (Από Θέρισο Κυδωνίας – Ετος Γεννήσεως 1923).
«Το Μάη του ’41 ήμουν 21 χρονών. Με βρήκε η Μάχη στο Κουστογέρακο. Μας πήραν μέσω Καντάνου τηλέφωνο να ειδοποιήσουμε όλα τα χωριά να συγκεντρωθούν εκεί οι άνδρες με τα όπλα. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό του κόσμου. Στο κάλεσμα του συνταγματάρχη Χαράλαμπου Σειραδάκη, που του είχε ανατεθεί από την Κυβέρνηση η πολιτική επιστράτευση, όλοι οι κάτοικοι του Ανατολικού Σελίνου που είχαν τουφέκια, ακόμα και κυνηγετικά έτρεξαν στην Κάντανο». Θεόδωρος Ιωάν. Γεωργακάκης (Από Κουστογέρακο Σελίνου – Ετος Γεννήσεως 1920).
«Τη μέρα που έπεσαν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές η μητέρα μου βρισκόταν στο Μούλετε (Χρυσαυγή Κισσάμου). Τα γυναικόπαιδα έφυγαν για τις Μέσα Βουκολιές. Ηταν η μαμά μου, ο αδελφός της ο μικρότερος, ο Βασίλης, και οι νύφες της οικογένειας. Στον δρόμο θυμήθηκαν ότι ίσως είχαν αφήσει ανοιχτή μια αποθήκη και γύρισαν πίσω. Πρωτοέτρεξε η μαμά μου, όταν ξαφνικά ακούει μια γυναίκα να φωνάζει: “Μαρία, Μαρία, επήραν τον Βασίλη να τονε σκοτώσουνε!” Πάλευε με τον Γερμανό ο Βασίλης, τον αφόπλισε, εν τω μεταξύ τρέχει η μητέρα μου, παίρνει το όπλο του Γερμανού και του δίνει μια με τον υποκόπανο. Στο Μούλετε είχαν πέσει πολλοί αλεξιπτωτιστές, οι χωριανοί τους εσκότωσαν όλους. Πολλοί από αυτούς εθάφτηκαν στα αμπέλια». Μαρία Γλυμιδάκη – Μανωλαράκη (Από Χαραυγή Κισάμου – Ετος γεννήσεως: 1926).
«Τη μέρα που έπεσαν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη βρισκόμουν στους Λάκκους. Ημουν 19 χρονών. Είδαμε τ’ αεροπλάνα, ήταν Τρίτη νομίζω. Την Κυριακή είχαμε κατεβεί στον Φουρνέ μια συντροφιά κι ήτανε τόσα πολλά τα αεροπλάνα που φοβηθήκαμε και γυρίσαμε πίσω. Κάνανε κύκλους και βομβαρδίζανε τη Σούδα. Χαμός! Οι άνδρες κατεβήκανε στον κάμπο, όσοι είχαν όπλα. Τις πρώτες μέρες είχαμε πάει σ’ ένα σπήλιο κάτω από του Αχιλλέα του Σκουλά το σπίτι». Γεώργιος Ιωαν. Πλατσιδάκης (Από Λάκκους Κυδωνίας- Ετος γεννήσεως: 1922)
«Τη μέρα που πέσανε οι Γερμανοί είχαμε πάει λίαν πρωί με τη μητέρα μου να βγάλουμε βίκο στη λαγκαδιά. Ακούσαμε τη βοή των αεροπλάνων, μια στιγμή ακούμε τις γυναίκες στην πέρα μεριά της λαγκαδιάς, που ήτανε ύψωμα: “Μωρέ ομπρέλες στον κάμπο, τι γίνεται;”. Ρίχνανε τις βόμβες στον κάμπο τα αεροπλάνα, ακούγαμε τον βόμβο χωρίς να τα βλέπουμε. Πήγαμε από τον δρόμο για τη Ζούρβα και είδαμε τον κάμπο με τ’ αεροπλάνα να πετούν από πάνω και να πέφτουν συνέχεια αλεξίπτωτα. Φτάσαμε στο χωριό, είχαν εν τω μεταξύ πλακώσει οι Μεσκλιανοί. Οι αδελφές μου, η μητέρα μου, εγώ, όλοι τρέξαμε να πάμε σε μια σπηλιά που ήταν σε μια χαράδρα. Το σπήλιο λέγεται Κορακιά. Είχαμε πάρει ψωμί και ξεκινούσαμε όταν βλέπουμε τον πατέρα μου (που ήταν κτηνοτρόφος στα Λευκά Ορη, 55 χρονών τότε) και κατέβαινε με άλλους τρεις και μου φωνάζει: “Πήγαινε φέρε τη σκάλα”. Πήρα τη σκάλα, και αυτός την έθεσε στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας. Είχε κόψει το ταβάνι και είχε κρυμμένο εκεί ένα τούρκικο “μάουζερ”». Γεώργιος Φρ. Σταματάκης (Από Ζούρβα Κυδωνίας – Ετος Γεννήσεως: 1925).
Σαν χθες, 20 Μαΐου 1941, έφτασαν στον ουρανό μας, στον ωραίο Κρητικό ουρανό, τα πουλιά του θανάτου. Οι “φτερουγάρηδες”, όπως ονόμασαν κάποιοι απ’ τους παππούδες μας τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Αυτή την ημέρα αναθυμούνται στα παραπάνω κείμενα οι : Χαράλαμπος Νικ. Βιδάκης, Θεόδωρος Ιωάν. Γεωργακάκης, Μαρία Γλυμιδάκη – Μανωλαράκη και Γεώργιος Ιωάν. Πλατσιδάκης και Γεώργιος Φρ. Σταματάκης. Για τις πρώτες αράδες από αφηγήσεις τους, που μαζί με άλλες έχει καταγράψει στον πρώτο απ’ τους εφτά τόμους της μνημειώδους σειράς “Μνήμη της Στάχτης – Από τη Μάχη της Κρήτης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Αυστρίας και Γερμανίας” Χανιά, Μάιος 2004) η ξεχωριστή Χανιώτισσα πνευματική δημιουργός, γιατρός, συγγραφέας και ποιήτρια Πηνελόπη Ντουντουλάκη. Εις μνήμην…

Χανιώτικα νέα (Τρίτη, 21.5.2019)

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΥΤΟΣ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΑΘΑΝΑΣΙΑ

«Απόψε θέλω να σου μιλήσω! Θυμούμαι που πέρυσι 21 του Μάη ήρθαμε στον τάφο σου. Ένα παιδί μίλησε για τη Μάχη της Κρήτης. Ο μεγάλος σου γιος  μας έδειξε τη φωτογραφία σου. Μοιάζεις με βράχο που ξεκόλλησε από απέναντι. Υστερρα μας μίλησε για τη ζωή σου. Στο τέλος τα εγγόνια σου άφησαν πάνω στον τάφο σου ένα στεφάνι με λουλούδια. Και μια υπόσχεση. Να σου μοιάσουνε. Κι ύστερα σωπάσαμε για ένα λεπτό. Πόσο γεμάτο ήταν αυτό το λεπτό! Η μορφή σου τα λόγια σου, οι πράξεις σου, όλα μπαινόβγαιναν στο μυαλό μου. Τότε ήταν που σκέφτηκα πως ένα λεπτό σιωπής αξίζει όσο και η αιωνιότητα. Προπάντων όταν το σιωπητήριο αυτό είναι αφιερωμένο σ’ έναν άγνωστο – γνωστό ήρωα που τ’ όνομά του δεν το γράφει κανένα βιβλίο. Που η εικόνα του δε στολίζει κανένα δημόσιο τοίχο. Μένεις μόνο στη θύμηση των παιδιών σου, που τ’ άφησες ορδανά. Και των χωριανών σου που σε είδαν το μαγιάτικο εκείνο πρωινό να ξεκινάς μαζί με δύο τρεις άλλους για τα Πλακάλωνα, Δημήτρη Βαβουλέ, από τις Στρόβλες». (Απόσπασμα από το κείμενό μου “Κουβέντα με έναν ήρωα” που δημοσιεύθηκε στα “Χανιώτικα νέα” στις 20 Μαΐου 1977).
Μάης του 1976. Ιδού εγώ, νεοδιόριστος δάσκαλος στις Στρόβλες Σελίνου μαζί με τους 36 μαθητές μου κι όλους τους χωριανούς, γύρω από τον τάφο του Δημήτρη Βαβουλέ, στον Αγιο Μάμα. Συγκίνησις μέχρι δακρύων. Μάης του 1977, έναν χρόνο μετά. Ιδού πάλι εγώ δάσκαλος στα Πλακάλωνα Κισάμου, εν μέσω άλλων μαθητών και όλων των Πλακαλωνιωτών, να καταθέτουμε δάφνινο στεφάνι, εκεί όπου ο 93χρονος τότε γέροντας Γεώργιος Καρτάκης μας υπέδειξε ότι έπεσε υπέρ πατρίδος ο Στροβλιανός ήρωας και όπου αργότερα με πρωτοβουλία του αξέχαστου γιατρού συγγραφέα Δημήτρη Καρτάκη, θα στηθεί μνημείο… (φωτ.). Και πάλι συγκίνησις μέχρι δακρύων. Ιδιαίτερα για τον Δάσκαλο που είχε “κουβεντιάσει” (είχε γράψει το κείμενό του) μόλις το προηγούμενο βράδυ με τον ήρωά του…
«Θυμάσαι Δάσκαλε, που γιορτάσαμε τη Μάχη της Κρήτης στο μνήμα του Παππού μου;» μου είπε η Γεωργία, ένα από τα εγγόνια του Δημήτρη Βαβουλέ, στις 19 Αυγούστου 2015, στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων, μετά την παρουσίαση του μοναδικού στο είδος του λευκώματος με τίτλο “Εις μνημόσυνο αιώνιο – Θύματα Μάχης Κρήτης και Κατοχής από και στο Νομό Χανίων” του θείου της Νίκου Βαβουλέ. Της χαμογέλασα πλατιά, όντας σίγουρος ότι ήταν ρητορικό το ερώτημά της. Οπως τότε που κατέθετε με άκρα σοβαρότητα, με τα ξαδέλφια της, τον Νεκτάριο, τον Παναγιώτη, τον Παντελή και τον Κωστή, το λουλουδένιο στεφάνι. Πριν από 38 χρόνια. Ηθελα να τη ρωτήσω αν θυμάται τη φράση που είχα πει εν είδει επιλόγου στο τέλος εκείνης της της εκδήλωσης, μετά το “Χριστός Ανέστη” που έψαλε, στεντορεία τη φωνή, ο παπα-Παντελής, με την οποία έκλεισα αργότερα ένα ποίημά μου. Δεν το έκαμα. «Δεν μπορεί παρά να την θυμάται», σκέφτηκα. Δεν είναι μόνο του Δασκάλου προνόμιο οι θύμησες, είναι και των μαθητών…
“Αντί για ψωμί τις μέρες αυτές/ δείπνησαν τη λεβεντιά./ Ήπιαν το κρασί της δόξας./ Έτσι χορτάτους τους βρήκε ο θάνατος./ Η Κρήτη φόρεσε το μαύρο τσεμπέρι της/ κι έψαλε το “Χριστός Ανέστη”/ Ο Θάνατος αυτός ονομάστηκε Αθανασία”. Το ποίημα μου “Αθανασία (1941)”.
Χανιώτικα νέα (08.062018)

Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

ΠΟΙΗΣΗ

ΑΘΑΝΑΣΙΑ*


Η Μάχη στον Γαλατά, όπως την είδε και τη ζωγράφισε ο Πέτρος Βλαχάκης

Αντί για ψωμί τις μέρες αυτές
δείπνησαν τη λεβεντιά.
Ήπιαν το κρασί της δόξας.
Έτσι χορτάτους του βρήκε ο θάνατος.
Η Κρήτη φόρεσε το μαύρο τσεμπέρι της
κι έψαλε το "Χριστός Ανέστη".

Ο θάνατος αυτός ονομάστηκε
Αθανασία.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ
("ΚΑΖΟΒΑΡ", Γ Έκδοση, "Πυξίδα της Πόλης", Χανιά 2014)

* Μικρό αφιέρωμα στη Μάχη της Κρήτης ( Μάιος 1941)

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

 ΚΟΝΤΟΜΑΡΙ ΧΑΝΙΩΝ, 2 ΙΟΥΝΙΟΥ 1941




“Το μπλόκο έχει δώσει τα πρώτα αποτελέσματα. Άντρες γυναίκες και παιδιά, χωρίς καμιά διάκριση, συγκεντρώνονται στο χώρο που έχει επιλεγεί από το απόσπασμα για την εκτέλεση. Το ξεκαθάρισμα θα γίνει μετά, αφού πρώτα συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Η εντολή του ίδιου του Γκαίρινγκ προς τη γερμανική διοίκηση της Κρήτης ήταν ρητή: ‘Να εκτελεστούν χωρίς καμιά απολύτως διάκριση, όλοι οι άντρες του χωριού, από 18 μέχρι 50 χρονών… Κι όμως μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν πίστευε στην εκτέλεση. Οι πιο πολλοί νόμιζαν ότι θα τους πάρουν για αγγαρεία, να θάψουν τους σκοτωμένους Γερμανούς που είχαν πέσει τις πρώτες μέρες των μαχών και είχε αρχίσει η σήψη τους”. (Β.Μαθιόπουλου "Εικόνες Κατοχής")




Η φωτογραφία αυτή είναι η μόνη που έχει δική της λεζάντα γραμμένη από πίσω. Γράφει: “Geis efrsciessung” που σημαίνει “Τουφεκισμός Ομήρων”. Εδώ αρχίζει να γράφεται ο επίλογος του ολοκαυτώματος στο Κοντομαρί του νομού Χανίων, όπου ο Γερμανός φωτογράφος δεν παρέλειψε να αποθανατίσει σε όλη του την τραγική έκταση. Μια φωτογραφία- ντοκουμέντο, που έρχεται μαζί με τις άλλες του ίδιου φιλμ για πρώτη φορά στη δημοσιότητα και αποκαλύπτει μια από τις πρώτες εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού στην Ευρώπη, όχι από τα Ες-Ες αλλά από τον τακτικό στρατό, τους επίλεκτους αλεξιπτωτιστές του Χίτλερ.




Οσο κι αν είναι τρομαχτική η εικόνα αυτή, που δείχνει νεκρά τα τιμημένα παλικάρια, διάτρητα από τις εγκληματικές σφαίρες του κατακτητή τόσο η περηφάνεια για τη θυσία τους γεμίζει την ψυχή του κάθε πατριώτη. Η πρώτη εκείνη εκτέλεση στο Κοντομαρί της Κρήτης έμελλε να ανοίξει σαν πρόλογος, ένα καινούργιο κεφάλαιο στη νεότατη ιστορία του τόπου. Πλούσιο κι αυτό σε θυσίες ηρωισμούς και ολοκαυτώματα. Τα πρώτα εκείνα θύματα πότισαν την κρητική γη με το αίμα τους, την τόσο συνηθισμένη σε ποταμούς αδικοχαμένου αίματος. Ομως το δέντρο της λευτεριάς – οι αιωνόβιες εκείνες ειρηνικές ελιές που τις μόλυνε το εχθρικό βόλι- κάρπισε και φούντωσε γιγάντιο […]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σε τρεις από τις πολλές εικόνες που δείχνουν την “εκτέλεση ενός χωριού” (Κοντομαρί Κυδωνίας, 2 Ιουνίου 1941) στάση σήμερα. Για να μην ξεχνάμε. Στον απόηχο των φετινών εκδηλώσεων για τη Μάχη της Κρήτης. Με την απαραίτητη επεξήγηση ότι οι εικόνες και τα συνοδευτικά σχόλια είναι από το βιβλίο – λεύκωμα “Εικόνες Κατοχής” (εκδ. Ερμής, Αθήνα 2006) του Βάσου Μαθιόπουλου, που περιλαμβάνει φωτογραφικές μαρτυρίες από τα γερμανικά αρχεία για την ηρωική αντίσταση του ελληνικού λαού…

Χανιώτικα νέα (26.05.2017)




Τρίτη 23 Μαΐου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ




Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη/ ξαρμάτωτη την ήβρηκες και λείπαν τα παιδιά της/ στα ξένα πολεμούσανε πάνω στην Αλβανία,/ μα πάλι πολεμήσανε… Στη “δια πασών” την περασμένη εβδομάδα το γνωστό ριζίτικο τραγούδι στις εκδηλώσεις για τη Μάχη της Κρήτης, που ξεκίνησαν με τα εγκαίνια της εγκατάστασης – έκθεσης ζωγραφικής του Δημήτρη Αστερίου στο Γιαλί Τζαμισί, την Τρίτη 16 Μαΐου, συνεχίστηκαν σε πολλές γωνιές της Περιφερειακής μας Ενότητας και κορυφώθηκαν προχθές Κυριακή 21 Μαΐου στο Αεροδρόμιο Μάλεμε και στο Μνημείο Μάχης Κρήτης με την καθιερωμένη ρίψη αλεξιπτωτιστών από την 1η ΜΑΛ.

Ξαρμάτωτη την ήβρηκε (ας όψεται ο Μεταξάς) την Κρήτη, τον Μάη του 1941, ο Χίτλερ. Δίχως τα παιδιά της, τα παλικάρια της, που πολεμούσανε πάνω στην Αλβανία. Κι όμως η Κρητική ψυχή ξεσηκώθηκε. «Δεν την πατείτε σεις μωρέ την Κρήτη ανάθεμά σας!» φώναξαν στους αλεξιπτωτιστές τους που μόλυναν τον κρητικό ουρανό, οι γέροντες, οι γυναίκες και τα παιδιά, κάνοντας όπλα τις κατσούνες και τα θρινάκια. Ξαρμάτωτη βρήκανε και την Ελλάδα (ας όψονται οι φταίχτες πολιτικοί) γι’ άλλη μια φορά τον Μάη του 2011, οι διεθνείς αγορές, κι ήρθαν οι κάθε λογής σωτήρες, όπως είχα γράψει και τότε “Στα πεταχτά” (“Χ.Ν.”, 17.5.2011) για να μας σώσουν. Άλλη, μεγάλη κουβέντα αυτή. Όλο μας “σώζουν” και σωζόμαστε, κι όλο του χαμού είμαστε. “Βουβοί, μοιραίοι, κι άβουλοι αντάμα,/ προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα”, για να θυμηθώ τους “Μοιραίους” του Κώστα Βάρναλη.

Επιστροφή στις ημέρες εκείνες. Στις ημέρες που οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, οι πατεράδες και οι μανάδες μας, για να χρησιμοποιήσω στίχους από το ποίημά μου “Αθανασία”, “αντί για ψωμί”, “δείπνησαν τη λεβεντιά”, ήπιαν το κρασί της δόξας”, “έτσι χορτάτους τους βρήκε ο θάνατος”. Στις ημέρες εκείνες που «η Κρήτη φόρεσε το μαύρο τσεμπέρι της κι έψαλλε το “Χριστός Ανέστη!”» “Μνήμη Αγίου, μίμησις Αγίου”, συνήθιζε να λέει σε ανάλογες περιπτώσεις ο μακαριστός παπά Γιώργης Χιωτάκης.



Να μην επαναληφθούν ποτέ πια








Εδώ είναι θαμμένα τα σκληρά εμβατήρια/ τα λυκίσια μάτια τα επηρμένα./ Κλείνει ο αιώνας κι είναι ακόμη είκοσι χρονών/ η λεηλατημένη νιότη τους/ πρώιμος ανθός, καρπός υποταγής./ Υπομονή. Η γη τους υποφέρει/ θέλει να τους πετάξει ως ξένο σώμα/ κι εγώ την αγωνία της μαρτυρώ/ μα κάποτε θα σπάσω το κλουβί του ελέους/ θα βάλω το στάρι να τους πνίξει/ κι ας έρθει συφάμελο να με πάρουν./ Ας στήσουνε το στεν να μ’ εκτελέσουν πάλι”. Από την ποιητική συλλογή “Αρειος Ύπνος”, της Βικτωρίας Θεοδώρου.

«Εμπνευσμένος από το επιβλητικό μα φρικαλέο κοιμητήριο των Γερμανών στο “Ύψωμα 107” που δεσπόζει στον κάμπο του Μάλεμε», είναι ο “Άρειος Ύπνος”, όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου που κυκλοφορήθηκε το 1983. “Σαν Ύβρη και βάση πολέμου”, το βλέπει η Βικτωρία Θεοδώρου κι επικαλείται “την Ποίηση να την συντρέξει για να εκφράσει καίρια και ανεξίτηλα τα συμβάντα που χάραξαν την γενιά της, για να μην επαναληφθούν ποτέ πια”. Όλων μας η ευχή. Να μην επαναληφθούν ποτέ πια!