Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ: Ο ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ (ΔΙΗΓΗΜΑ) 

 Άγνωστε μου Εθελοντή της Μάχης του Βαφέ



              Όλα  άρχισαν, όταν διάβασες σε κάποια εφημερίδα της εποχής την προκήρυξη της Επαναστατικής Συνέλευσης των Κρητών που, από τ' Ασκύφου και με ημερομηνία 21 Αυγούστου 1866, καλούσε τον Κρητικό Λαό σε ένοπλη εξέγερση, έχοντας σαν σύνθημα την Ένωση με τη Μητέρα Πατρίδα.

Την τελική σου απόφαση, πάντως, θα πρέπει να την πήρες όταν άκουσες σε μια σύσκεψη για τον Κρητικό Αγώνα, ένα νεαρό δικηγόρο, τον Έσλιν, να μιλά. Σου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση που απέρριπτε την προσφορά, χρημάτων,  με λόγια της φωτιάς: «Χρήματα, φίλοι μου και τροφάς  και όπλα δύναται η Κρήτη και παρ' άλλων να προσδοκά, παρ' ημών δε των νεωτέρων ουδέν άλλο απαιτεί ή τους βραχίονας. Όστις λοιπόν είνε πρόθυμος μετ' εμού να χύση το αίμα του υπέρ της ελευθερίας της Κρήτης και υπέρ της όλης Ελλάδος, ας  λάβη το όπλον του κι ας ακολουθήση».

     Τον άκουσες. Πήρες το όπλο σου κι ακολούθησες. Μαζί με σένα κι άλλοι πολλοί, κυρίως αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού και διανοούμενοι. Ενάντια στην αδυναμία της Ελληνικής Κυβέρνησης και στις  μηχανορραφίες των Μεγάλων Δυνάμεων.

     Από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε το «Πανελλήνιον», το καράβι που θα σας μετέφερε στην Κρήτη, βρέθηκες κοντά στον αρχηγό, Ιωάννη Ζυμβρακάκη τον έλεγαν, κι ήταν ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού. Άκουσες να λένε ότι ο πατέρας του ο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης ήταν φιλικός και σφάχτηκε από τους Τούρκους  στα Χανιά το '21. Ίσως γι' αυτό μιλούσε με τόσο πάθος για τη λευτεριά της Κρήτης και την Ένωση της με την Ελλάδα.
     Στη Σύρο, όπου έπιασε το καράβι, πήρατε κι άλλους εθελοντές κι έτσι γίνατε τριακόσιοι. «Είναι άραγε συμβολικό αυτό;» αναρωτήθηκες όταν άκουσες τον υπολοχαγό Πραΐδη να λέει στον δικηγόρο τον Βαφειάδη κάτι για Θερμοπύλες.

     Όταν, ύστερα από μέρες, την 1η  Οκτωβρίου, το καράβι έφτασε στο Λουτρό των Σφακιών, δεν ήταν ούτε οι ταλαιπωρίες του ταξιδιού, ούτε οι όποιες δυσκολίες της τελευταίας  στιγμής που κυριαρχούσαν στο μυαλό σου. Ήταν κυρίως οι φωτιές που έβλεπες ν' ανάβουν δυνατές στα μάτια των συναγωνιστών σου, όπως και στα δικά σου. Φωτιές που μαρτυρούσαν την απόφαση σας να βρεθείτε μια ώρα αρχύτερα στο πεδίο της μάχης. Να νικήσετε ή να πεθάνετε!
      Έχοντας αυτές τις φωτιές σαν οδηγούς, πήρατε στις 5 Οκτωβρίου τον δρόμο για τον Βαφέ. Δεν είχατε προλάβει να μπείτε στο χωριό και «η σκληρά αλήθεια, φοβερωτάτην έχουσαν  την όψιν» έκανε κιόλας την πρώτη της εμφάνιση.
Στην αρχή ήταν ο καπνός που έβγαινε απ' τα χωριά που πυρπολούσαν οι Τούρκοι. Ήσουν στην εμπροσθοφυλακή και τον είδες από τους πρώτους. «Ο καπνός δεν είναι μόνο σημείο ζωής. Είναι και σημάδι θανάτου», ψιθύρισες. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που φανερώθηκε φωναχτά η ευαισθησία σου. Τρόμαξες. Ο επικεφαλής σ' επανέφερε στην τάξη. Έπρεπε, είπε, να φτάσετε μέχρι το χωριό που γινόταν η μάχη, ο Στύλος ήταν. Κανένας σας δεν ένιωθε κούραση. Τόσες ώρες πορεία μέσα στα χιόνια, φορτωμένοι με τις κάπες, τα όπλα και τα βαρέλια το μπαρούτι,, κι όμως ήταν σαν να είχατε φτερά. Η δόξα ήταν κοντά, ΄τσι νομίζατε.

Βγαίνοντας από τον Βαφέ, συναντήσατε τα πρώτα γυναικόπαιδα να τραβούν αλαλιασμένα για τα βουνά, για να γλυτώσουν το μαχαίρι του Τούρκου. Διάβασες τον τρόμο και την απόγνωση στα μάτια τους. Ήταν μια ανάγνωση που θα την έκανες πολλές φορές τις επόμενες 24 μέρες. Το ίδιο αποκρουστική όπως θα ήταν και οι επίσης βιωματικές αναγνώσεις της πείνας, της γύμνιας και του κρύου.

Λίγο πριν από τον Τζιτζιφέ η δόξα απομακρύνθηκε. Ένας φλογερός αρχιμανδρίτης, ο Παρθένιος Περίδης, της Επαναστατικής Επιτροπής, σας το είπε ορθά κοφτά. Έπρεπε να γυρίσετε στο Βαφέ. Η μάχη στον Στύλο τελείωσε. Την άλλη φορά...

Έτσι αναγκαστικά ξαναήρθατε στον Βαφέ, όπου με τα λιοβασιλέματα έφτασε κι ο Ζυμβρακάκης με το υπόλοιπο σώμα.
Τ' άκουσες κι εσύ ότι από το ίδιο κιόλας βράδυ άρχισε να γράφει γράμματα στους καπετάνιους να 'ρθουν, να συντρέξουν την κατάσταση. Είχες μπει πολλές φορές στο κατάλυμα του κι είχες ζήσει την αγωνία του. Όπως και την αγωνία των μελών της Επαναστατικής Επιτροπής που μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς τον ανακήρυξαν «Γενικό Αρχηγό των Δυτικών Επαρχιών».

Η καρδιά σου αναπετάριζε κάθε φορά που έβλεπες τις επόμενες μέρες τους καπετάνιους να έρχονται. Σου άρεσε να τους βλέπεις, έτσι όπως έφταναν, κουβαλώντας ο καθένας την ίδια την ιστορία στην πλάτη του. Την ιστορία που έγραψαν από το '21 μέχρι τότε και την ιστορία που θα έγραφαν μέχρι να λευτερωνόταν η Κρήτη, «να λευτερωνόταν κι εκείνων η καρδιά τους», για να θυμηθώ παραφρασμένη ελάχιστα μια φράση του Νίκου Καζαντζάκη. Αυτοί οι παλιοί κατεχάρηδες των αρμάτων με τα ποταμίσια γένια και οι νιοι που θέλανε να τους μοιάσουν. Άντρες θεορατικοί σαν τα ψηλά κυπαρίσσια!  Ο Κριάρης, ο Τυρτιρής, ο Μυλωνογιάννης, ο Καζάκος, ο Καβρός, ο Τσοντολάμπης, ο Καρκαβάτσος... Αυτοί που δεν ήθελαν και δεν μπορούσαν να ζουν σκλάβοι!

Σ' άρεσε, όταν τους έβλεπες να διπλοχαιρετιούνται με τη φράση «Ένωση ή Θάνατος» και να σφιχταγκαλιάζονται με το Τζαμπρακάκη, (έτσι έλεγαν τον Ζυμβρακάκη), και με το γέρω- Κωσταρό Βολουδάκη, τον καπετάνιο του χωριού και που όπως άκουες να λένε οι ντόπιοι: «Τα ρούχα ντου του μπαρουθιού τη μυρουδιά μυρίζου,\ ολίγα 'νιαι τα λόγια ντου όμως βαρυά ζυγίζου».

Τότε μια άφατη αγαλλίαση σε πλημμύριζε, λες και διάβαζες τις γλυκές λέξεις που σε σχήμα σταυρού υπήρχαν στη σημαία του Σηκωμού: «Ανάστα ο Κύριος» και «Ελευθερία». Κι ήταν γιατί, τότε, ψυχανεμιζόσουν, ότι όπου κι αν πήγαινε το πράγμα, ο αγώνας σου, ο αγώνας σας, ήταν ένας αγώνας κερδισμένος!

Από την Τρίτη, κιόλας, μέρα που φτάσατε στον  Βαφέ, κατάλαβες ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Οι Τούρκοι ρήμαζαν, έσφαζαν κι έκαιγαν. Ένας τρομερός πασάς, παλιός γνώριμος της Κρήτης, ο γερο-Μουσταφά Ναϊλή πασάς δεν άφηνε πέτρα πάνω στην πέτρα. Το Νίππος, ο Φρες, η Κάινα και τ' άλλα γυρόχωρα ήταν κάθε μέρα στις φλόγες. Ο Βάμος, το κεντρικό χωριό της επαρχίας, έπρεπε να καταληφθεί. Αν ήσασταν τουλάχιστο χίλιοι... Αλλά πού! Οι μέρες περνούσαν και οι πολλοί από τους κοντινούς και μακρινούς επαναστάτες δεν έρχονταν. Άκουσες να λένε ότι γνοιάζονταν τις οικογένειες τους που τις φυγάδευαν στα βουνά. Όταν όμως θ' άρχιζε ο «καυγάς», έτσι έλεγαν οι ντόπιοι τη μάχη, δε θα έλειπε κανείς... Λόγια;

Σιγά μην πίστεψες τον ανθυπολοχαγό Νικολαΐδη, ότι  οι Τούρκοι δεν είναι περισσότεροι από 5.000. Εσύ τον γνώριζες καλά: «Νοήμων υπάρχων, ηλάττου  βεβαίως τον αριθμόν επίτηδες προς ενθάρρυνσιν». Ήξερες ότι καλά τα έλεγε ο Σολιώτης, ότι δηλαδή οι Τούρκοι ξεπερνούσαν τις 12.000 κι ας έκανες πως δεν τον πίστευες. Όπως έκαναν πως δεν τον πίστευαν κι οι άλλοι συμπολεμιστές σου, που πεινούσαν- τα χαρούπια ήταν το μοναδικό σας φαγητό-   και ξεπάγιαζαν.

Ωστόσο, έβλεπες τους ξεσπιτωμένους να ανεβαίνουν στα βουνά και στα φαράγγια, όπως θα έβλεπες αργότερα τα παιδιά, τις γυναίκες και τους γέροντες να πεθαίνουν από την πείνα και από το κρύο... Τότε φάνηκαν οι πρώτες διαφωνίες. Άλλα έλεγαν οι οπλαρχηγοί, άλλα οι ντόπιοι, άλλα εσείς οι εθελοντές. Ήταν και οι αντιζηλίες στη μέση... Άκουγες πολλά. Δεν άκουσες όμως από κανένα πως πρέπει να φύγετε, δίχως να πολεμήσετε, παρά τις απουσίες, παρά τις δυσκολίες!

Αυτό έλειπε! Εσύ ήρθες για να πολεμήσεις και να νικήσεις ή να σκοτωθείς... «Ένωσις ή θάνατος!»...Περίμενες, λοιπόν, τη δόξα, το ήξερες και την έβλεπες να έρχεται με γρήγορα βήματα. Μαζί μ' εσένα την περίμεναν κι όλοι οι άλλοι πολεμιστές, εθελοντές και επαναστάτες  Οι ολίγοι που ήσαστε έτοιμοι, εδώ, στις Θερμοπύλες τ' Αποκόρωνα, στον  Βαφέ. Το συνειδητοποίησες αυτό, όταν 50  όλοι κι όλοι είχατε πάει με επικεφαλής τον υπολοχαγό Πραΐδη, στις 10 Οκτωβρίου να καταλάβετε τον  Βάμο και αντιληφθήκατε, πολύ νωρίς, το   αδύνατο της προσπάθειας. Θα έπρεπε να γυρίσετε πίσω, μα έβρεχε βροχή δαρτή. Μείνατε λοιπόν όλη νύχτα καθηλωμένοι σ' ένα λόφο στο έλεος του καιρού. «Αν δεν είμαστε τόσο λίγοι…», άκουσες να λέει ο Ιωακείμ Καλαμαρίδης, ο λόγιος Κρητικός ιερωμένος  που είχε έρθει από το Βουκουρέστι για τη Λευτεριά της Κρήτης .

Το ξημέρωμα της 12ης Οκτωβρίου 1866 σε βρήκε ακριβώς μπροστά από το Βαφέ, μαζί με άλλους εθελοντές και Βαφιανούς, από τα Ξεριζώματα και πάνω, πίσω απ' τους φράχτες και τους τροχάλους. Είχε επικρατήσει τελικά ο ενθουσιασμός σας, μα και η θέληση των ντόπιων που ήθελαν να εμποδίσουν τους Τούρκους να μπουν στο χωριό. Δίπλα σας, ανάμεσα στο Βαφέ και στο Μπρόσνερο, αλλά  και παραπέρα, κοντά στον Αλίκαμπο, στην Κεφάλα, οι οπλαρχηγοί με τους δικούς τους, ο Κωσταρός, ο Κριάρης και οι αποδέλοιποι...

Ο Μουσταφά είχε ήδη φθάσει στις Βρύσσες, και οι πολλοί επαναστάτες που υπόσχονταν οι οπλαρχηγοί ότι θα έρχονταν δε φαίνονταν από πουθενά. Μόνοι λοιπόν εσείς, ενώπιον της ιστορίας. Οι 300 εθελοντές, «το πειναλέον» του Ζυμβρακάκη σώμα με το ένα πυροβόλον, «το οποίον μετεφέρετο επί των ώμων ενός ανδρός», και οι 280 επαναστάτες.Κι από την άλλη μεριά, ο πονηρός Μουσταφά πασάς με τις 10.000 του τακτικού στρατού (Τούρκους, Αλβανούς κι Αιγυπτίους), τις 3.000 των ατάκτων και το ορεινό πυροβολικό. Αποφασισμένος ν' ανοίξει το δρόμο για τα Σφακιά «εκτοπίζοντας σας πομπωδώς δια να αναφέρει εις το Διβάνιον το μέγα κατόρθωμα του».

Ο τριπλός πυροβολισμός που άκουσες ήταν το σύνθημα ότι η επίθεση των Τούρκων άρχιζε. Δεν είχες καμιά αυταπάτη. Ο αγώνας ήταν άνισος. Οι σφαίρες σφύριζαν κιόλας στ' αυτιά σου. Τα βόλια έπεφταν σαν το χαλάζι. Κι εσύ εκεί στο μετερίζι του χρέους πολεμούσες «μόνος και μετά των άλλων». Το λάκκωμα που βρισκόταν μπροστά σου γέμιζε και άδειαζε απ' τους εχθρούς, λες και τους γεννούσε και τους πέθαινε η γη! Αυτό έγινε τρεις φορές! Ωστόσο εσύ συνέχιζες να πολεμάς. Ακόμα και όταν η σάλπιγγα σάλπισε υποχώρηση και υπάκουσαν οι πολλοί απ' τους λίγους κι έμειναν οι πολύ λίγοι. Δεν επεδείξατε «ουδεμίαν φρόνησιν, ουδεμίαν σύνεσιν». «Εμείς έχουμε .να πολεμήσουμε τους Τούρκους και με τη λόγχη», απάντησες εσύ ο ίδιος στους δυο Βαφιανούς  που ήρθαν σταλμένοι από τον Κωσταρό…

Ωστόσο οι Τούρκοι είχαν μπει στον  Βαφέ και η μάχη δινόταν από σπίτι σε σπίτι. Το στρατηγείο του Ζυμβρακάκη ήταν ήδη γκρεμισμένο από τα πολυβόλα.. . Κάποτε υποχρεωθήκατε κι εσείς σε συνεχή υποχώρηση. Μπροστά στο Φαράγγι που οι ντόπιοι το έλεγαν Λαγκό, ήταν το τουρκικό ιππικό. Το μοναδικό μέρος για να διαφύγετε ήταν μια μεγάλη ανηφόρα. Την πήρατε, ενώ οι σφαίρες έρχονταν από παντού, σπέρνοντας το θάνατο. Εδώ ανάμεσα στο Μαρουλένιο και στη Σκαπεταρέ είδες πολλούς συντρόφους σου να πέφτουν νεκροί... Όταν φτάσατε στην κορφή οι εχθροί ήταν πάλι εκεί και σας περίμεναν. Είστε περικυκλωμένοι απ' όλες τις πλευρές κι αν δεν ερχόταν ο Κριάρης να συνδράμει τον Κωσταρό και τον Μπομπολάκη, που πάσχιζαν να σας σώσουν, δε θα γλύτωνε κανένας σας.  Ωστόσο,  εσύ,  ένιωσες ξαφνικά το δεξί σου πόδι να βαραίνει και να χάνει ολότελα τη δύναμη του. Αν έλειπαν δυο ντόπιοι που σε πήραν στους ώμους θα έμενες εκεί...

Το βράδυ της ίδιας μέρας φτάσατε στο Ασκύφου. Εδώ άκουσες το πρώτο προσκλητήριο των νεκρών. Εθελοντές 15. Ανάμεσα τους ο υπολοχαγός Αλέξανδρος Πραΐδης. Ο δικηγόρος Νικόλαος Έσλιν. Ο δικηγόρος Αναστάσιος Βαφειάδης που αυτοκτόνησε δίπλα στον αδελφικό του φίλο, τον Έσλιν,για να μην πιαστεί αιχμάλωτος. Ο Κύπριος φοιτητής της Νομικής Ιωάννης Βαρνάβας που κατακρεουργήθκε από τους Τούρκους. Ο γιατρός Ιωάννης Βασιλείου. Ο Ιωάννης Βογιατζάκης, μοναχογιός Κρητικού, που ζούσε στο Ναύπλιο. Ο πυροσβέστης Γρηγόρης Παναγιώτου. Ο αξιωματικός Ευθύμιος Νικολαΐδης. Ο ιερομόναχος Ιωακείμ Καλαμαρίδης. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και οι Βαφιανοί Αλέξανδρος Σαρτζέτης, Ευστράτιος Σαρτζέτης, Σταύρος Σταματάκης, Αντώνιος Κασάπης όπως και ο Εμμανουήλ Καλογρίδης από τις Καρές.
Κλαυθμός και οδυρμός!

Κι όμως εσύ, ο διπλά πληγωμένος εθελοντής, στο πόδι από βόλι και στην καρδιά από την ήττα, όπως άκουγες τα ονόματα των νεκρών ένιωθες μια παράξενη ζήλεια ν' ακροκάθεται στο μυαλό σου. Κι ήταν γιατί το ψυχανεμίστηκες από την πρώτη εκείνη ώρα πως δε θα περνούσαν πολλές μέρες και οι ποιητές θα έκαναν ποιήματα τον ένδοξο θάνατο των συντρόφων σου. Όπως ακριβώς είχε κάνει ποίημα το θάνατο των Ιερολοχιτών στο Δραγατσάνι το 1821 ένας Ωραίος  Έλληνας  ο Ανδρέας Κάλβος. Σ' ένα ποίημα που όποιος θα το άκουγε ή θα το διάβαζε από τότε και ύστερα και δεν το ήξερε, θα νόμιζε ότι είχε γραφτεί ακριβώς για τους νεκρούς συντρόφους σου. Για εκείνους, σκεφτόσουν, που υπήρξαν:
«Γνήσια της Ελλάδος τέκνα.
Ψυχαί που έπεσαν εις τον αγώνα ανδρείως.
Τάγμα εκλεκτών Ηρώων.   Καύχημα νέον»



  στίχοι του Κάλβου, θα ήταν ίσως ο καλύτερος επίλογος της κουβέντας μαζί σου, αν δεν ήθελα να κάνω μια διαπίστωση κι αν δεν ένιωθα χρεωμένος με μια θύμηση.

Η διαπίστωση είναι ότι, στην κουβέντα μας, δε χώρεσαν, εκ των πραγμάτων, σημαντικά στοιχεία της Μάχης, δε φωτίστηκαν αρκετές πτυχές, δεν απαντήθηκαν πολλά εύλογα ερωτήματα, δεν αναφέρθηκαν η σημασία της, η απήχηση που είχε και η συγκίνηση που δημιούργησε και παραπέρα δεν έγινε παρά μικρή αναφορά στα πριν και καθόλου στα μετά τη Μάχη γεγονότα της Επανάστασης του '66. Μιας επανάστασης που είχε βέβαια ως κορυφαίο γεγονός το ουρανόφεγγο ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, του ταπεινού αυτού μοναστηριού «που πολέμησε σαν κάστρο και πέθανε σαν ηφαίστειο», για να θυμηθούμε τα λόγια του Βίκτωρα Ουγκώ. Αλλά και μιας επανάστασης που είχε σαν άμεσο αποτέλεσμα μια πιο ανθρώπινη ζωή στην Κρήτη και που απετέλεσε το εφαλτήριο για παραπέρα αγώνες...

Η θύμηση έχει να κάνει με τις ιστορίες που άκουγα από την γιαγιά μου, στα μικράτα μου, για τα κομμένα κεφάλια των επαναστατών που περιέφεραν οι Τούρκοι στα χωριά του Αποκόρωνα  πάνω στις τουφεκόβεργες-  ένα από αυτά κι ενός παππού  καπετἀνιου- και για τις θλιβερές περιπλανήσεις, τον χειμώνα που ακολούθησε, των ξεχασμένων, ρακένδυτων, πληγιασμένων και ξυπόλητων εναπομεινάντων εθελοντών…

 

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ: ΑΝΑΣΤΑΣΗ (ΔΙΗΓΗΜΑ)

Σκίτσα : Νίκος Μπλαζάκης 

Θαρρούσε κανείς πως κρυβόταν σε μια γωνιά της σκοτεινής εκκλησιάς. Πως παραμόνευε. Πως ώρα με την ώρα ,στιγμή με τη στιγμή, θα ξεπρόβαινε άγριος, λιοντάρι μοναχό, ο Χουσεΐνης. Με την ασημοπιστόλα και τη γυριστή γιαταγάνα.

     Έτσι όπως τον είδαν πίσω από τα μπαλκόνια με τους βασιλικούς και τα κατημέρια, τη Μεγάλη Πέμπτη, το καταμεσήμερο, στη Σπλάντζια, κάτω από τον πλάτανο. Έτσι που περνούσε σαν δαιμονισμένος τους δρόμους των Χανιών, καβάλα στο μπεγίρι του π’ άφριζε, Φορούσε στραβά το σαρίκι του σημάδι πως ήτανε φουρτουνιασμένος. Και τίναζε δεξιά ζερβά το γιαταγάνι κι όποιον χτυπούσε.

     Είχαν αδειάσει μεμιάς οι δρόμοι, έκλεισαν τα μικρομάγαζα και τα καπηλιά, και τ’ ανθρωπομάνι , πατείς με, πατώ σε, Τούρκοι και Ρωμιοί παραμέρισαν και κλειδώνονταν στα κονάκια τους, όπου εύρισκαν, για να γλυτώσουν από τον Χουσεΐνη.

     Κι αυτός ο δαιμονισμένος, όπως κάλπαζε, ακριβώς κάτω απ’ τον πλάτανο της Σπλάντζιας, έξω από το Μεγάλο Τζαμί, άφησε το μπεγίρι  να φύγει κάτω από τα σκέλια του κι απόμεινε ολόρθος στη γης, λες και φύτρωσε κι άλλος πλάτανος.

     Κι ο Μουεζίνης, που την ώρα αυτή ανεβασμένος στον μιναρέ, έψελνε τη δόξα του Αλλάχ, σαν είδε το μπεγίρι να χάνεται στα  στενά προς τους Αγίους Αναργύρους, τη χλαβοή του κόσμου και τον Χουσεΐν στητό κάτω του, σάστισε, ξέχασε την προσευχή και φώναξε:

— Ε, Χουσεΐν -αγά! Είντα καλός δρόμος σ’ έβγαλε, μπρε, στά Χανιά;

— Η καρδιά μου, τ’ αποκρίθηκε.

— Η καρδιά, μπρε, η καρδιά ’ναι που μας διαφεντεύει ούλους μας, και τη καρδιά την ορίζει ο Αλλάχ, μεγάλο τ’ όνομά του, μα είντα σου μήνυσε η καρδιά σου; φώναξε, δυνατά τώρα ο μουεζίνης, που γνωρίζονταν από παλιά.

— Ένα μυστικό, ένα μεγάλο μυστικό, είπε ο Χουσεΐν κι έστριψε το μουστάκι του.

— Μυστικό είπες; Πέρασε από το κονάκι μου. Πρόσμενέ να κατεβώ…

-Δε με παίρνει ο καιρός, αποκρίθηκε αυτός κι απομακρύνθηκε με μεγάλες δρασκελιές.

     Πλάνταξαν οι γυναίκες με τον αναθεματισμένο, σήκωσαν θρήνο τα παιδιά, κι οι Χανούμισσες ένοιωσαν τα μάτια τους να βασιλεύουν. Μα κι αν τον έχασαν τα μάτια τους θρονιάστηκε βαρύς και ασήκωτος στη καρδιά τους.

     Ύστερα απ’ το μεσημέρι λες κι άνοιξε η γης και τον κατάπιε. Μα τα πράγματα μιλούσαν μοναχά τους. Οι πολλοί λέγανε πως κάποια μεγάλη σφαγή ετοίμαζε με τους ξεκουκούλωτους της πολιτείας για τους Χριστιανούς.

     Πήρανε αέρα οι Τουρκαλάδες, βουβάθηκαν οι Χριστιανοί και γύριζαν πολύ πριν το λιοβασίλεμα στα σπίτια τους. Σίμωνε η Ανάσταση και τότε, λέγανε, θα γινόταν η σφαγή…

***

     Το μεγάλο χαμπέρι του Σηκωμού του Γένους, στη Βλαχιά και στό Μοριά, είχε κατρακυλήσει ίσαμε την Κρήτη, μαζί με τους ανθούς και τις ευωδιές της άνοιξης, που είχαν έρθει νωρίς εφέτος. Ξεπετάρισαν οι καρδιές, ο ουρανός ήτανε να τον πιεις στο ποτήρι, κι ο Ξενοθοδωρής ρωτούσε και ξαναρωτούσε λες και δεν το πίστευε αυτό που άκουε. Ήθελε να χυμήξει στα μέρη του, τ’ Αποκορωνιώτικα, για να φέρει το χαμπέρι κι εκεί, που αιώνες το περίμεναν.

— Μα είναι αλήθεια Χατζή Τζανάκη;

— Αλήθεια, Θοδωρή, αλήθεια, αποκρίθηκε ο κοντακινός γέροντας με τα σμιχτά φρύδια.

     Μα ο Θοδωρής ήθελε να το ξανακούσει και ξαναρώτησε:

 -Μην είναι ρούσικη πιβουλιά;

 Ο άλλος χαμογέλασε κι εκείνος φώναξε με δύναμη.

— Άμποτε ν’ αρχίξουμε και του λόγου μας! Λευτεριά, Χατζή -   Τζανάκη! Λευτεριά!

— Ναι! Λευ – τε - ριά! είπε αργά, συλλαβιστά, ο γέρος, τραβώντας μια γουλιά από το ναργιλέ του. Λευτεριά ή...

  Είντα πάει να πει ή; ρώτησε αλαφιασμένος ο Ξενοθοδωρής.

  Ή Θάνατος,!

— Ναι! Αυτό είναι! Λευτεριά ή Θάνατος!..  φώναξε ο Θοδωρής και γέμισε το σπίτι φωνή.  

     Δρασκέλισε λίγα βήματα, κοίταξε από το φεγγίτη, δυο χελιδόνια φτεροκοπούσαν, στάθηκε.

— Θαρρώ πως έφταξε η ώρα μας! Κάθε άργητα βγαίνει σε κακό. Είδες που λέγαμε για τον Χουσεΐν; Δεν το ’χουν πράμα οι μπουρμάδες ν’ αρχίξουνε τις σφαγές και…

     Ήθελε να πει πολλά μα ο άλλος άπλωσε το χέρι του και τον αντίκοψε.

— Μη βιάζεσαι, Θοδωρή! Μη βιάζεσαι! Πόλεμος είναι. Οι μεγάλες πράξεις θέλουνε σκέψη! Μα είναι αλήθεια πως τώρα δεν μπορούμε να πάμε πίσω!

— Αυτό θέλω κι εγώ, Τζανή…  Να μην μπορούμε και να θέλουμε να πάμε πίσω! 

Κι όπως το ’πε, άρπαξε τον γέροντα και τον έπνιξε στην αγκαλιά του.

    Έτσι ξεπόρτισε το μεγάλο χαμπέρι κι έπιασε τα κατωμέρια κι ανέβηκε τις Μαδάρες κι έφερε την ελπίδα στα στυφά αγριοχώρια. Κι άρχισαν οι πιο θερμοί να  διαλαλούν από πόρτα σε πόρτα την Ανάσταση του Γένους! Ένας γραμματιζούμενος κιόλας φώναζε, κάτω από τη μύτη των Τούρκων:

— Έφτασε η Ανάσταση, αδέρφια! Χριστός Ανέστη!

Ανήμπορη που ’ναι, στ’ αλήθεια, η καρδιά τ’ ανθρώπου, να σηκώσει τόση χαρά…

      Όμως, η ξαφνική εμφάνιση του Χουσεΐν - Αγά, το μεσημέρι της Μεγάλης Πέμπτης, στάθηκε αφορμή να λουφάξει η όποια χαρά και να

απλωθεί, προπαντός στις γυναίκες και στα παιδιᾶ, ο φόβος. Το καινούργιο τους βάσανο που αναδεύτηκε κι αυτό μέσα από τους βασιλικούς…

      Ήταν μια γρατζουνιά στο μεγάλο τους μυστικό, αυτό του Σηκωμού, μια μαύρη γρατζουνιά που όσο κι αν προσπαθούσε να την αποδιώξει ο νους, αυτή μεγάλωνε κι έσκιαζε τη χαρά τους.

     Ο Χουσεΐνης!.. Ερχόταν συχνά στα Χανιά. Περνούσε το Καλέ Καπισί σαν αστραπή, ξεχυνόταν στους δρόμους της πολιτείας καβάλα στο μπεγίρι του και σκόρπιζε τον φόβο σε Ρωμιούς και σε Τούρκους. Μπορεί κιόλας πιο πολύ, να τον φοβόντουσαν οι Τούρκοι κι ιδιαίτερα οι τρομεροί ξεκουκούλωτοι, όσοι είχανε κάμει αδικίες. Δεν χάριζε, βέβαια, και στους Ρωμιούς. Ωστόσο έλεγαν πως τους Ρωμιούς τους κτυπούσε λιγότερο. Λόγια…

     Ζούσε στη Μεσαρά. Παχιά χωράφια... Πλούτη... Φαμέγιοι… Τα πράγματα μπερδεύονταν στο νου των Ρωμιών. Μα όσο και να πεις σαν να ‘ταν  η απαντοχή τους ο Χουσεΐν.

    Λέγανε κιόλας, τώρα τελευταία, πως με το έμπα της άνοιξης ξεπέζεψε μπροστά στο σπίτι του Δεσπότη. Ένας Γερανιώτης ακόμη, έλεγε πως τον είδε να τραβά κατά τα Κισαμίτικα. Ένας άλλος είπε πως πήγε και στου Μελχισεδέκ, του Δεσπότη της Κίσαμος, στην Επισκοπή…   

     Μα η ξαφνική εμφάνισή του το καταμεσήμερο της Μεγάλης Πέμπτης σκόρπισε τον τρόμο στους Ρωμιούς. Από τη στιγμή που πέρασε το Καλέ Καπισί, μέχρι να φτάσει στη Σπλάντζια, δεν είχε χτυπήσει Τούρκο. Μόνο τους Ρωμιούς κυνηγούσε.

     Έτσι δεν άργησαν οι Χριστιανοί να συνδέσουν την εμφάνιση του με τις σφαγές που θ’ άρχιζαν στην πολιτεία. Γιατί οι Τούρκοι είχαν μυριστεί τον ξεσηκωμό κι ακόνιζαν τα γιαταγάνια  τους. Το ήξεραν. Οι γέροντες, άλλωστε θυμούνταν πολλά και είχαν ακούσει περισσότερα…

                                          

                                                   ***

       

     Ο Δεσπότης των Χανιών. ο Καλλίνικος, όπως κάρφωνε τον Χριστό το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στον σταυρό, σκεφτόταν το σταυρωμένο κορμί της Κρήτης, μα και τον μαρμαρωμένο βασιλιά. Και σαν τέλειωσε τη σταύρωση ψιθύρισε στ’ αυτί του Ρενιέρη:

— Άντε, Χατζη-Τζανάκη, και στην Ανάστασή Του έρχεται κι η Ανάσταση της Κρήτης!

     Ο λόγος του Δεσπότη, αν και σιγανός «για το φόβο των Ιουδαίων», έφερε γυροβολιά την εκκλησιά, που μύριζε λιβάνι, σταύρωση και απόγνωση.

     Μα πώς αληθινά να γιορτάσουν την Ανάσταση, ύστερα από την εμφάνιση του Χουσεΐν; Κι ύστερα, που σαν τέλειωσε τ’ αυγικό, που βρήκαν τους Τούρκους στις γωνιές να κρυφογελούνε; Ακόμη κι ο Μεμέτης, ο γεροκούτσαβλος, έφτασε μέχρι την ξώπορτα της εκκλησιάς και φώναζε με τη τραγουδιστή φωνή του:

— Ε, μπρε ραγιαδάκια, θα πείτε κι εφέτος Χριστός Ανέστη;

     Δαγκώθηκαν οι αψόθυμοι έσφιξαν την καρδιά τους να μη του μιλήσουν, παραήταν επικίνδυνο.

     Την άλλη μέρα, τη Μεγάλη Παρασκευή, η φήμη της σφαγής γυρόφερνε από πόρτα σε πόρτα. Νόμιζε κανείς πως ο Χουσεΐν βρισκόταν σε κάθε σοκάκι, λες κι ακουγόταν, κιόλας, τα χλιμιντρίσματα του μπεγιριού του. Και με τον Χριστό μαζί, νεκρό μέσα στις βιόλες, απόθεσαν οι χριστιανοί την καρδιά τους…

     Πέρασε η Μεγάλη Παρασκευή, ήρθε το Μεγάλο Σάββατο για να φύγει κι αυτό μαζί με τον ήλιο, λυπητερά, κι από πόρτα σε πόρτα γυρόφερνε η θύμηση του Χουσεΐν.

— Μη φάνηκε ο αναθεματισμένος;

— Όχι, γειτόνισσα. Μα λένε πως το κακό θα γίνει τη νύχτα. Στην εκκλησιά!

— Την κατάρα του Χριστού να ’χει ο σκύλος!

    -Αμἠν

     Τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου κίνησαν οι Χριστιανοί για την Ανάσταση. Μπορεί να ‘ταν κι ο φόβος της σφαγής που τους έφερε όλους στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, στη μόνη εκκλησία των Χριστιανών που λειτουργούνταν.

     Ο Δεσπότης, μαζί με τους παπάδες, πήρανε καιρό. Φορούσε τα πιο καλά του άμφια. Μοίρασε το Άγιο Φως. Είπε το «Χριστός Ανέστη». Πιο δυνατά από κάθε άλλη χρονιά, ήξερε αυτός…  

     Το ‘πε και το εκκλησίασμα μαζί του. Μα η ψυχή των Χριστιανών έμενε διπλά και τρίδιπλα σταυρωμένη. Ως πότε; Πολύ φαρμακερό αυτό το καρφί, το τελευταίο,  που ’χε μπηχτεί στην καρδιά τους.

     Κάπου κρυβόταν ο Χουσεΐν, κάπου εδώ θα παραμόνευε, σε μια γωνιά της εκκλησιάς, κι’ όπου να ‘ναι, να ίσως τώρα, τώρα, τώωωρα θα βγει μπροστά τους, έτσι όπως τον είδαν το μεσημέρι της Μεγάλης Πέμπτης κάτω από το πλάτανο της Σπλάντζιας. Κι ήξεραν πως αυτό θα είναι μόνο  η αρχή. Ύστερα θα ’μπαιναν κι άλλοι κι άλλοι...

     Αυτοί που περίμεναν  τη φετινή Ανάσταση πάνω από τρακόσια χρόνια για Ανάσταση της Κρήτης. Όπως μίλησε ο δεσπότης στον Ρενιέρη το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Φαίνεται πως δεν θα ‘χε ακούσει η αγιότητά του για τον Χουσεΐν…

     Ο Ρενιέρης μπροστά στην Ωραία Πύλη, έριχνε ματιές, μια κατά το Δεσπότη, μια κατά τη θύρα τη βορινή. Ήταν αναμμένος. Και συνέχεια σταυρωνόταν τα αετίσια μάτια του με τα γαλάζια κουρασμένα μάτια του Δεσπότη. Άκουε τα βογγητά, τα «Κύριε ελέησον», μα ο νους του ταξίδευε.

     Ξαφνικά το σούσουρο δυνάμωσε, το μουγγό κλάμα ήταν έτοιμο να γίνει κραυγή, οι ψάλτες σταμάτησαν κι ο Δεσπότης ατάραχος πήρε το τροπάρι με τη γεροντίστικη βραχνή φωνή του, μια φωνή που κουβαλούσε μέσα της την προσμονή αιώνων..

-Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε…

     Ο Ρενιέρης γύρισε το κεφάλι του κατά την θύρα, είδε πολλούς να βγαίνουν πατείς με πατώ σε, κι έναν Τούρκο να μπαίνει αρματωμένος με μικρά βήματα.

-Ο Χουσεΐν! Ο Χουσεΐν! Ο Χουσεΐν!

Οι κραυγές πλήσιαναν, τι παραφωνία ήταν μέσα στο χαλασμό κι αυτός ο δεσπότης!

     Κάποιοι από τους πιστούς είχαν σταματήσει σαν αποσβολωμένοι, οι πιο πολλοί είχαν φύγει, ενώ ο Χουσεΐν βάδιζε σκυφτός, πάνοπλος, με μικρά βηματάκια, πες με σεβασμό. Τρεις αψόθυμοι, τρία παλλικάρια, τινάχτηκαν μπροστά. Μαχαίρια τραβήχτηκαν μέσα στο ιλαρό αντιφέγγισμα των κεριών…

     Μα να! Ο Χουσεΐν γονατίζει μπροστά στην δεξιά πύλη. Τα μαχαίρια έμειναν μετέωρα και όλων τα μάτια καρφώθηκαν απάνω του. Όλων όσων είχαν μείνει. Να! Τώρα αποθέτει χάμω την ασημοπιστόλα και το γιαταγάνι του στα πόδια του. Σιωπή του θανατά. Ούτε αναπνοή…  

     Ο Δεσπότης αφήνει στη μέση το τροπάρι. Παίρνει το Άγιο Ποτήρι. Βγαίνει στη θύρα:  

-Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε.... Η φωνή του είναι ζεστή. Μόνο ένας κόμπος δεν τον αφήνει να φωνάξει. Κάτω στα πόδια του, ο Χουσεΐν, κλαίει και μουσκεύει τα παπούτσια του Δεσπότη .

     Τώρα η σιωπή έχει γίνει συντριβή. Θέλουν όλοι όσοι έχουν μείνει να ρωτήσουν. να μιλήσουν, να γελάσουν να κλάψουν, μα σιωπούν…

— Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Μιχαήλ, εις άφεσιν αμαρτιών, και εις ζωήν αιώνιον, λέει ο δεσπότης.

—Αμήν! ξεσπά το εκκλησίασμα, δίχως δεύτερη σκέψη.

     Ο τρομερός Χαϊντούτης κάνει τον σταυρό του με απέραντη ευλάβεια τρεις φορές και μεταλαβαίνει.

-Σώμα Χριστού μεταλάβατε, πηγής αθανάτου γεύσασθε, Αλληλούια! ψέλνουν οι ψάλτες.

— Άκουσες, γειτόνισσα, Μιχαήλ είπε ο δεσπότης, ψιθύρισε μια γυναίκα στη διπλανή της.

—Ναι, Μιχαήλ! Μιχαήλ!.. είπε η άλλη κι  έκαμε τον σταυρό της, όπως κι όλο το εκκλησίασμα, ενώ εκείνος έφευγε με τα ίδια μικρά βήματα, που είχε πριν από λίγο μπει ως Χουσεΐν.

—- Χριστός ανέστη, αδελφοί μου! Η Κρήτη ανέστη!... είπε με φωνή πνιγμένη στο κλάμα ο Δεσπότης κι άρχισε  να ψάλει, μαζί με όλο το εκκλησίασμα:

     Χριστός ανέστη εκ νεκρών

     θανάτω θάνατον πατήσας

     και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν

    χαρισάμενος

 

     Ήταν ένας νικητήριος παιάνας, μια κραυγή θριάμβου, που έκανε και τους τοίχους να δακρύσουν. Ένας παιάνας που βγήκε έξω, γιατί δεν τον χωρούσε ο τόπος, πήρε τους δρόμους, μπήκε στις αναμεσάδες, τις έλουσε με φως, και ξεκίνησε να ταξιδεύει με τον άνεμο...

.

                                               ***



      Η Ανάσταση εκείνη ήτανε Ανάσταση αληθινή. Λίγες μέρες ακόμη κι’ η Κρήτη σηκώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη. Ένας καινούριος αέρας φύσηξε, ο αέρας της Λευτεριάς!

     Ο Χουσεΐν αλώνιζε πάλι τη Κρήτη. Μόνο που τώρα δε λεγόταν πια Χουσεΐν. Ήταν ο καπεταν -  Μιχάλης Κουρμούλης. Ο αρχηγός των Κουρμούληδων. Από παλιά όλοι τους είχαν γίνει φανερά Τούρκοι, κρυφά όμως παρέμειναν χριστιανοί. Ήταν δηλαδή «λινοβάμβακοι» όπως γράφουνε τα χαρτιά. Σ’ όλη τη σκλαβιά κρατούσαν μέσα τους το μεγάλο μυστικό. Κι’ όταν ήρθε η ώρα πέταξαν τα τούρκικα σαρίκια που φορούσαν χρόνια και χρόνια. Με πρώτο τον Μιχαήλ...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗ: TΟ ΤΕΛΟΣ (ΔΙΗΓΗΜΑ)

Σκίτσα :  ΝΙΚΟΣ ΜΠΛΑΖΑΚΗΣ 




Η Μαριγώ, η χήρα, ήταν η μόνη στο χωριό, που όχι κανίσκια δεν κουβάλησε στον αγά, αλλά ούτε και καταδέχτηκε να πάει στο κονάκι του να τον παρακαλέσει για τον μοναχογιό της, σαν ακούστηκε το φοβερό άκουσμα, πως από μέρα σε μέρα οι Τούρκοι θα ‘παίρναν τα σερνικά του χωριού. Ούτε τα παρακάλια, ούτε οι φοβέρες του θείου της του παπά, την έκαμαν ν’ αλλάξει γνώμη.                 Όλοι στο χωριό είχαν να το κάμουν κι οι πιο πολλοί κάκιζαν τη συμπεριφορά της. Κι όλοι συμφωνούσαν, πως αυτός, ο αναθεματισμένος ο καλόγερος, φταίει. Ακούστηκε κιόλας από μερικούς πως έρχεται ακόμα - ύστερα απ’ όλα που γίνηκαν – τα βράδια στο σπίτι της και της πιπιλίζει το μυαλό. Κι αναθεμάτιζαν την ώρα που ‘ρθε κι έφερε τη συμφορά στο χωριό. Ωστόσο, κανείς δεν το είχε πάρει χαμπάρι πότε πρωτόρθε. \

     Όταν για πρώτη φορά τον είδε ο Πανάγος στην Αετοκορφή, πήρε τα πόδια του στον ώμο κι έφτασε ξεγλωσσισμένος στο χωριό.

- Χωριανοί! Χωριανοί!

- Είντα ‘ναι μωρέ θεοκούζουλε;

- Πράματα και θάματα χωριανοί!

- Λέγε, μωρέ. και μας έσκασες.

- Είδα ένα πράμα, που άνθρωπος δεν ήτανε, διάολος δεν ήτανε, πέστε μου εσείς, είντα τανε…

- Μίλα μωρέ καλά! Τον αποπήραν κάμποσοι.

- Εκειδά που πήγαινα μα κόψω ξύλα, να σου και πετιέται ομπρός μου ένας καλόγερος- έτσα μου φάνηκε- φορτωμένος σιδερικά. Ήτανε δύο κεφάλια πάνω από μένα στο μέγαλος και μου φάνηκε πως ήθελε να με καταλύσει.

- Και σου μίλησε; ρώτησαν όλοι μαζί;

- Κατιτίς μουρμούρισε, μα να σας πω  την αλήθεια, δεν κατάλαβα, γιατί γίνηκα λαγός απ’ τον φόβο μου.

            Για δυο τρεις μέρες δεν έλεγαν τίποτ’ άλλο στο χωριό. Ώσπου μια πρωινή πήγανε δυο ψυχώμενοι άντρες ίσαμε την Αετοκορφή, για να δούνε τι τρέχει.

            Η αλήθεια ‘ναι πως κι αυτοί φοβήθηκαν σαν τον αντίκρισαν. Μα δεν το ‘δειξαν. Ήταν ένας ψηλός καλόγερος φορτωμένος με κάθε λογής σιδερικά, που θα ζυγίζανε ως πενήντα οκάδες. Σταυροί, τσεκούρια, μαχαίρια, καρφιά, ότι ‘θελες ήτανε κρεμασμένα πάνω του, σαν να ‘τανε κινητό σιδεράδικο. Τον έκαμαν ως εξήντα χρονών. Η θωριά του ήταν άγρια και τα γένια του έφταναν ίσαμε τη μέση.

            Ο παράξενος καλόγερος στεκόταν και τους κοίταξε με κάτι μάτια, που πετούσαν φωτιές.

- Ώρα καλή! Είπαν οι χωριανοί.

- Χριστός Ανέστη! Βρόντηξε με την αγριοφωνάρα του ο καλόγερος κι αντιβούισαν τα βουνά.

            Οι άλλοι τα ‘χασαν. Τι Χριστός Ανέστη, Οκτώβρη μήνα, λέει αυτός;

- Ο Χριστός, ξαναβρόντηξε ο καλόγερος, είναι πάντα αναστημένος. Το πιστεύετε μωρέ;

- Το πιστεύουμε… είπαν ξέπνοα κι οι δυο μαζί κι έκατσαν κατάχαμα, στη ρίζα του χαρακιού, σαν να τους πρόσταξε κάποιος.

            Εκεί άρχισε να τους μιλά. Στην αρχή η φωνή του ήταν σωστή βροντή. Μα λόγο με τον λόγο μέρευε. Ήτανε κιόλας στιγμές, που γινόταν θεληματάρα και γλυκιά, κοντά θηλυκιά. Μα μόνο για λίγο. Γιατί και πάλι γινόταν βροντερή και άγρια. Τότε ο καλόγερος σηκωνόταν όρθιος και φώναζε, κουνούσε τα χέρια του, τα σιδερικά καταχτυπούσαν κι οι χωριανοί τον έβλεπαν σαν θεό, που άστραφτε και βροντούσε.

            Τους μίλησε για τον Μαρμαρωμένο βασιλιά, για την Πόλη, για την Κρήτη, για μια μεγάλη χριστιανική δύναμη τη Ρουσία, που ώρα με την ώρα ετοιμάζεται να μας φέρει τη Λευτεριά. Τους είπε κι ένα τραγούδι που μιλούσε για την Αγια-Σοφιά και τελείωνε μ’ αυτά τα λόγια:

            «Σώπασε κυρά Δέσποινα, μη κλαίγεις, μη δακρύζεις,

            πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά σας είναι.»

Και τότες ήταν, που ξέσπασε ο καλόγερος στο κλάμα. Έτσι πρωτομπήκε ο πάτερ- Ιωακείμ στη ζωή του χωριού. Και δεν ήξερε μόνο να μιλεί. Γιάτρευε και τις αρρώστιες του κόσμου. Οι χωριανοί αναθάρρεψαν.

            Κάθε Κυριακή πήγαινε στην εκκλησία και βοηθούσε τον παπά. Η φωνή του και στο ψάλσιμο ήταν άγρια και πολεμική, σαν τη μορφή του.

            Ποτές του δεν καταδέχτηκε να πατήσει σ’ ανθρώπου σπίτι. Μόνο έλεγαν μερικοί, πως τον είδαν να μπαίνει ένα βράδυ στο σπίτι της χήρας της Μαριγώς. Μα η ίδια δεν το παραδέχτηκε. Και το κοπέλι που αναρώτηξαν, τ’ αρνήθηκε κι αυτό.

            Δεν είχε κλείσει δέκα μέρες από τότε που πρωτόρθε κι αναμάζωξε τα κοπέλια του χωριού κοντά του, όπως η κλωσσού αναμαζώνει τα πουλιά της. Κι έτρεχαν με τόση λαχτάρα τα παιδόπουλα κοντά του, σαν να τους είχε κάνει μάγια.

           Δεν πέρασαν πολλές μέρες και τα κοπέλια αντρειεύτηκαν. Σαν να μεγάλωσαν ξαφνικά. Όλη τη μέρα καρτερούσαν το βράδυ για να μαζευτούν στο ξωκκλήσι τ’ Άη Λια. Εκεί άκουγαν τα παιδιά, πως τα μέρη αυτά που ήταν δικά μας μια φορά, θα λευτερωθούν γρήγορα.

- Πότες γέροντα; ρωτούσε ο Βασίλης της χήρας τον καλόγερο.

- Μέχρι του χρόνου Βασίλη, δεν θα υπάρχει Τούρκος. Η λευτεριά είναι κοντά.

Τα παιδιά σώπαιναν για ν’ αφρουκαστούν το φτεροκόπημα της.

- Και θα πάρουμε την Αγια-Σοφιά γέροντα; ξαναρωτούσε ο Βασίλης.

- Θα την πάρουμε μωρέ! φώναξε ο πάτερ Ιωακείμ. Θα ‘μαι κι εγώ εκεί για να συνδράμω τον παπά να τελειώσει τη λειτουργία, που άφησε μεσοπέλαγα.

            Όλα αυτά δεν άργησαν να φτάσουν στ’ αυτιά του αγά. Και τότες ήταν που γίνηκε θεριό απ’ τη λύσσα του. Κάλεσε τον παπά και του ‘πε πως το πράμα βρόμεσε κι αν μέσα σε μια εβδομάδα δεν σταματήσει το «σχολειό», θα του ξεριζώσει τα γένια τρίχα- τρίχα.

            Ο παπάς τα χρειάστηκε. Τρόμαξε στην αρχή. Μα γρήγορα βρήκε τον εαυτό του. Κάλεσε τους χωριανούς του και τους τα ‘ψάλε από την καλή. Τους φοβέρισε «Ανάθεμα και κατάρα σ’ όποιον ξαναφήσει τα κοπέλια του να ξαναπάνε στου καλόγερου. Ανάθεμα και κατάρα σ’ όποιον μιλήσει του αναμαζωξιάρη».

           Οι χωριανοί λούφαξαν. Οι ελπίδες που είχαν φουντώσει με τον ερχομό του καλόγερου, χώθηκαν στα βάθη της καρδιάς, όπως η σπίθα στη χόβολη. Κι όλοι ορκίστηκαν, πως δεν θα ξαναφήσουν τα παιδιά τους να ξαναπάνε στον Άη Λια.

Έτσι κι έγινε. Κανένας πια δεν άφηνε τα παιδιά του να πηγαίνουν στον Άη Λια. Και μόνο η Μαριγώ, η χήρα, πρώτη ανιψιά του παπά, πήγε κόντρα. Αυτή σαν να μην έγινε τίποτα, άφησε το ίδιο κιόλας βράδυ τον γιο της να πάει στο σχολειό. Ο παπάς δεν της μίλησε. Την ήξερε πως ήταν αγύριστο κεφάλι. Μα είχε ακόμη καιρό. Ο αγάς του ‘χε δώσει μια βδομάδα προθεσμία. Μέχρι την Κυριακή. Και ήταν Τρίτη ακόμη. Κι ο παπάς είχε το σχέδιο του. Ύστερα όλα θα ‘μπαιναν στη στράτα του Θεού.

            Μα ξαφνικά την Πέμπτη το πρωί, ο αγάς του μήνυσε να πάει το δίχως άλλο μέχρι το βράδυ στο κονάκι του. Χάρηκε ο παπάς μ’ αυτό το κάλεσμα. Δεν είχαν περάσει ούτε δύο μέρες και είχε βάλει τάξη στο χωριό.

            Πήρε τον δρόμο που οδηγούσε στο κονάκι του αγά και δεν έβλεπε την ώρα να φτάσει. Ούτε ο ανήφορος, ούτε τα εβδομήντα χρόνια, που κουβαλούσε στη ράχη του μαζί με το σακούλι, πεσκέσι για τον αγά, ήταν μπορετό να σβήσουν ένα αδιόρατο χαμόγελο, που κρεμόταν στα χείλη του.

            Κι αν έλειπε η ανυπακοή της ανιψιάς του, δεν τον ένοιαζε να τ’ αφήσει να γίνει γέλιο τρανταχτό μέσα στο κονάκι του αγά. Με δεν έφταιγε αυτός. Αν δεν τον καλούσε αναπάντεχα σήμερα ο αγάς, θα ‘χε προλάβει μέχρι την Κυριακή, που τελείωνε η προθεσμία μέχρι να ολοκληρώσει τον θρίαμβο του. Μα και πάλι ένιωθε νικητής. «Δεν είναι μικρό πράμα να κυβερνάς ολάκερο χωριό», συλλογίστηκε.

            Πολύ είχε στενοχωρεθεί τις προάλλες, που βρήκε τον αγά στα μεγάλα του μπουρίνια. «Ο διάολος να τόνε πάρει για καλόγερο… Θε μου συγχώρεσε μου» μουρμούρισε ο παπάς κι έκαμε τον σταυρό του.

            Από την πρώτη στιγμή που τον  είδε αυτός, δεν του καλάρεσε. Κι ας τον δέχτηκε για του κόσμου τα μάτια, σαν αδερφό. Κάτι του ‘λεγε μέσα του, πως αυτός ο αναθεματισμένος, κουβαλούσε πάνω του τη συμφορά. Κι ας έλεγαν οι χωριανοί, πως κουβαλούσε την αγιοσύνη.

            Σαν ακούς κιόλας τα παράξενα, που ‘λεγε ο καλόγερος στα παιδιά, τρόμαξε για τα καλά. Κατάλαβε πόσο επικίνδυνος ήταν. Αυτός ήθελε ήσυχο το κεφαλάκι του. Σαράντα χρόνια παπάς, πηγαίνει με την τάξη του θεού. Πόσες φορές δεν τους το ‘πε ο ίδιος ο δεσπότης; «Είναι θέλημα θεού, να ‘χουμε τον Τούρκο από πάνω μας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία, από το να θέλουμε να διώξουμε τους αφέντες μας».

            Με αυτά τα λόγια είχε κανονίσει αυτός τη ζωή του. Χρέος του να παρηγορεί τους ραγιάδες, να καλοπιάνει τον αγά, να καλοπερνά. Χρόνια τώρα τα πήγαινε με τον αγά μια χαρά. Τον είχε μάθει πια. Δεν ήταν κακός άνθρωπος. Μόνη του αδυναμία η τάξη και τα πεσκέσια.

            Και να, που ‘ρθε τώρα αυτός ο αναθεματισμένος ο καλόγερος να φέρει τα πάνω κάτω. Για μια στιγμή του πέρασε απ’ τον νου να πει στους χωριανούς να μην ξαναφήσουν τα παιδιά τους να πηγαίνουν στον καλόγερο. Μα δε το ‘καμε. Ύστερα σκέφτηκε να πάει ο ίδιος και να τα πει του αγά.  Μα να, που ο αγάς τα ‘μαθε από αλλού.

            Είχε δίκιο λοιπόν ο αγάς, που γίνηκε θεριό. Γι’ αυτό κι ο παπάς με πολλή χαρά ανέλαβε να φέρει την τάξη στο χωριό. Και την έφερε. Μα δεν θα ησύχαζε, παρά μόνο σαν έβγαζε από τη μέση τον καλόγερο. Όχι δεν τον άφηνε αυτός, τον λύκο να κατασπαράξει τα πρόβατα, που του εμπιστεύτηκε ο θεός.

            «Θα του δείξω εγώ του θεομπαίχτη…» μουρμούρισε και τάχυνε το βήμα του. Όπως και να τον έβρισκε τον αγά, εκάτεχε αυτός τον τρόπο να τον φέρει στα νερά του. Τόσα χρόνια τώρα, τον είχε μάθει απ’ όξω κι ανακατωτά. Άναβε, φούντωνε, μα στο τέλος μέρευε.

            Είχε κιόλας φτάσει στην ξώπορτα του αγά. Σήκωσε τα μάτια κατά τον ουρανό κι έκαμε τον σταυρό του. «Ο διάολος να τον πάρει για καλόγερο...», μουρμούρισε κι έσφιξε τα δόντια του.

Ούτε το κατάλαβε πως μπήκε μέσα.

- Καλώς όρισες παπά… άκουσε τη βαριά φωνή του αγά.

- Καλώς σε βρήκα αγά αφέντη, τ’ αποκρίθηκε κι έσκυψε το κορμί του ίσαμε το πάτωμα.

- Έλα, κόπιασε…

            Άφησε το σακούλι κι έκατσε στον καναπέ. Ο αγάς κάπνιζε τον ναργιλέ του και δεν μιλούσε. Κι όσο δεν μιλούσε τόσο ο παπάς θαρρούσε, πως καθόταν πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. «Πού ‘ναι οι φιέστες που μου έκανε μια φορά!», συλλογίστηκε ο παπάς. Κι έκαμε δυο φορές να βάλει μπρος, μα δεν το μπόρεσε.

- Είντα νέα φέρνεις παπά; μίλησε επιτέλους ο αγάς.

Ήθελε να του πει πως όλα πήγανε μια χαρά, η τάξη ξανάρθε, μα η λαλιά του τον πρόδωσε.

- Ε, βαρυχειμωνιά ‘ναι φέτος αγά μου.

- Δε ρώτησα για τον καιρό, μωρέ παπά. Για τ’ άλλο είντα ‘χεις να μου πεις;

Αναθάρρησε λιγάκι:

- Μη σεκλετίζεσαι αγά μου. Φτιάξανε τα πράγματα. Αυτό δα έλειπε! Κι όσο για τον σκύλο τον καλόγερο, θα σου τον κάμω, να μην έχει τόπο να σταθεί. Πάνω απ’ όλα, το δοβλέτι, αγά μου. Εμείς δε θέλουμε μπελάδες στην κεφαλή μας. Κατέεις το του λόγου σου πως ποτές δε σε πειράξαμε. Μα και μεις δεν έχουμε κανένα παράπονο απ’ την αφεντιά σου. Ο θεός να σου δίνει χρόνους…

- Άφησε τις μαλαγανιές παπά και μίλα παστρικά, τον αντίκοψε ο αγάς. Ο καλόγερος άναψε φωτιά.

- Ναι αγά μου… Μα την έσβησα…

- Δεν το κατέεις μωρέ, πως μια φωτιά που άναψε, δεν ξανασβήνει; φώναξε ο αγάς.

- Ναι αγά μου… μα… τόλμησε να ψελλίσει ο παπάς που προμάντευε ξέσπασμα.

- Σκάσε παπά! Ούρλιαξε ο αγάς και σηκώθηκε ορθός. Εδά μιλώ εγώ! Ο καλόγερος άναψε φωτιά. Και το χειρότερο είναι πως το μάθανε και παραπέρα.

            Κιτρίνισε μόλις τ’ άκουσε ο παπάς. Η καρδιά του σφίχτηκε. Αυτό το «παραπέρα», πού να πήγαινε άραγε;

- Που λέεις – συνέχισε ο αγάς – έφτασε στ’ αυτιά μου ένα χαμπέρι. Κι έχω χρέος να σου το πω. Γι’ αυτό σε κάλεσα.

- Χαμπέρι;

- Ένα χαμπέρι που λέει, πως μόλις γλυκάνει ο καιρός θα γίνουν μεγάλα πράματα.

- Είντα πράματα; ρώτησε τρομαριασμένος ο παπάς.

- Μόλις γλυκάνει ο καιρός, θα ‘ρθούνε, λέει, στο χωριό οι ξεκουκούλωτοι και θα πάρουνε ούλα τα σερνικά του χωριού, κάτω από δέκα χρονών.

- Είντα πες αγά μου; έβαλε φωνή ο παπάς κι ανασηκώθηκε απ’ τον καναπέ.

- Ναίσκες παπα-Νικολή.

- Και είντα φταίνε τα παιδόπουλα αγά μου; ο καλόγερος τα πήρε στον λαιμό του.

- Είντα να κάμω παπά μου, μαλάκωσε μια στάλα τη φωνή του ο αγάς. Θαρρείς πως μ’ αρέσει κι εμένα;

- Μ’ αυτό το πράμα, αγά μου, έχει να γενεί πενήντα χρόνια! είπε με απόγνωση ο παπάς.

- Ε, να που θα γενεί· τον αντίκοψε ο αγάς. Εγώ το χρέος μου το καμα.

- Και δεν μπορεί να γενεί πράμα; Αν ήθελε η αφεντιά σου! παρακάλεσε ο παπάς, με μια φωνή που ‘βγαινε από τα φυλλοκάρδια του.

- Είντα να σου κάμω παπά. Δεν μπορώ να πω πράμα.

           

                                                                                ***

    

     Το φοβερό μαντάτο έφερε γυροβολιά τις γειτονιές, πέταξε απλοκαμούς γεμάτους δηλητήριο, μπόλιασε τις καρδιές των χριστιανών με τον φόβο. Τις μέρες περιδιάβαζε στα καλντερίμια, οι χωριανοί το ‘νιωθαν πράμα ζωντανό να σαλεύει, εχθρό που δεν μπορούσαν να τον πολεμήσουν. Τη νύχτα καταλάγιαζε στις καρδιές και τις πλάκωνε.

            Οι μανάδες έσφιγγαν τα σερνικά παιδιά στις αγκαλιές τους να τα λιώσουν. Οι άντρες δεν μιλούσαν. Γυρόφερναν το μαύρο μαντάτο στο μυαλό τους, όπως ο ποταμός τα βότσαλα και πάσχιζαν να το φέρουν στο στόμα να γίνει λόγος. Οι γέροντες θυμούνταν τα μικράτα τους. Οι περισσότεροι είχαν μια φορά έναν αδερφό, που τον πήραν οι Τούρκοι. Θυμούνται σαν όνειρο τους καβαλαραίους με τα γυριστά γιαταγάνια, που πλάκωναν αναπάντεχα. Τότες στο χωριό έπεφτε μαύρο σύννεφο. Ο θρήνος ανέβαινε στον ουρανό. Οι γυναίκες μούγκριζαν σαν τις δαμάλες, όταν παίρνουν για σφαγή τα τέκνα τους. Οι εικόνες αυτές, μισοβυθισμένες απ’ τον καιρό, ξαναγύριζαν μπροστά στα μάτια τους και δεν μιλούσαν.

            Τα παιδιά γούρλωναν τα μάτια τους κι έκλαιγαν. Μα ορκιζόταν στα κρυφά, πως όχι, ποτέ δεν θα γίνουν αυτά φονιάδες. Ποτές τώρα, που μέσα στην ψυχή τους είναι χτισμένη μια ολόκληρη Αγια-Σοφιά, απ’ τον γέροντα Ιωακείμ. Απ’ τον παράξενο άγιο άνθρωπο, που τώρα έγινε αναθεματισμένος, για τους μεγάλους.

            Οι νύχτες μετακούνησαν τα σύνορα τους και στρίμωξαν τις μέρες σε μιας αναπνιάς τόπο. Μια αναπνιά, που μύριζε θάνατο κι απόγνωση. Οι λύκοι είχαν φτάσει κοντά. Και τα πρόβατα, που ‘νιωθαν απροστάτευτα, στριμώχνονταν το ένα δίπλα στο άλλο, για να πάρουν κουράγιο.

            Ο παπάς ήταν της γνώμης να καλοπιάσουν τον αγά. Δεν έπαψε να πιστεύει πως του περνούσε αν ήθελε να γλυτώσει το χωριό. Άλλοι έλεγαν να φύγουν.

- Πού να πάμε; Γιατί να δίνουμε αφορμές; αντέτεινε ο παπάς.

Τότες οι άλλοι δεν απαντούσαν.

- Πρώτα πρέπει να ξεμπερδεύουμε με τον καλόγερο, τους είπε ο παπάς. Και τους ξομολογήθηκε το σχέδιο του.

            Έτσι, όταν την άλλη μέρα – Σάββατο ήτανε- έκαμε την εμφάνιση του ο καλόγερος στο χωριό, οι χριστιανοί τον υποδέχτηκαν με τις πέτρες. Είδε κι έπαθε, μα γλύτωσε ο “αναθεματισμένος”. Έφυγε σαν το κυνηγημένο φουριάρικο και πήρε τα βουνά.

            Από την Κυριακή άρχισαν να κουβαλούν στον αγά κανίσκια, λάδι, τυρί, στάρι, ωζά. Και μέρα με τη μέρα ο ένας πολεμούσε να ξεπεράσει τον άλλο. Ο καθένας έκανε ό,τι μπορούσε, για να σώσει τα παιδιά του. Οι πιο καλοστεκούμενοι μάλιστα, άνοιξαν τις παραδοσακούλες τους και γέμιζαν τον αγά με γρόσια.

            Κλαίγανε, σερνόταν στη γης, παρακαλούσαν.

- Δεν μπορεί αγά μου, να γενεί μια χάρη για το παιδί μου;

- Ε… Αν μου περνά… να δούμε…

Τέτοιες ήταν οι απαντήσεις του αγά, που μοίραζε ελπίδες και γέμιζε τις αποθήκες του.

            Η Μαριγώ ήταν η μόνη στο χωριό που δεν καταδέχτηκε να παρακαλέσει τον αγά. Κι οι χωριανοί είχαν να το λένε. Πού το πάει η χήρα; Μ’ αυτή ήξερε πολύ καλά που το πήγαινε. Μ’ αυτήν την τελευταία πράξη, έτσι πίστευε, σφράγιζε τη ζωή της. Το ‘νιωθε. Το τέλος ήταν κοντά. Και η ζωή της ήταν το μόνο που δεν λογάριαζε. «Με τον θάνατο μας χτίζουμε τη νέα ζωή!». Πόσες φορές δεν είχε ακούσει από τον γέροντα Ιωακείμ αυτά τα λόγια!

            Απ’ τα μικράτα της, η ζωή της ήταν ζυμωμένη με το αίμα, τον θάνατο, τη συμφορά.

Οι πρώτες κουβέντες που άκουσε στο σπίτι του πατέρα της ήταν για έναν χαμένο αδερφό, τον Γιάννη. Ο ίσκιος του βάραινε αφάνταστα μέσα στο σπίτι. Σαν μεγάλωσε λιγάκι, μπόρεσε να ξεκαθαρίσει το πράμα. Τον Γιάννη τον είχαν πάρει οι Τούρκοι, πέντε χρονών παιδάκι και τον έκαμαν γενίτσαρο.

            Μεγάλωνε με τη λαχτάρα του αδερφού. Μιλούσαν οι άλλες κοπελιές για τους αδερφούς τους και κολλούσε το στόμα τους. Πόσο πολύ το πεθύμησε να ‘χει κι αυτή έναν αδερφό! Περισσότερο τον αναζήτησε, σαν έχασε μονοχρονίς τους γονιούς της. Και ήταν τότε παιδί πράμα, δεκαπέντε χρονών. Την περιμάζεψε ο θείος της, ο παπάς στο σπίτι του. Θυμάται πόσο γρήγορα παράτησε το κλάμα. Δεν είχε παράπονο απ’ τον θείο της. Κι όμως, ώρες ώρες συλλογιζόταν πως ήταν ξεκάρφωτη στον κόσμο. Οι γονείς της χανόταν ολοένα απ’ τη θύμηση της. Μόνο ο αδερφός, ο αδερφός που δεν είχε γνωρίσει, ερχόταν κοντά κάθε νύχτα στον ύπνο της. «Κουράγιο Μαριγώ!» της έλεγε.

            Όχι! Ο αδερφός της δε γίνηκε γενίτσαρος. Ο αδερφός ο δικός της δεν θα μπορούσε ποτές να  γίνει γενίτσαρος.

   Ωστόσο, χρόνο με τον χρόνο μεγάλωνε, ομόρφαινε. Έγινε πια γυναίκα. Ο αγάς την ορέχτηκε κι ο παπάς μεταχειρίστηκε όλη την πονηριά του, για να τη γλυτώσει. Τότες σκέφτηκε για πρώτη φορά πως ήθελε να είναι άντρας. Ο χαμένος αδερφός, οι αδικοχαμένοι γονιοί, ο αγάς, οι αδικίες, οι πονηριές του παπά, όλα αυτά που έβλεπαν τα μάτια της, που άκουγαν τ’ αυτιά της, κλωθογύριζαν στον νου της.

            Κι όμως δε μιλούσε ποτέ σε κανένα γι’ αυτά. Τα φύλαγε για τον εαυτό της και περίμενε…

μπορεί κι αυτός να ήταν ο λόγος που δέχτηκε τον Κωνσταντή γι’ άντρα της, μόλις τη ζήτησε. Γιατί τα φερσίματα του έδειχναν, πως στον νου του είχαν κατασκηνώσει τα ίδια πράματα. Γιατί ήταν κι αυτό ορφανός και κατατρεγμένος.

            Μέσα στα μεγάλα μάτια του, μπορούσε εύκολα να διαβάσει απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή πως αυτός ο ψηλός μαυριδερός τσεκουράτος άντρας, δεν ήτα σαν τους άλλους.

            Όμως δεν ήταν γραφτό να ζήσουνε πολύ μαζί. Δεν είχαν κλείσει δυο χρόνια παντρεμένοι κι ο Κωνσταντής της σκοτώθηκε από έναν Τούρκο στα Χανιά για ψύλλου πήδημα. Ύστερα από οχτώ μήνες, πήγε με τον θείο της τον παπά κι έφερε στην ποδιά τα κόκαλα του άντρα της και τα ‘θαψε για να βρει ανάπαψη η ψυχή του. Όχι! Δεν ένιωσε ποτέ της μοναξιά. Ο Κωνσταντής παράστεκε πάντα δίπλα της.

            Κάθε Σαββατόβραδο έπαιρνε τον γιο της – σαν μεγάλωσε- απ’ το χεράκι κι ανέβαιναν ίσαμε τα μνήματα ν’ ανάψει το καντήλι, ν’ αφήσει δυο λουλούδια το παιδί πάνω στην κρύα ταφόπετρα. Δεν έκλαιγε. Ο Κωνσταντής δεν θα ‘θελε ποτέ να κλάψει μπροστά στο παιδί.

            Το αγόρι την κοίταξε παράξενα. Κι αυτή χανόταν μέσα στη θάλασσα αυτών των ματιών.

- Εδώ Βασίλη είναι ο πατέρας σου, του ‘πε μια μέρα απλά.

- Πώς ήταν μάνα; ρώτησε ο μικρός.

- Ψηλός γιε μου, πολύ ψηλός κι όμορφος! Σαράντα πήχες ήταν στο μέγαλος. Σπίτι δεν τον εχώριε… Κι όμορφος σαν τον Άη Γιώργη.

- Πες μου πάλι μάνα, πώς είναι μαζί μας!

- Ναι γιε μου! Ναι καμάρι μου! Είναι μαζί μας! Τον βλέπω στα μάτια σου ψυχή μου… και πικρογελούσε.

            Γελούσε κι ο μικρός και ονειρευόταν τις νύχτες έναν αψηλό και όμορφο άντρα να του χαμογελά. Και ξαφνικά το κούτελο του άντρα γέμιζε αίματα, μα το χαμόγελο δεν έσβηνε ποτέ!

Ονειρευόταν και μεγάλωνε ο Βασίλης, μεγάλωνε κι ονειρευόταν.

«Πότες θα γίνω κι εγώ αψηλός κι όμορφος μάνα, αψηλός, σαράντα πήχες στο μέγαλος κι όμορφος σαν τον Άη Γιώργη...»

            Στα μάτια του γιου της έβλεπε τον χαμένο της αδερφό, τους γονιούς της, τον άντρα της. Όχι! Δεν ήταν μάνα αυτή! Ήταν και γυναίκα και κόρη και αδερφή…

      Έσμιξαν όλες οι αγάπες απόψε, μπλέχτηκαν ου θύμησες· «αυτά τα μάτια είναι του Κωνσταντή του άντρα μου, αυτό το σγουρό κεφάλι είναι του αδερφού μου του Γιάννη, αυτά τα χέρια, ποιανού να ‘ναι άραγες αυτά τα χέρια, που κρατώ στα χέρια μου;»

            Ήτανε περασμένα μεσάνυχτα. Σε λίγο θα ‘ρχότανε η αυγή. Μα πιο μπροστά θα ‘ρχοτανε το τέλος. Όλα τα είχαν συμφωνήσει με τον καλόγερο ψες το βράδυ. Τον άγριο γέροντα που τη φώναζε «αδερφή» και ήθελε να τον λέει κι αυτή «αδερφό Ιωακείμ».

- Δεν μπορώ πάτερ Ιωακείμ, του λεγε. Δεν μπορώ. Ο αδερφός μου χάθηκε. Δεν τον γνώρισα. Πώς μπορώ να σε φωνάζω «αδερφέ» μου;

- Όλοι είμαστε αδέρφια, αδερφή μου Μαριγώ, της αποκρινόταν και μια σταλιά γλύκα, καταστάλαξε στο αψύ του πρόσωπο.

            Πάει, το συνήθισε με τον καιρό. «Ποιος ξέρει, μπορεί να ‘ναι κι ο αδερφός μου ο Γιάννης, που γύρισε, κι όπου να ‘ναι θα μου φανερωθεί», συλλογιζόταν.

            Μ’ αυτή τη λαχτάρα, του άνοιγε την πόρτα της κάθε βράδυ. Δεν την ένοιαζε τι θα ΄λεγε το χωριό. Αυτή τον δεχόταν σαν αδερφό. Σαν τον αδερφό της, τον Γιάννη.

- Και τώρα, αδερφή μου, τι θα κάνεις; τη ρώτησε ο καλόγερος, σαν ακούστηκε το φοβερό μαντάτο. Θ’ αφήσεις τον γιο σου να γενεί γενίτσαρος;

- Γενίτσαρος; Καλιά ‘χω να τον σφάξω… φώναξε.

           Τρόμαξε τότε. Τι λόγος ήταν αυτός που βγήκε από τα χείλη της; να σφάξει τον γιο της; τον μονάκριβο της;

            Μα όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο η σκέψη αυτή έπιανε ρίζες στον νου της.

- Όχι! Δε θ’ αφήσω εγώ τον γιο μου να τουρκέψει! Τι θα ‘κανε ο Κωνσταντής αν ζούσε;

            Έτσι πήρε από τις πρώτες κιόλας μέρες την απόφαση της. Να γιατί δεν πήγε στου αγά να κλαφτεί. Να γιατί δεν του κουβάλησε πεσκέσια. Να γιατί δεν τη μετακούνησαν οι φοβέρες και τα παρακάλια του θείου της του παπά.

      Τις τελευταίες μέρες είχε γλυκάνει ο καιρός. Πάτησε πόδι η Άνοιξη. Το χωριό βούιζε πως μέρα με τη μέρα θα ‘ρχότανε το τέλος. Κι ας έκανε ο αγάς πως δεν ήξερε τίποτα. Κι ας έλεγε ο παπάς, πως δεν ήξερε τίποτα. Κι ας έλεγε ο παπάς, πως με τη βοήθεια του Θεού, όλα θα πάνε καλά.

            Μ’ αυτή δεν την ένοιαζε. Είχε παρμένη την απόφαση της. Το τέλος ήταν κοντά. Μα η καρδιά δεν άφηνε τον νου της να σκεφτεί πως θα ‘ταν αυτό το τέλος.

            Μα ψες ξεκαθάρισαν τα πράματα. Το τέλος θα ‘ρχόταν γι αυτήν απόψε. Μόνο που θα ήταν διαφορετικό. Έτσι όπως τ’ αποφάσισε ο γέροντας.

- Αύριο, μετά τα μεσάνυχτα… θα πάρεις το παιδί και θα ‘ρθετε στον Άη Λια. Στον γκρεμνό…

… Στον γκρεμνό, της είχε πει ο πάτερ Ιωακείμ.

            Το παιδί είχε ξεσκεπαστεί. Το σκέπασε. Ένιωθε πως η ώρα έφτανε. Βγήκε όξω. Ξαστεριά. Κοίταζε κατά τον Άη Λια. Να η φωτιά, που άναψε ο γέροντας. Το σημάδι…

            Μπήκε μέσα. Λυπόταν να ξυπνήσει το παιδί τέτοια ώρα. Κάθισε και το κοίταζε. «Πότε θα μεγαλώσω κι εγώ μάνα, να γίνω αψηλός κι όμορφος, σαράντα πήχες στο μέγαλος κι όμορφος σαν τον Άη Γιώργη», συλλογίστηκε τα λόγια του γιου της.

            Θα μεγαλώσεις ψυχή μου… μουρμούρισε. Θα μεγαλώσεις. Και θα γενείς άντρας σαν τον πατέρα σου.

            Της ήρθε να κλάψει, μα δεν το μπόρεσε. Κι όμως το ‘θελε τόσο πολύ. Ίσως έτσι το βάρος να ‘φευγε απ’ την καρδιά της. Χάιδεψε το σγουρό κεφάλι. Τα χέρια. Κι ύστερα φίλησε το μέτωπο, αυτό το αγαπημένο μέτωπο, έτσι όπως φιλούν έναν νεκρό. Της ήρθε να φωνάξει. Μα κρατήθηκε. Το παιδί είχε ανοίξει κιόλας τα μάτια του.

- Είναι ώρα, μάνα, να σηκωθώ; ρώτησε το παιδί τρίβοντας τα μάτια του.

- Ναι γιε μου! Ώρα είναι!

Το παιδί πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι.

- Άφησε με να σε ντύσω, γιε μου, παρακάλεσε.

- Ε, μάνα, ξέχασες από πότε έχεις να με ντύσεις; είπε το παιδί ψιμογελώντας κι έβαλε γρήγορα γρήγορα τα ρούχα του. Κίνησαν. Το φεγγάρι ολόγιομο τους έδειχνε τον δρόμο.

- Δε μιλάς μάνα; ακούστηκε η φωνή του παιδιού που πήγαινε μπροστά.

- Είντα να σου πω γιε μου; αποκρίθηκε αυτή με σπασμένη φωνή.

            Είχαν πια ξεμακρύνει απ’ το χωριό κι ανέβαιναν το ρίζωμα του Άη Λια, ίσια για τη φωτιά.

- Είντα μας θέλει, ο πάτερ Ιωακείμ, τέτοια ώρα, μάνα; ρώτησε το παιδί.

- Δεν άκουσες ψες; Έχει να μας μιλήσει.

- Και γιατί δεν ήρθε στο σπίτι μας; επέμενε το παιδί.

- …

- Άκουσες μάνα; Γιατί ο πάτερ Ιωακείμ δε μας μίλησε στο σπίτι;

- Δεν το σκέφτηκα παιδί μου, είπε με κόπο.

            Όμως το παιδί δεν μπορούσε να το βγάλει απ’ τον νου του. Ναι! Ένιωθε χαρά, γιατί θα πήγαινε στον γέροντα, μα γιατί πήγαινε νύχτα, γιατί ερχόταν και η μάνα του μαζί;

- Μάνα! Φώναξε το παιδί ξαφνικά.

- Ναι γιε μου!

- Μη με θέλει ο πάτερ Ιωακείμ να πάμε για την Αγια-Σοφιά; ρώτησε με λαχτάρα το παιδί.

- Ναι, ψυχή μου! Γι αυτό σε θέλει το δίχως άλλο, τ’ αποκρίθηκε η Μαριγώ κι ένιωσε το βάρος να φεύγει από πάνω της.

- Πότες μάνα; Απόψε; ξαναρώτησε ο Βασίλης.

- Απόψε, γιε μου! Απόψε! Σιγοψιθύρισε η Μαριγώ.

            Η αετίσια ματιά του καλόγερου που τόση ώρα ήταν καρφωμένη στο μονοπάτι, τους πήρε χαμπάρι.

            Σηκώθηκε ορθός και τους περίμενε. Δεν άργησαν να φτάσουν.

- Καλώς όρισες, αδερφή μου Μαριγώ! Καλώς όρισες παιδί μου Βασίλη! φώναξε ο καλόγερος κι άνοιξε τα χέρια του σαν φτερούγες.

- Καλώς σε βρήκα, αδερφέ μου, ψιθύρισε η Μαριγώ και δίχως να το πολυσκεφτεί, χώθηκε στην αγκαλιά του.

- Απόψε κάνεις την πιο μεγάλη θυσία, αδερφή μου! Φώναξε ο καλόγερος. Δίνεις τον γιο σου, για την πατρίδα. Πρέπει να ‘σαι περήφανη!

- Άμποτε να ‘ρθει μια μέρα, ψιθύρισε η γυναίκα, που να μη δίνουν οι μανάδες τα παιδιά τους για την πατρίδα.

- Θα ‘ρθει αδερφή μου! Θα ‘ρθει! Βρόντησε ο γέροντας και ξετύλιξε τα χέρια του απ’ το κορμί της γυναίκας.

- Θα φύγουμε τώρα για την Αγια- Σοφιά; μίλησε ο μικρός με την τραγουδιστή του φωνή.

Ο πάτερ Ιωακείμ γέλασε δυνατά.

- Ναι Βασίλη! Τώρα αμέσως! Είσαι έτοιμος;

- Έτοιμος, γέροντα, έτοιμος! φώναξε το παιδί.

- Λάθεψα, αδερφή μου! Λάθεψα! είπε ο καλόγερος στη Μαριγώ.

Δεν το πήρα χαμπάρι, πως αυτός την έχει κιόλας μέσα του χτισμένη την Αγια- Σοφιά. Καλά μου το ‘λεγες να ‘ρθω να τον πάρω απ’ το σπίτι. Δεν το περίμενα…

- Θα φύγετε κιόλας; ρώτησε με δάκρυα στα μάτια αυτή τη φορά η Μαριγώ, σαν είδε τον καλόγερο να φορτώνεται τα σιδερικά του.

- Ναι! Αργήσαμε, Μαριγώ! Αργήσαμε! Και μας περιμένει πολύς δρόμος μέχρι να φτάσουμε στα Σφακιά.

- Στην Αγια- Σοφιά γέροντα! Διόρθωσε ο Βασίλης.

- Ναι, Βασίλη! Μόνο που ο δρόμος για την Αγια- Σοφιά περνάει απ’ τα Σφακιά.

- Πάρτε με μαζί σας! Έβγαλε σπαραχτική φωνή η Μαριγώ.

- Δεν είναι σωστό! είπε απλά ο καλόγερος. Κι έδειξε πως δεν χωρούσε άλλη κουβέντα.

            Κι ύστερα ξαφνικά, άρπαξε το παιδί στον ώμο του κι έφυγε με μεγάλα βήματα.

- Μάνα… Μάναα… Μάνααα… φώναξε το παιδί πνιγμένο στο κλάμα.

            Μα ο καλόγερος άνοιξε το βήμα και χάθηκε στο γύρισμα του δρόμου.

- Γιε μου! Αδερφέ μου! Μη… φώναξε μέσα στ’ αναφιλητά η Μαριγώ, σαν τους είδε να χάνονται και κουλουριάστηκε στη γης.

            Ξημέρωνε! Τα μπουμπούκια τίναζαν τα κεφαλάκια τους κι ετοιμαζόταν να πουν καλημέρα στον ήλιο.

            Για μια στιγμή της πέρασε η ιδέα, να πάρει τον κατήφορο, να γυρίσει στο σπίτι της. Οι δουλειές είχαν απομείνει πίσω. Οι όρνιθες ατάιστες. Τα κρεβάτια ξέστρωτα. Το σπίτι άνω κάτω. Μα τα πόδια της ήταν τόσο βαριά, για να κάμουν έναν τόσο μεγάλο δρόμο.

            Ο γκρεμνός έχασκε δυο βήματα μπροστά της και περίμενε το τέλος...