Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκείνοι που φεύγουν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκείνοι που φεύγουν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

Πλατεία Νίκου Παπαδάκη – Παπαδή*


Γράφιει ο Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Οδός Εθνάρχου Ελευθερίου Βενιζέλου και οδός Αγίου, στη λαΪκή συνείδηση, Ειρηναίου Γαλανάκη, γωνία. Εκεί θα συνεχίσουμε να σε συναντούμε κάθε μέρα, όσο ζούμε, αναπνέουμε και σωφρονούμε, ΦΙΛΕ, ΦΙΛΕ ΖΩΗΣ, από τη 10εκαετία του 1960 στο Γυμνάσιο Βάμου. Στη δική σου πλατεία. Στην πλατεία Νικολάου Εμμανουήλ Παπαδάκη – Παπαδή. Κάτω από τον ίσκιο ενός γέρου κυπάρισσου που οι ρίζες του πηγαίνουν βαθιά στο χώμα και η κορφή του τοξεύει τον ουρανό. Εκεί θ’ αναθυμούμαστε τα έργα και τις ημέρες σου, τ΄ αποτυπώματα που άφησες στον Βάμο, στον Αποκόρωνα. στην Κρήτη, στην Ελλάδα μα και στους Έλληνες, εντός και εκτός της Χώρας. Εκεί θα μας θυμίζεις διαρκώς την έγνοια σου και το χρέος που έχουμε για τη συνέχεια ,προπάντων του Ιδρύματος ¨Ελευθέριος Βενιζέλος”...

Ο άνθρωπος είναι σπάνιο είδος στη φύση και στην Ιστορία, όταν είναι άνθρωπος… Και η φράση αυτή στον νου μου, αποχαιρετώντας σε, διορθώνω, χαιρετώντας σε, σήμερα. Πάνω και πρώτα απ’ όλα την ανθρωπιά που υπηρέτησες τόσο στην ιδιωτική, όσο και στη δημόσια ζωή σου με τις πράξεις σου θα θυμούμαστε , ΦΙΛΕ! Και βέβαια ελαφρά παραλλαγμένους σε ενεστώτα χρόνο τους στίχους του ιδιαίτερα γνωστού ριζίτικου για τους βασιλικούς. Μυρίζουν οι βασιλικοί, μυρίζουν κι οι βαρσάμοι,\ μα σα μυρίζει ο φίλος μας βαρσάμια δε μυρίζουν…

Κουράγιο, Κατίνα, Μανόλη, Κώστα και Καστελλίνα, Μαρία και Ελένη... Καλό ταξίδι στο φως της αιωνιότητας, ΦΙΛΕ, όπου δίπλα στον Εθνάρχη και στον Παππού και στα άλλα συγγενικά σου πρόσωπα, σε υποδέχτηκε πρώτη η Μαρίνα σου…

Αιώνια η μνήμη σου, ΦΙΛΕ! Χαιρετώ σε κι αγαπώ σε!


* Επικήδειος λόγος στο Ιερό Ναό της Αγίας Μαγδαληνής Χανίων (9.9. 2025)

Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

ΣΗΦΗΣ Ι. ΠΕΤΡΑΚΗΣ: Η ΑΣΗ ΓΩΝΙΑ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ



Γράφει ο Βαγγέλης Κακατσάκης

Όποιος αγαπά τον τόπο του, αγαπά όλο τον κόσμο! Στη λογική του μακαριστού μητροπολίτη Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίου Γαλανάκη, του Αγίου στη λαϊκή συνείδηση Ειρηναίου του Χριστιανού, με οδηγούσε η σκέψη μου, κάθε φορά που διάβαζα τις “ασηγωνιώτικες ιστορίες” τού Σήφη Πετράκη ή τον άκουγα να μου τις διηγείται ξεστομάτου. Εκεί με οδηγεί και σήμερα στον πάνδημο αποχαιρετισμό για το φευγιό του στο “άλλο ημισφαίριο της ζωής, κι εκεί σίγουρα θα με οδηγεί, όπως όλους μας άλλωστε, όταν θα νιώθω-θα νιώθουμε την ανάγκη, να επιστρέφω- να επιστρέφουμε, σ΄ αυτές.

Ασή Γωνιά... “Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας”! Κι αυτός ο στίχος του Οδυσσέα Ελύτη από το “Άξιον εστί” στον νου μου, όπως τις αναθιβάλλω στα δημοσιεύματά του στην αγαπημένη μας εφημερίδα τα ¨Χανιώτικα νέα”, της οποίας ήμαστε μαζί για πάνω από 25 χρόνια τακτικοί συνεργάτες, και βέβαια στα πάμπολλα βιβλία του που τα διάνθιζαν πάντα τα ομιλητικά σκίτσα του αδερφού του, του Χρήστου. Ασή Γωνιά ο κόσμος όλος! Ούλος θα με διόρθωνε ο φίλος μου, που του άρεσε να χρησιμοποιεί την κρητική ντοπιολαλιά, τονίζοντας ιδιαίτερα το υγρό ασηγωνιώτικο λάμδα, στον προφορικό του λόγο.

Ασηγωνιώτικες αθιβολές. Αποκορωνιώτικες αθιβολές. Μαδαρίτικες αθιβολές. Αθιβολές (τι λέξη κι αυτή!) για τα πρόσωπα κι αθιβολές για τα πράγματα. Αθιβολές για τα πράγματα των προσώπων κι αθιβολές για τα πρόσωπα των πραγμάτων. Αθιβολές για θρύλους κι αθιβολές για ιστορικά γεγονότα. Αθιβολές για τα ήθη και τα έθιμα και αθιβολές για την επικαιρότητα. Αθιβολές σοβαρές που προβληματίζουν κι αθιβολές αστείες που ξεκουράζουν. Αθιβολές της καθημερινότητας κι αθιβολές των σκολάδων. Λογιών λογιών τα λουλούδια που έχει σε κάθε πεζούλα του, σε κάθε κείμενό του, ο ασηγωνιώτικος μπαξές του Σήφη Πετράκη. Το είχε μα και το καλλιέργησε αυτό το μέγα χάρισμα ο ξεχωριστός φίλος μου. Να ζωντανεύει με τις ιστορίες του, ακέραιο, με τις λεπτομέρειές του τον όμορφο ασηγωνιώτικο κόσμο, έτσι όπως συνέχιζε να αναπνέει στο πάντα ενυπάρχον οξυγόνο του.

Το διαπιστώνουμε σε όλα τα γραφτά του αυτό. “Σκύβω και αφουγκράζομαι τη γη την ασηγωνιώτικη, που περισσεύουν οι πέτρες και τα χάλαρα”, μας λέει ο ίδιος απλά, προλογίζοντας ένα από τα βιβλία του, το “Ορεινές μαδαρίτικες αθιβολές τσ Ασηγωνιώτικης ρίζας”. Αυτό έκανε μέχρι τέλους. “Ενόσω ζούσε, ανέπνεε και σωφρονούσε”, για να θυμηθώ μια φράση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τον “Λαμπριάτικο ψάλτη” του. Των αδυνάτων αδύνατο να σταματούσε ο Σήφης Πετράκης να γράφει τις ιστορίες του και “να διασώζει το πρόσωπο της Απάνω Κρήτης”, όπως θα μας έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης. Με ό, τι αυτό σημαίνει. Αιωνία η μνήμη του!


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Επικήδειος λόγος που εκφωνήθηκε από τον γράφοντα στη νεκρώσιμη ακολουθία που έγινε την Τετάρτη 9 Απριλίου2025, στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, στην Αση Γωνιά Αποκορώνου.

Χανιώτικα νέα 11.4.25 (https://www.haniotika-nea.gr/ekeinoi-poy-feygoyn-sifis-i-petrakis-i-asi-gonia-o-kos-os-olos/

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2022

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

ΕΙΡΗΝΗ ΚΟΥΡΓΙΑΝΤΑΚΗ (Δασκάλα) *

Δυο λόγια καρδιάς και από μένα για την πρώτη μου εξαδέλφη την Ρένα, την κόρη του Βασίλη Κουργιαντάκη και της Κατίνας Λαγουδάκη – από το χωριό Νίππος Αποκορώνου και οι δυό τους- που έφυγε για το άλλο ημισφαίριο της ζωής, σκορπίζοντας άφατη θλίψη, πρωτίστως στην οικογένειά της, αλλά και σε όλους όσοι είχαμε την ευλογία να την γνωρίσουμε στα 74 χρόνια της επίγειας παρουσίας της. Τους συγγενείς, τους χωριανούς και τους φίλους της, και βέβαια τους συναδέλφους της στη Δασκαλοσύνη και του μαθητές της. Ύστερα από τα τόσο αγαπητικά λόγια με τα οποία την αποχαιρέτισε ο καλός καγαθός χωριανός της δάσκαλος Γιώργος Μανιαδάκης, που την ανάστησε ενώπιόν μας στην παιδική της ηλικία. Ωραία ως Ελληνίδα Δασκάλα και Πανωραία σαν Μινωίτισσα Αρχόντισσα.

Αυγερινός θε να γενώ, να ‘ρθω στην κάμερά σου

να δω την τάβλα που δειπνάς, την κλίνη απού κοιμάσαι…

Να τραγουδεί, ανάμεσα στ’ άλλα κι αυτό το ριζίτικο τραγούδι σε χαρές, με την θεσπέσια φωνή της, με την οποία έκανε ακόμα και τ’ αηδόνια να σιωπούν για να την ακούνε, την φέρνω στο κεκλιμένο επίπεδο της μνήμης τούτη την ώρα. Ένα πουλί, καλό πουλί, βλέπω, ωστόσο με την φαντασία μου να κάθεται και στου 9ου Δημ. Σχ. Χανίων την ξώπορτα, στο οποίο συνυπηρετήσαμε για 5 χρόνια, να “μιλά” για την δασκάλα που δίδασκε με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο, πάνω απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα, το μάθημα της Ανθρωπιάς.

Όπως κάθονται και “μιλούν” γι αυτήν κι άλλα πουλιά, καλά πουλιά, αηδόνια, σ’ όλα τα σπίτια, σταθμούς της ζωής της κι σ΄ όλα τα άλλα σχολεία που πέρασε, Στο Κουστογέρακο του Σελίνου, στο Βαφειοχώρι του Κιλκίς, στον Στύλο του Αποκόρωνα… Και βέβαια στις καρδιές των εκατοντάδων μαθητών της και των πάμπολλων συναδέλφων της.

Ιδού Εκείνη, όπως την ανακαλώ τούτη την ώρα του αποχαιρετισμού, στην αγαπημένη της εκκλησία της γενέθλιας γης των Περιβολίων. Με την απαστράπτουσα ευγένειά της και την λάμπουσα καλοσύνη της. Και ως κόρη, και ως σύζυγο του αγαπημένου της Μύρωνα, και ως αδελφή της Ελευθερίας και της Τάνιας, και ως μητέρα της Έλενας και της Βάσως και ως γιαγιά, και ως συγγενή, και ως φίλη και συνάδελφο και γενικότερα ως Άνθρωπο που απεδείκνυε διαρκώς, λόγω και έργω την σπανιότητα του ανθρώπινου είδους στην φύση και στην ιστορία…

Αιωνία Αυτής η Μνήμη!

*Επικήδειος λόγος , Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Περιβολίων, 26. 3.2022

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ

Χανιώτικα νέα (Τρίτη, 29.3.2022) 



Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ


ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟ







Πλήρης ημερών έφυγε χθες, 5 Ιουνίου,  για το μεγάλο ταξίδι ο γνωστός ανά το πανελλήνιο ιστορικός ερευνητής και ξεχωριστός πνευματικός άνθρωπος Χαράλαμπος Μπουρνάζος.

Ο Χαράλαμπος Μπουρνάζος γεννήθηκε το 1927 στους Αρμένους Αποκορώνου. Γονείς του ο Στρατής Μπουρνάζος, με καταγωγή απ’ τη Μυτιλήνη και η Ειρήνη Τσακιράκη, που είχαν και μια κόρη, την Αννα. Εδώ στους Αρμένους, κάτω από τη σκιά του περίφημου πλάτανου του Μπουρνάζου, που είδε κι άκουσε, εκτός των άλλων “κρυφομιλημάτων”, σπουδαία συμβάντα της Κρητικής Ιστορίας, κι ήταν ένα απ’ τα αγαπημένα στέκια του Ελευθερίου Βενιζέλου, μεγαλώνει. Εδώ στο Σχολείο των Αρμένων θα μάθει τα πρώτα του γράμματα, πριν πάει για δύο χρόνια στα Χανιά, για να κάνει την Ε’ και Στ’ τάξη, στο Γυμνάσιο Βάμου και εν συνεχεία στην Αθήνα στην Πάντειο Σχολή (σημερινό Πάντειο Πανεπιστήμιο) που θα την τελειώσει το 1955. Ωστόσο έχει κάνει το χρέος του προς την πατρίδα «όπως οι προγονικές του αρετές» κατά δήλωση που είχε κάνει “του υπαγόρευσαν”. Ηταν απ’ τα πιο ενεργά μέλη της ΕΠΟΝ την κατοχή και αργότερα εξορίστηκε στην Ικαρία και τη Μακρόνησο για τις ιδέες του.
Δουλεύει πολύ από φοιτητής. Πάντα σε ρόλο ελεύθερου επαγγελματία. Ως λογιστής, ως σύμβουλος επιχειρήσεων, ως προϊστάμενος λογιστηρίων, ως προϊστάμενος οικονομικών υπηρεσιών και κυρίως ως καθηγητής στις περίφημες σχολές “Κοντοράβδη”. Ταυτόχρονα, ωστόσο, κάνει σπουδές “ελευθέρας βοσκής” (δικός του ο χαρακτηρισμός) στις μεγάλες βιβλιοθήκες των Αθηνών, στην Εθνική, στη Γεννάδειο και της Βουλής. Εκεί τον βρίσκουν, όταν τον χάνουν, και τον χάνουν συνεχώς. Να μελετά μανιωδώς τα πάντα, να ερευνά τις πηγές, να αποδελτιώνει κυρίως όσα έχουν σχέση με την όψιμη Τουρκοκρατία στην Κρήτη και την Κρητική Πολιτεία. Κάποτε, πάντως, το 1963, βρίσκει τον χρόνο και παντρεύεται την και συναδέλφισσά του, εκλεκτή της καρδιάς του, Χιώτισσα στην καταγωγή Αννα Χοϊνέ (γιος τους ο διαπρεπής ιστορικός Στρατής Μπουρνάζος… – όντως το μήλο κάτω από τη μηλιά) με την οποία μοιράζεται τα πάντα όλα. Παλιά του τέχνη, βέβαια, το γράψιμο μια ζωή του “χειρογραφήματος” με το μολυβάκι και το σβηστήρι ανά χείρας, κάποια στιγμή αρχίζει να δημοσιεύει κιόλας. Στη “Φωνή του Αποκορώνου”, στην εφημερίδα που έστησε για τους απανταχού Αποκορωνιώτες ο αξέχαστος Γιώργης Χαβρεδάκης, στο περιοδικό “Ιστορία εικονογραφημένη”, διευθυντής σύνταξης του οποίου ήταν ο συμμαθητής του στο Γυμνάσιο Βάμου, σπουδαίος δημοσιογράφος και συγγραφέας, επίσης μακαρίτης σήμερα, Νίκος Αγγελής στον “Οικονομικό Ταχυδρόμο”, στα “Χανιώτικα νέα” των οποίων ήταν μέχρι τέλους και για πολλά χρόνια τακτικός συνεργάτης και βέβαια στην “Ελευθερόπολι” (επίσης μέχρι τέλους).
Τη μικρή το δέμας, “τσιλιβίθρα” την έλεγε ο ίδιος, σπουδαία ωστόσο, τρίμηνη περιοδική έκδοση των Αρμενιανών. Κι εδώ, όπως και στα “Χανιώτικα νέα” άλλωστε… βρίσκει τα πλατιά του. Σαν “Γέρω- Χαράλαμπος” στο “Γραμματσάκι του Γέρω”, σαν “Χαράλαμπος Ελευθεροπολίτης” στη “Ροδαρά μας” σαν Χαράλαμπος του Ευστρατίου στις “Χαρούμενες Ιστορίες” σαν “Χ.Μπ.” σαν…
“Οδοιπορικό στον Αποκόρωνα του 1895”, “Η Ελένη με τη μακρέ ποδάρα και η Ζεχρά η αλανιάρα”, “Ο Γουσταύος Φλουράνε, ο Αχιλλέας Ντε Γκράντι και τα ελεύθερα Χανιά”, “Τα ευτράπελα της απογραφής του 1896”, “Στη στράτα του Μουσούρου, υπό καπνούς του πούρου”, “Το αγλαόμορφον άλσος του Πλατανιά Χανίων το 1779”, “Ενα αυτόγραφο κείμενο του Βενιζέλου”, “Ο Γεώργιος Τσόντος στα χρόνια 1895-97” και “Ο κεφάτος μισογύνης Σουρής” οι τίτλοι κάποιων δημοσιευμάτων του.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακά “Τα Γραμματσάκια του Γέρω” που τελειώνουν με το υπέροχο “Φιλώ σας κατακούτελα- Γέρω Χαράλαμπος”, για τα οποία έχει γίνει εδώ και χρόνια πρόταση απ’ τον ιδρυτή των “Χανιώτικων νέων” Γιάννη Γαρεδάκη να γίνουν βιβλίο, όπως και οι εκπληκτικές του “Φυλλάδες για τζοι Τούρκους στην Κρήτη”.
“Διδάσκαλο της Κρήτης” είχε ονομάσει τον Χαράλαμπο Μπουρνάζο, σε τιμητική εκδήλωση που είχε γίνει γι’ αυτόν στις 16 Σεπτεμβρίου 2011 στο Ιδρυμα “Αγία Σοφία” ο γενικός διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών Νίκος Παπαδάκης. Για όλα όσα έγραψε, κυρίως όμως για όλα όσα έπραξε και δίδαξε με το ύφος του που αντανακλούσε το ήθος του. Την αγάπη για τη γενέθλια γη (αξέχαστη η εκδήλωση που έκαναν γι’ αυτόν οι χωριανοί του στους Αρμένους στις 17 Αυγούστου 2012), την Κρήτη και την Ελλάδα.
Ωραίος ως Ελληνας, μια ζωή ο Χαράλαμπος Μπουρνάζος

Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης (Χανιώτικα νέα, 6.6.2020)




ΘΛΙΨΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ - ΣΤΟΥΣ ΑΡΜΕΝΟΥΣ Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ


 Θλίψη στην τοπική  κοινωνία των Χανίων, σκόρπισε η είδηση  του θανάτου του ιστοριοδίφη Χαράλαμπου Μπουρνάζου. Γεννημένος το 1927 στους Αρμένους Αποκορώνου, ο Χαράλαμπος Μπουρνάζος, ιστορικός μελετητής της νεότερης ιστορίας της Κρήτης, υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος” και μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου επί 8 χρόνια.  Εκτός από το Ιδρυμα Βενιζέλος, συλλυπητήριο ψήφισμα εξέδωσε και το Κοινωφελές Ιδρυμα “Αγία Σοφία”, αναφέροντας πως «ο εκλιπών υπήρξε ένας σπουδαίος ιστορικός και μελετητής της νεότερης ιστορίας της Κρήτης. Στενός συνεργάτης και φίλος του Κοινωφελούς Ιδρύματος “Αγία Σοφία”, που με την προσφορά του τίμησε και εμπλούτισε το έργο του Ιδρύματος».
Η κηδεία του έγινε σήμερα Σάββατο, στις 12 το μεσημέρι από τον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Αρμένων Χανίων Κρήτης όπου εψάλη  και ετάφη στο νεκροταφείο του Ι.Ν. Προφήτη Ηλία.
Η σορός θα βρισκὀταν  στον Ι.Ν Αγίου Νικολάου από τις  9.30 π.μ,
Για τον εκλιπόντα μίλησαν ο πρώην φουλευτής Σήφης Μιχελογιάννης, ο δάσκαλος λογοτέχνης Βαγγέλης Κακατσάκης,και ως εκπρόσωπος των «Χανιώτικων νέων», ο γενικός διευθυντής του Εθνικπκού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» και ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Αρμένων Γιώργος Αβερκάκης. Παρόντες ήταν, εκτός των άλλων, ο και διευθυντής του Κοινωφελούς Ιδρ΄υματος «Αγία Σοφία» παπά – Μιχάλης Βλαβογιλάκης, ο αντιπεριφερειάρχης Χανίων Νίκος Καλογερής, η τ. βουλευτής Χανίων Βάλια Βαγιωνάκη, ο πρώην δήμαρχος Αποκορώνου Γρηγόρηε Μαρκάκης και  εκπρόσωποι διαφόρων φορέων. 


https://www.facebook.com/stra.bou/posts/10222496355735008





Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ


ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΙ ΙΣΟΣ Σ'ΟΛΕΣ ΤΟΥ ΤΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ, ΕΤΩΝ 93




Μυρίζουν οι βασιλικοί, μυρίζουν κι οι βαρσάμοι,\ μα σα μυρίζει ο φρόνιμος βαρσάμια δε μυρίζουν,  \ βαρσάμια ουδέ βασιλικό, μηδέ καρεφυλλάτα.\ Μυρίζει εκειά που πορπατεί, μυρίζει εκειά που στέκει, \ μυρίζει και όντε μιλεί… 
Μ’ αυτό  το ριζίτικο τραγούδι που τραγουδιέται ακόμη στην τάβλα, στα χωριά των Χανιών, αρχίζω τον αποχαιρετισμό μου , εκ μέρους της ευρύτερης οικογένειας των Κακάτσηδων, στον Καπετάνιο μας, ὀπως μου άρεσε να τον αποκαλώ, τον Αντώνη Γεωργίου και Δέσποινας Κακατσάκη,  που έφυγε προχθές στα 93 του χρόνια, για το άλλο ημισφαίριο της ζωής ακολουθώντας , ύστερα από 80 μέρες, την ακριβή του συντρόφισσα , την Βάσω, μην μπορώντας να κάμει δίχως της. Για να συνεχίσω μετά μ’ ένα δημοσίευμα από μια κρητική εφημερίδα του 1954, που τον αφορά και τους πρώτους στίχους του Κωνσταντίνου Καβάφη, από το ποίημα «Θερμοπύλες», και να κλείσω μ’ ένα νεοριζίτικο.
Φρόνιμος παιδιόθεν και μέχρι τέλους, με την κρη(ι)τική έννοια της λέξης ο Καπετάνιος μας. Λόγοις και πράξεσι. Κατά κοινήν ομολογία όλων όσοι τον γνώρισαν και τον συναναστράφηκαν, έστω για λίγο. Και στην ιδιωτική του ζωή και στον δημόσιο βίο του. Δημοκρατικός, Δημιουργικός, Δυναμικός, Δοτικός. Τα τέσσερα με Δέλτα κεφαλαίο επίθετα που τον χαρακτήριζαν. Δάσκαλος ζωής ο Καπετάνιος μας.
Ο Αντώνης Γ. Κακατσάκης γεννήθηκε στον Αλικιανό Χανίων, όπου υπηρετούσε ως αξιωματικός Χωροφυλακής ο πατέρας του, και πριν από την εισαγωγή του στην Πάντειο, έκανε μαζί με τα εγκύκλια μαθήματα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, ξεχωριστές σπουδές στη Βενιζελική Σκέψη, για να γίνει αργότερα πρόεδρος της Νεολαίας του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Δημοκρατικός, κατ’ όνομα και κατά χάρη, λοιπόν, Δημιουργικός και Δυναμικός, πάνω απ’ όλα, ωστόσο, Δοτικός. Διά βίου και προς όλους. Για τους γονείς και τα αδέλφια του. Για την σύντροφο της ζωής του -  εδώ πρόκειται για έναν έρωτα μεγάλο, για μια αγάπη που αξίζει να γίνει ταινία. Για τα παιδιά και τα εγγόνια του. Για τους συγγενείς – είναι για όλους το αποκούμπι μας, μου είχε πει, πριν από πολλά χρόνια μια ξαδέλφη μας – και για τους πάμπολλους φίλους του. Για τους συναδέλφους του στην Εφορεία και στον Συνδικαλισμό -  ήταν για πολλά χρόνια Πρόεδρος του Συλλόγου των Εφοριακών και Αντιπρόεδρος της ΑΔΕΔΥ. Για όλους που του ζητούσαν βοήθεια. Δοτικός προπάντων για τον εμπερίστατο συνάνθρωπο – δεν επεκτείνομαι περισσότερο…
Βρισκόμαστε στα 1954 και τα Κρητικά Σωματεία της Αθήνας γιορτάζουν  στο «ΠΑΛΛΑΣ» την επέτειο της Μάχης της Κρήτης και ο Αντώνης είναι ο ένας από τους δυο κεντρικούς ομιλητές. Διαβάζω από το υπ ’αρ. 1725 φύλλο της εγκρίτου εφημερίδας των απανταχού Κρητών  «Κρητική Ενότης» (9.6. 1954) τα που τον αφορούν: “ Ο φέρελπις νέος κ. Κακατσάκης υπήρξε μια πραγματική αποκάλυψις διά το κοινόν. Είχε κλείσει στα στήθη του ολόκληρον την Ελλάδα, με όλην την λάμψιν και την δόξαν της. Ο κ. Κακατσάκης με παλμόν και τόνον, με ευφράδειαν και ιδιαιτέρως εύληπτον διατύπωσιν, με έξαρσιν μεγάλου αγορητού, συνήρπασε τους παρισταμένους και επροκάλεσεν ασυνήθη ενθουσιασμόν. Εν μέσω συνεχών διακοπών και ραγδαίων χειροκροτημάτων ωμίλησεν επί 20 λεπτά της ώρας δημιουργήσας όντως ατμόσφαιραν εθνικής υπερηφανείας. Ο ενθουσιασμός και αι εκδηλώσεις του κοινού υπερέβησαν παντός είδους πρόβλεψιν, όταν ο μάγος της ημέρας κ. Κακατσάκης έφερεν τον λόγον του προς την ομογάλακτον αδελφήν της Μεγαλονήσου Κρήτης, την υπόδουλον Κύπρον και ηξίωσεν την απόδοσίν της εις την μητέρα Ελλάδα. Τα σπουδαστικά νειάτα, είπε, αξιούν την Κύπρον ελευθέραν και εις τας αγκάλας της μητρός Ελλάδος. Αυτό πρέπει να το πληροφορηθεί όλος ο κόσμος και να το εννοήση ιδιαιτέρως η Μεγάλη σύμμαχος Αγγλία. Συμβιβασμός δεν χωρεί και οιαδήποτε θυσία, που τυχόν θα χρειασθεί, θα είναι μεγάλη». Αυτά μόνον για να κρίνουμε «εξ όνυχος τον λέοντα»…
Όχι, ο «φέρελπις νέος» δεν έγινε πολιτικός, όπως όλοι περίμεναν. «Παραήμουν συναισθηματικός γι’ αυτό το άθλημα, μου είπε κάποτε, όταν του εξομολογήθηκα, ότι λειτουργούσε σαν υπόδειγμα στα μικράτα μου.
Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωήν των\ όρισαν να φυλάγουν Θερμοπύλες.\ Ποτέ από το χρέος μη κινούντες. \ Δίκαιοι κι ίσοι σ’ όλες των τες πράξεις\αλλά με λύπην κιόλας κι ευσπλαχνία»… Τα που μας λέει στην αρχή του ποιήματός του «Θερμοπύλες» ο Αλεξανδρινός Ποιητής. Γι ανθρώπους σαν τον Αντώνη Γεωργίου Κακατσάκη, το έγραψε. Γι ανθρώπους που για να χρησιμοποιήσω μια κρητική μαντινάδα στέκονται όρθιοι στα μετερίζια της ανθρωπιάς και στης τιμής το χρέος, ακόμα κι όταν είναι σίγουροι, ότι οι κάθε λογής Μήδοι, έχουν ήδη περάσει τα σύνορα και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Είχαμε μια μεγάλη από τηλεφώνου κουβέντα γι’ αυτό το θέμα, πριν ένα χρόνο περίπου, με αφορμή μια ερώτηση που του έκαμα, για τους διωγμούς που υπέστη τα χρόνια της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Δεν είναι της ώρα για περισσότερα…
Παιδαγωγικό μυθιστόρημα ο βίος και η πολιτεία, τα έργα και οι ημέρες του πρώτου από τα τέσσερα ξαδέλφια που πήρε το όνομα του παππού μας, που αγωνίστηκε μια ζωή, δίπλα στο αδελφό του, τον οπλαρχηγό Θεοκλή Κακάτση, για τη λευτεριά της Κρήτης και την Ένωσή της με την Ελλάδα. Έζησε μια γεμάτη ζωή ο Αντώνης. Ἀντεξε σε μπόρες και καταιγίδες, απόλαυσε, ωστόσο, και λιακάδες. Πέρασε δικτατορίες και πολέμους, κάθε λογής καταστάσεις. Αγάπησε και αγαπήθηκε. Πολύ αγάπησε και πολύ αγαπήθηκε…
Κλείνω με το νεοριζίτκο – ακόμη φτιάχνουμε τέτοια λογής τραγούδια στο Νίππος , το χωριό μας, που βρίσκεται στις ρίζες των Λευκών Ορέων και βιγλίζει τον Ψηλορείτη. Προπάντων την παραμονή της Χάρης του Αγίου Πνεύματος, της εκκλησίας της γειτονιάς μας, τις Κατούνες… Ένα από αυτά, παράλλαξα το πρωί ερχόμενος από τα Χανιά με το αεροπλάνο για την κηδεία: Εις τις Κατούνες πάντοτε στσ΄αυλές τ’ Αγιού Πνευμάτου\αναρωτιούνται τα πουλιά που γύρω του φωλιάζουν\ αν βλέπουν τους φευγάτους μας στου ουρανού το δώμα. \Κι ένα πουλί, μικρό πουλί, μια γλυκοποταμίδα\ τους λέει πως τους συναντά μόλις η νύχτα πέσει\ γι αυτό κι ομορφοκελαηδεί…
Δεν πεθαίνουν οι αγαπημένοι μας, όσο τους θυμούμαστε. Το ξέρετε καλά αυτό, Γιώργο, Δέσποινα και Μπάμπη με τα παιδιά σας… Όλοι όσοι βρισκόμαστε σήμερα εδώ και αποχαιρετούμε τον Αγαπημένο μας, το ξέρουμε… Αντωνίου Κακατσάκη του Γεωργίου και της Δέσποινας, Αιωνία η Μνήμη!

Σημείωση: Επικήδειος λόγος στον Ιερό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών της Άνω Γλυφάδας.( 5 Μαρτίου 2020)
ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ




Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ, ΔΑΣΚΑΛΕ!*




Ένα απόσπασμα από την ομιλία μου για το Νίκο Πετρουλάκη στην εκδήλωση τιμής κι ευγνωμοσύνης που διοργάνωσε γι’ αυτόν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών του Νομού μας, στις 8 Μαΐου 1994, στο Πολυκλαδικό Λύκειο Χανίων. Δυο ποιήματα του δασκάλου – ποιητή Κώστα Καλαπανίδα, “Ιδού αυτός” και “Είπε ο Δάσκαλος”, οι τίτλοι των, που νομίζει κάποιος ότι γράφτηκαν για Εκείνον. Και ο επίλογος της ομιλίας μου στην τιμητική εκδήλωση που διοργάνωσε για τον Δάσκαλο των δασκάλων ο Φιλολογικός Σύλλογος “Χρυσόστομος” της πόλης μας στις 11 Μαΐου 2016, στην αίθουσά του,(ΦΩΤΟ) παραλλαγμένος, εν είδει χαιρετισμού για το φευγιό του στο άλλο ημισφαίριο της ζωής.
Oντας πλήρης ημερών…
«Ο απόηχος της φωνής και η εικόνα του χαμόγελου. Ο απόηχος της φωνής και η εικόνα του χαμόγελου του Νίκου Πετρουλάκη, έτσι όπως έμειναν μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σ’ ένα ανοιγοκλείσιμο των πετάλων του νου. Η εικόνα του χαμόγελου και ο απόηχος της φωνής του Δασκάλου σε ώρα διδασκαλίας. Πρόκειται ακριβώς για τη στιγμή σταθμό, που αφού έχει κόψει τον χρόνο στα πριν και στα μετά, τον σπρώχνει μπροστά και πίσω για να συναντήσει κι άλλες στιγμές απαραίτητες στην ολοκλήρωση της γνωριμίας. Είναι ένα αθηναϊκό απόγευμα του 1979, πρώτες Οκτωβρίου, στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Αθηνών και ο Νίκος Πετρουλάκης βρίσκεται στην έδρα και παραδίδει στους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους εκείνης της σειράς το πρώτο μάθημα από τα “Διδακτικά προβλήματα”. Εχει φύγει ήδη δύο χρόνια απ’ την υπηρεσία ύστερα από 37 συναπτά έτη υπηρεσίας στην Εκπαίδευση με τον βαθμό του ειδικού συμβούλου του ΚΕΜΕ και δεν μπορεί να συνηθίσει με τίποτα στην ιδέα ότι θ’ αφήσει την έδρα. Ο Δάσκαλος έχοντας μόνιμο, όπως πάντα, το χαμόγελο στο πρόσωπό του, μιλά απαλά, σχεδόν βελούδινα, κι εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω, γιατί ο απόηχος της φωνής του μου έφερε στο μυαλό κελάηδημα ποταμίδας, ούτε γιατί το χαμόγελό του με παρέπεμψε στην ιδέα ενός ολόγιομου φεγγαριού. Μπορώ όμως να θυμηθώ τη μαγεία της σιωπής που βασίλευε στην αίθουσα. Οπως και την ευωδία της, που έτσι όπως έβγαινε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο, επέβαλε τη σιωπή στα σπουργίτια που ήταν καθισμένα στη μοναχική γριά λεύκα».



«Ιδού αυτός// Βουίζουν οι ιδέες γύρω απ’ το διάφανο μέτωπό του.// Ανασκάπτει τα θεμέλια των πραγμάτων/ κι υπομνηματίζει το μέλλον μ’ αρχαιότατο αλφάβητο./ Ξανακολλάει τις σπασμένες λέξεις σαν αγγεία παλιά/ και τις τοποθετεί πλάι στις καινούργιες./ Ενώνει τις γέφυρες που έκοψε η θύελλα/ κι η πίστη του βγάζει ξανά το ουράνιο τόξο./ Και το καλό και το κακό του ίδιου δέντρου είν’ οπώρες/ κι ως τα γυρίσματα των εποχών τα καρτερεί./ Είναι φτωχός και δεν επαναστατεί γνωρίζει!/ Κι όμως στην καρδιά του κυοφορούνται οι δίκαιοι πόλεμοι./ Στο φτωχικό του, σαν καλά κορίτσια υπάκουα/ μπαινοβγαίνουν η Ειρήνη, η Δικαιοσύνη κι η Ελευθερία./ Ζει με τους ανθρώπους και μόνος του.// Ποιητής είναι, σοφός, αυστηρός προφήτης ή άγιος;/ Είναι το φως του κόσμου και το άλας της γης./ Οι ορισμοί δεν τον χωρούν. Είναι Δάσκαλος». (Κώστας Καλαπανίδας).
«Είπε ο Δάσκαλος// Οι δάσκαλοι/ δεν είμαστε μόνο συνδικαλιστές του μισθού·/ είμαστε δημιουργοί και φορείς πολιτισμού./ Δεν είμαστε αγαθοί καταναλωτές ιδεολογιών·/ είμαστε ερευνητές της αλήθειας και παραγωγοί ιδεών./ Δεν είμαστε επαγγελματίες διδακτικοί εγχειριδίων·/ είμαστε οι αφουγκραστές της λαϊκής αγωνίας./ Δεν είμαστε ανατροπείς της ειρηνικής κοινωνίας·/ είμαστε οι θεμελιωτές της υπεύθυνης ελευθερίας./ Δεν είμαστε συμβασιούχοι της αρετής·/ είμαστε οι πρόμαχοι της αξιοπρέπειας και της τιμής./ Δεν είμαστε της εκπαίδευσης ρηχοί τεχνικοί./ Είμαστε των παιδιών του λαού δάσκαλοι». (Κώστας Καλαπανίδας).
Μυρίζουν οι βασιλικοί… Εχω την αίσθηση ότι ο Νίκος Πετρουλάκης είναι -σε ιστορικό ενεστώτα το ρήμα- Μεγάλος Δάσκαλος, γιατί υπήρξε σ’ όλη του τη ζωή καλός μαθητής. Ενας μαθητής που είχε «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του», όπως λέει ο ποιητής. Ενας μαθητής, ίδιος, ολόιδιος με το δεκάχρονο αγόρι, που εκεί γύρω στα 1930 αναζητούσε τις ρίζες του στη Σοχώρα του Παϊδοχωριού τραγουδώντας το ριζίτικο “Μυρίζουν οι βασιλικοί, μυρίζουν κι βαρσάμοι/ μα σα μυρίζει ο φρόνιμος βαρσάμια δε μυρίζουν”… Καλό ταξίδι στην αιωνιότητα Δάσκαλε! Και εκ μέρους των “Χανιώτικων νέων” της εφημερίδας που υπήρξες μια ζωή τακτικός συνεργάτης (δασκαλική έδρα και η δημοσιογραφική στήλη, για σένα), καλό σου ταξίδι
*Νίκος Πετρουλάκης (1920 – 2019) Πάνδημη στην Ευαγγελίστρια της Χαλέπας την περασμένη Τρίτη 10 Δεκεμβρίου η κηδεία του.
Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 13.12.2019)

http://www.haniotika-nea.gr/kalo-taxidi-stin-aioniotita-daskale/

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

ΘΛΙΨΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗ
Σε ηλικία 98 ετών έφυγε χθες από τη ο δάσκαλος των δασκάλων ο Νίκος Πετρουλάκης.
Γεννήθηκε στα Χανιά το 1921 και υπηρέτηση την εκπαίδευση από το 1940, σπούδασε στην παιδαγωγική ακαδημία Ηρακλείου και μετεκπαιδεύτηκε στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου και Θεσσαλονίκης όπου έκανε και το διδακτορικό του. Δίδαξε σε δημοτικά σχολεία, παιδαγωγικές ακαδημίες, κολλέγια, στρατιωτικές σχολές, σχολές νηπιαγωγών, στα προγράμματα εξομείωσης των εκπαιδευτικών, ενώ για πολλά χρόνια υπήρξε γενικός διευθυντής στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης.
Είχε διατελέσει και γενικό διευθυντής παιδαγωγικών θεμάτων, εκπαιδευτικός σύμβουλος, προϊστάμενος του τμήματος Μελετών του Υπουργείου Παιδείας, μέλος του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου και πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου του Υπουργείου Παιδείας. Παράλληλα συνέγραψε πάνω από 30 βιβλία, εκατοντάδες άρθρα παιδαγωγικού και ψυχολογικού περιεχομένου σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, δεκάδες επιφυλλίδες στον Αθηναϊκό και τον επαρχιακό τύπο.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και επίτιμος γενικός γραμματέας της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδας ενώ οι έρευνες του επικεντρώθηκαν κυρίως σε θέματα ψυχολογίας, ιστορίας, λαογραφίας. Έχει τιμηθεί με παράσημα, μετάλλια, επαίνους από το Υπουργείο Παιδείας, τα Πανεπιστήμια Αθηνών, Κρήτης, Πάτας, ενώ υπήρξε εταίρος πολλών εταιρειών όπως της “Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας”, της “Ελληνικής Εταιρείας Γλώσσας και Γραμματισμού” και του Ιδρύματος “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”.
Η κηδεία του θα γίνει από τον Ι.Ν. Ευαγγελίστριας Χαλέπας στις 2 το μεσημέρι της Τρίτης.
Χανιώτικα νέα (Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2019)

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ


ΣΤΟ ΕΤΗΣΙΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΗΣ ΧΡΥΣΑΣ ΜΙΝΟΥΔΑΚΗ*




Γράφει η Ευδοκία Σκορδαλά  Κακατσάκη
Αγαπημένο μου Χρυσουλιό, τούτο το πρωινό του Σαββάτου, μπροστά στο δίσκο με τα κόλλυβα, ανάμεσα στη μελωδία του «αιωνία η μνήμη αυτής» και τους ήχους του θυμιατού και της καμπάνας, μέσα στις φλόγες των κεριών και τη μοσχοβολιά του λιβανιού, θυμήθηκα τον Απόστολο της εξοδίου ακολουθίας. Κι  ένιωσα να χάνονται τα όρια μεταξύ  ουρανού και γης, να σμίγει η  πάνω θάλασσα με την κάτω, να ανταμώνουν οι ζωντανοί με τους κεκοιμημένους. Και σε «είδα», ορθόκορμη κι ολοζώντανη και αναλλοίωτη ανάμεσά μας! Κι ο θάνατός σου, αθέατος! Σαν να μην άγγιξε ποτέ την ωραία μορφή σου, την ηλιοστάλλαχτη ματιά και το χαμόγελό σου!  

Θάλασσα οι μνήμες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τούτη την ώρα την ψυχή μου. Κι οι λέξεις, μελίσσι πολύβουο και καλόγνωμο, πολιορκούν το μυαλό μου. Θέλουν να μπουν σε μια σειρά για να ξομπλιάσουν την μορφή σου.  Για  να μιλήσουν  για  το ήθος και την  ευπρέπεια του χαρακτήρα σου, να μαρτυρήσουν  την ωραιότητα της ψυχής σου. Λέξεις αληθινές, δυνατές, όμορφες, αυθεντικές. Όπως το χαμόγελο, η τρυφερότητα, η ανθρωπιά, η υπομονή, η καρτερικότητα, η λεβεντιά, η αρχοντιά, η γενναιότητα, η περηφάνια, η αξιοπρέπεια. Η πίστη, η ελπίδα  και η αγάπη σου. Που δεν σε άφησαν ποτέ να πεις ένα «γιατί», να παραπονεθείς, να βαρυγκωμήσεις, να κλαφτείς! Να ‘ξερες πόσο πολύ σε καμάρωνα και σε θαύμαζα για όλα  τούτα! Και λέξεις στέρεες και ουσιαστικές. Όπως τα ρήματα παλεύω, αντέχω, νοιάζομαι, συμπάσχω, συμπονώ, αγαπώ! Άμετρη η έγνοια κι η αγάπη σου για όλους! Για το μονάκριβο γιο σου τον Φίλιππο. Για τους γονείς και τ’ αδέλφια σου. Για τα ανίψια και τα ξαδέλφια σου. Για θείους, φίλους και γνωστούς. Για τον Μπρούνο, τον μικρό, τετράποδο φίλο σου! Για μένα! Μου τηλεφωνούσες συχνά. Να ρωτήσεις  αν πονώ! Ποιος; Εσύ! Που έφτασες να μην μπορείς ν’ αλλάξεις  πλευρό στο κρεβάτι! Πόση αμηχανία ένιωθα ακούγοντας την φωνή σου! 

Πόση ευγνωμοσύνη που κρατούσες όρθιο το γεφύρι της επικοινωνίας ανάμεσά μας! Πόση χαρά που κοινωνούσα την μεγαλοψυχία σου! Πόση ντροπή που δεν κατάφερνα να είμαι όσο έπρεπε δίπλα σου, κοντά σου! Να σου συμπαραστέκομαι, που χρόνια καθηλωμένη, πάλευες αγόγγυστα, σηκώνοντας στους  λιγνούς σου ώμους, έναν βαρύ κι ασήκωτο σταυρό, την αρρώστια σου. Κι όσο η αγιάτρευτη αρρώστια, σταυρός και φωτιά και θύελλα μαζί, βάραιναν, έκαιγαν, κατάτρωγαν κι αφάνιζαν το αδύναμο σώμα σου, όσο λίγνευε κι έλειωνε το κορμί σου, τόσο τα μάτια σου έλαμπαν κι η ψυχή σου τράνευε. Γιατί μια λεύτερη γερακίνα ψυχή κι ένας νους, περήφανος αετός, κατοικούσαν στ’ ανήμπορο  καθηλωμένο κορμί σου. Λες κι είχες μέσα στα στήθια σου έναν άλλο κόσμο όμορφο έναν ουρανό ασυννέφιαστο με χιλιάδες ουράνια τόξα πάνω του! Γι αυτό κι είχες ένα μόνιμο ήλιο- χαμόγελο στα χείλη σου.  Γι αυτό κι ως το τέλος  ηλιοστάλλαχτη ήταν η ματιά και γλυκός ο λόγος σου.  

Κι ύστερα ήρθανε θάνατοι απανωτοί. Του πρωτοξάδελφου, του πατέρα, της μάνας, του αδελφού σου. Πόσο ν’ αντέξεις ακόμα;  Κι ίσως τότε, μέσα στον αβάσταχτο  πόνο για τον θάνατο τόσων δικών σου αγαπημένων, ψυχανεμίστηκες με χαρά, να φυτρώνουν  στους ώμους σου φτερούγες αγγέλων!  Κι αφέθηκες, πάει ένας χρόνος από τότε, να  σηκώσουν τον σταυρό σου κι εσένα. Και να σε πάρουν εκεί, όπου δεν υπάρχει πόνος, λύπη και στεναγμός. Αλλά χαρά αναστάσιμη και ζωή αιώνια.



* Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Ενοριακό Κέντρο του Αγίου Παντελεήμονα Αμπεριάς Χανίων το Σἀββατο, 25 Αυγούστου 2018)

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ


ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤΑ
ΜΝΗΜΗ ΧΡΥΣΑΣ ΜΗΝΟΥΔΑΚΗ*



Επιστροφή και σήμερα σε μια φωτογραφία που είχα συναντήσει, λίγες μέρες πριν φύγει για το άλλο ημισφαίριο της ζωής η Χρύσα, στη σελίδα του αδελφού της του Μιχάλη, στο Δικτυοβιβλίο. Ένα χρόνο πριν από το φευγιό της στο άλλο ημισφαίριο της ζωής. Σαν σήμερα, 25 Αυγούστου. Στη μνήμη της χρυσής ψυχούλας της…

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις... Ο Μιχάλης και η Χρύσα τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους. Εις μνήμην και εις υγείαν. Ο Θεός να συγχωρέσει εκείνους που έφυγαν... Ο θεός να έχει καλά αυτούς που έχουν μείνει... Ωσεί παρόντες όλοι τους σ' αυτόν τον δείπνο των δύο αδελφιών. Οι προαπελθόντες: o πατέρας, η μητέρα, ο Αντώνης,  ο μεγάλος αδελφός που έφυγε απ'το πολύ του φιλότιμο, ο πρώτος εξάδελφος ο Θοδωρής που έφυγε από την αποκοτιά του, επίσης νωρίς στις Άλπεις, οι αποδέλοιποι. Οι περιλειπόμενοι: ο γιος της, ο ωραἰος Φίλιππος, η θεία Βαγγελιώ ίδια Παναγιά, ντυμένη στα μαύρα, ο θείος Λεωνίδας με μαύρο πουκάμισο, φίλοι, πολλοί φίλοι και συγγενείς, πολλοί συγγενείς.

Έβαλε ο Θεός σημάδι την πανώρια κορασιά... Αναπάντητα τα γιατί(;) ... Ατέλειωτα τα χρόνια, στο αναπηρικό καροτσάκι, με σκλήρηνση κατά πλάκας,  η Χρύσα... Ατέλειωτα τα χρόνια στα μαρμαρένια αλώνια να διδάσκει αξιοπρέπεια... "Είμαι ζωντανή,νιώθω καλά, αύριο θα είμαι καλύτερα... Όλα υπό έλεγχο, όλα παλεύονται..."   Κι όμως ο Θἀνατος   παραμὀνευε, προαποφασισμένος να σβήσει το καντήλι της στα 51 της χρόνια… Ανόητος στην άγνοιά του, αγνοώντας τη δύναμη του κεριού.

Κερί στη μνήμη της τα λόγια μου, τα λόγια για τα χρόνια τα κερδισμένα. Ένα κερί στο παγκάρι που περιμένει προσκυνητή η απόσταση από τον θάνατο στην αθανασία. Και για τη Χρύσα. Ένα κερί στο μανουάλι και η Χρύσα επιστρέφει. Ωραία ως υπήρξε, στο πιο φωτεινό δωμάτιο της μνήμης. Σαν πρωινό Αυγούστου στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα της Αμπεριάς, στον ενοριακό της ναό. Σαν πανσέληνος… 

*Ομιλία στο ετήσιο μνημόσυνό της. (Ενορικό Κέντρο ΑγίουΠαντελεήμονα Αμπεριάς, Σάββατο, 25 Αυγούστου 2018)







Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ


ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗΣ – Ο ΚΟΙΝΟΤΑΡΧΗΣ ΜΑΣ

( Με αφορμή το τρίμηνο μνημόσυνό του)


Πάντα ανοιχτά πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του! Ταιριάζει απόλυτα και στον  Ιωάννη Ανδρέα Κοτσιφάκη, που έφυγε λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, στα 85 του χρόνια, ήρεμα και ειρηνικά από το τραπέζι της φιλοξενίας του σπιτιού του, όπου κάθονταν με «ακριβή» παρέα για το ἀλλο ημισφαίριο της ζωής, ο στίχος αυτός του Διονυσίου Σολωμού, σε τρίτο πρόσωπο. «Ωραίος ως Έλληνας», για χρησιμοποιήσω τη φράση του Νίκου Εγγονόπουλου, τόσο στην ιδιωτική του οδό όσο και στον δημόσιο βίο του ο για 17 χρόνια πρόεδρος της μικρής μας κοινότητας, της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης κοινότητας Νίππους Αποκορώνου. Και οι λίθοι τούτου του ευλογημένου τόπου, αν σιωπήσουμε εμείς θα μιλήσουν  γι’ αυτόν… Για τον βίο και την πολιτεία του, για τα έργα και τις ημέρες του, για το ήρεμο μα αποφασιστικό ύφος του, για την ανθρωπιά του και την αρχοντιά του. Πάνδημος ο αποχαιρετισμός του πριν από τρείς μήνες στην κεντρική εκκλησία του χωριού μας, στον Τίμιο Σταυρό.

Καλά καλός σύζυγος για τη γυναίκα της ζωής του, την Ιωάννα Σεργάκη από τη Λιτσάρδα, καλά καλός πατἐρας για τα παιδιά του, τον Σταμάτη, την Άννα, τη Χριστἰνα, την Βαγγελιώ και τον Ανδρέα, και καλά καλός παππούς για τα ένδεκα εγγόνια του και τα εννιά δισέγγονά του ο Κοινοτάρχης μας. Κατά κοινή παραδοχή. Ο ορισμός της παραδοσιακής οικογένειας, με όλα όσα αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τα ήθη της γνήσιας κρητικής παράδοσης, η οικογένειά του. Κι αν του άρεσε να σμίγει με συγγενείς και φίλους κάθε καλήν ημέρα στο σπιτικό του. Και για ν’  αναθιβάλλει τα παλιά προβάλοντάς τα στο παρόν και στο μέλλον. Και για να ερμηνεύει τα όποια συμβαίνοντα με βάση την πλούσια εμπειρία του.

Να αντέχει τα χτυπήματα της μοίρας όσο σκληρά κι αν είναι!  Το ξεχωριστό μάθημα αξιοπρέπειας που του δίδαξε ο πατέρας του, ο Κοτσιφαντρέας, ὀπως και στα αδέλφια του άλλωστε, όταν η μητερα του, μια αγία γυναίκα έφυγε πολύ νωρίς για τη Γειτονιά των Αγγέλων. Να δουλεύει σαν δούλος για να μπορεί να ζει σαν άρχοντας, έχοντας πάντα καθαρό κούτελο, ένα άλλο. Τα έμαθε εξίσου καλά και τα δύο. Το πρώτο μάλιστα με δραματικό τρόπο, όταν αναγκάστηκε ύστερα από τον τραγικό θάνατο από χτύπημα της φοράδας τους, του αδελφού του, τού Σταμάτη, να αφήσει την πόλη των Χανίων, όπου είχε τελειώσει την Τεχνική Σχολή «ΔΑΙΔΑΛΟΣ», και δούλευε μετά τη στρατιωτική του θητεία, για να «σταθεί» στον πατέρα του και στις αδελφές του.

Η ζωή του σε άλλη πορεία από αυτή που σχεδίαζε…  Νίππος, τέλη της δεκαετίας του 1950. Ένα «άλλο» χωριό με πολλούς κατοίκους και με δεδομένη την κοινωνική συνοχή, πλην όμως «τριτοκοσμικό». Δίχως δρόμους, δίχως ηλεκτρικό φως, δίχως ύδρευση, δίχως τηλέφωνο, δίχως τα στοιχειώδη, τα απαραίτητα…

Μην αναρωτιέσαι τι κάνει ο τόπος σου για σένα, αλλά τι κάνεις εσύ για τον τόπο σου!  Δημοτικές εκλογές 1958. Ιδού η ευκαιρία να κάνει όλα όσα οραματιζόταν από τα μικράτα του για το χωριό του. Νόμος γι αυτόν η σε παράφραση φράση του Τζον Φ. Κένεντι που δεν την είχε ακόμα πει. Νόμος σε όλες τις προεδρικές του θητείες, όπως και στις θητείες του ως προέδρου του Γεωργικού Συνεταιρισμού μετά, αλλά και σε όλες τις παρεμβάσεις του μέχρι τέλους. Κι αν έγιναν πράγματα και θαύματα στο χωριό μας επί της προεδρίας του!

Πρωτίστως ανθός της δικής του αγάπης για το Νίππος , που ήξερε καλά την ιστορία του, της δικής του έγνοιας και του δικού του αγώνα τα ωραία που έγιναν, έτσι όπως έγιναν από το Νιππιανό  «εμείς», που ήξερε να το λειτουργεί υποδειγματικά. Το δίκτυο ύδρευσης, και η πλατεία, οι δρόμοι και ο ηλεκτροφωτισμός, το νέο σχολειό και το ηρώο… Και τούτο και το άλλο και το παράλλο, εκμεταλλευόμενος τις συγκυρίες και τις γνωριμίες. Κι όλα με άκρα ανιδιοτέλεια και αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητα.

ΚΙ αν έχω να διηγηθώ τα μύρια όσα για το Ήρωα των παιδικών και των εφηβικών μου χρόνων , για τον Κοινοτάρχη μας, τον Γιάννη Ανδρέα Κοτσιφάκη, που ανάμεσα στα άλλα που μας έμαθε, είναι ότι την αγάπη για τον τόπο μας πρέπει να την αποδεικνύουμε με τα έργα μας.

Ανεκτίμητος θησαυρός για μάνα οι κουβέντες που κάναμε τα τελευταία χρόνια στο σπίτι του, όταν είχε μειωθεί κατά πολύ η όρασή του. Ιδιαίτερα αυτές για το χωριό μας, Στο Νίππος γι αυτόν η αρχή και η περίληψη της ελληνικής ιστορίας, μα και η αρχή. Μα στο Νίππος η περίληψη της ομορφιάς  του κόσμου.

Όποιος δεν αγαπά τον τόπο του δεν μπορεί να λέει ότι αγαπά τους άλλους τόπους. Πάντα σκεφτόμουν τα λόγια του Μακαριστού Μητροπολίτη Ειρηναίου Γαλανάκη του Χριστιανού, όταν κουβεντιάζαμε με τον Κοινοτάρχη μας. Αγαπούσε πολύ και τους άλλους τόπους γιατί αγαπούσε πρώτα και μάλιστα «παθολογικά» το Νίππος, βλέπετε. Όπως και όλους τους ανθρώπους γιατί αγαπούσε πολύ τους δικούς του άλλωστε. «Ως ωραίος Έλληνας» και ως χαριτωμένος άνθρωπος! Με ανοιχτά πάντα τα μάτια της ψυχής του. Έτσι θα τον θυμούμαστε, όταν θα τον ανακαλούμε, κι αυτό θα το κάνουμε συχνά , στο κεκλιμένο επίπεδο της μνήμης. Προπάντων όταν ο δήμος Αποκορώνου δώσει, ως οφείλει, το όνομά του, σ’ έναν από τους δρόμους του χωριού μας…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

ΤΗΣ ΧΡΥΣΑΣ
ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΨΥΧΟΥΛΑΣ ΤΗΣ...




Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις... Ο Μιχάλης και η Χρύσα τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους. Εις μνήμην και εις υγείαν. Ο Θεός να συγχωρέσει εκείνους που έφυγαν... Ο θεός να έχει καλά αυτούς που έχουν μείνει... Ωσεί παρόντες όλοι τους σ' αυτόν τον δείπνο των δύο αδελφιών. Οι προαπελθόντες: o πατέρας, η μητέρα, ο Αντώνης,  ο μεγάλος αδελφός που έφυγε απ'το πολύ του φιλότιμο, ο πρώτος εξάδελφος ο Θοδωρής που έφυγε από την αποκοτιά του, επίσης νωρίς στις Άλπεις, οι αποδέλοιποι. Οι περιλειπόμενοι: ο γιος της, ο ωραἰος Φίλιππος, η θεία Βαγγελιώ ίδια Παναγιά, ντυμένη στα μαύρα, ο θείος Λεωνίδας με μαύρο πουκάμισο, φίλοι, πολλοί φίλοι και συγγενείς, πολλοί συγγενείς.

Έβαλε ο Θεός σημάδι την πανώρια κορασιά... Αναπάντητα τα γιατί(;) ... Δεκαπέντε χρόνια, με σκλήρηνση κατά πλάκας, στο αναπηρικό καροτσάκι, η Χρύσα... Δεκαπέντε χρόνια στα μαρμαρένια αλώνια να διδάσκει αξιοπρέπεια... "Είμαι ζωντανή,καλά, αύριο θα είμαι καλύτερα... Όλα υπό έλεγχο, όλα παλεύονται..."   Κι όμως ο Θἀνατος   παραμὀνευε, προαποφασισμένο να σβήσει το καντήλι της στα 51 της χρόνια.

Επιστρέφω στη φωτογραφία στην τελευταία τους φωτογραφία που βρήκα στη σελίδα του Μιχάλη στο Βιβλίο των Προσώπων. Σαράντα μέρες μετά το φευγιό της (αύριο Κυριακή 8 Οκτωβρίου το μνημόσυνό της στην Ευαγγελίστρια του Φρε) στο άλλο ημισσφαίριο της ζωής εοιστρέφω. Έχοντας υψωμένο κι εγώ το ποτήρι μου επιστρέφω! Στη μνήμη της χρυσής ψυχούλας της επιστρέφω....


Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΟΥΣΟΥ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ

Λεμονανθοί και γιασεμιά, φούλια, γαρδένιες δυόσμος,                                                     
διαντσέτα και τριανταφυλλιές ο ψυχικός σου κόσμος!

Οι πόρτες του παράδεισου για σέν'άνοίξαν όλες                                                                 
 γιατί ‘χες χάρες όμορφες σαν τσι καρνάδες  βιόλες.





 
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΟΥΣΟΥ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ
(Σαράντα μέρες από το φευγιό του)*

Κωστή Ι. Μπουρμπάκη

Μεγάλος είναι ο πόνος μου και πώς να περιγράψω                                                              
 μπάρμπα τα μεγαλεία σου εις το χαρτί να γράψω.

Με ορφάνια εμεγάλωσες, με κακουχίες και φτώχεια                                                                     
μα είχες καρδιά που έμοιαζε σ’ αρχοντικά μετόχια.

Εχάρισέ σου ο Θεός εγγόνια απ’ τα παιδιά σου                                                                             
μα όμως δεν τα χάρηκες ως ήθελε η καρδιά σου.

Φαρμακωμένο σου ‘παιξε ο χάροντας το βόλι                                                                    
κι επήρε σε παντοτινά στου Άδη το περβόλι.

Μπάρμπα μου, αητέ περήφανε, εχάθηκες για πάντα                                                                       
μα θα στολίζεις όμορφα του Άδη κάθε μπάντα.

Πόνο μεγάλο άφησες, μπάρμπα στο μισεμό σου                                                                                  
κι οι πέτρες εδακρύσανε στον αποχωρισμό σου

Εις τσι Κατούνες τα πουλιά θα κελαηδούν θλιμμένα                                                                          
για τον δικό σου τον χαμό κι αυτά  θα  ‘ν’  λυπημένα.

Τση μοίρας σου ήτανε γραφτό να σ’ αλαργοξορίσει                                                                             
και το κορμί σου έστειλε του χάρου να τ’ ορίσει.

Μα δε θα σβήσει η μνήμη σου θα σε θυμούνται όλοι                                                                  
γιατί η καρδιά σου έμοιαζε μ’ Άνοιξης περιβόλι.

Παντοτινά στη σκέψη μας η μνήμη σου θα μείνει                                                                           
δεν είναι ξύλο να καεί με μιας εις το καμίνι.

Θα ‘ναι αιωνία η μνήμη σου, μπάρμπα μου, στους αιώνες                                                            
γιατί η ζωή σου ήτανε αγάπη και αγώνες.

Με την αξία σου κέρδισες εχτίμηση μεγάλη                                                                                 
γιατί έκαμες παντού καλά και έλεγες χαλάλι.

Στσι ταπεινοφροσύνες σου έμοιαζες των αγγέλω                                                                     
και εις τσι μεγαλοσύνες σου ούλων των αρχαγγέλω.

Να ‘χεις καλό Παράδεισο μπάρμπα μου αγαπημένε                                                         
ξεδιαλεγμένε, άρχοντα, περίσσια παινεμένε.

Φιλήσυχος, πονόψυχος με αρετές μεγάλες                                                                            
μα  ανέβηκες πολύ νωρίς του ουρανού τσι σκάλες.

Καλό σου κατευόδιο μπάρμπα μου νοικοκύρη                                                                        
που έμοιαζες πάντα με καλό κι άξιο καραβοκύρη.

Σ’ ούλα τα φύλλα τση καρδιάς σ’ έχω ζωγραφισμένο                                                                 
και εις το μεγαλύτερο άγιο καμωμένο.                                                                                  

Λεμονανθοί και γιασεμιά, φούλια, γαρδένιες δυόσμος,                                                     
διαντσέτα και τριανταφυλλιές ο ψυχικός σου κόσμος!

Οι πόρτες του παράδεισου για σέν'άνοίξαν όλες                                                                 
 γιατί ‘χες χάρες όμορφες σαν τσι καρνάδες  βιόλες.                                                                  

Άνθρωπος του φιλότιμου, τσ’ αληθινής προόδου                                                                      
 του διαλεμένου κι όμορφου, του παινεμένου ρόδου.

Εις τση αυλής μας τη δροσιά μπλειο δε θα ξανακάτσεις                                                             
ποτέ μου δεν θα ξαναπώ να ο μπάρμπας μου ο Κακάτσης.

Όσα άστρα έχει ο ουρανός κι αν γράψω ευχαριστώ σου,                                                   
λίγα θα είναι όλα αυτά, μυριάδες θα χρωστώ σου!

*Είκοσι δυο (22) από τις ογδόντα οχτώ (88) μαντινάδες  στη  μνἠμη  του. 


Κωστής Ι. Μπουρμπάκης


Τρίτη 3 Μαΐου 2016

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΝΟΥΣΟΥ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ*




Μαύρο πουλί σταμάτησε στο σπίτι που γεννήθη                                                                        

και τραγουδεί λυπητερά και παραπονεμένα.                                                                            


Ο Γείτονάς σου έφυγε, λέει στο Άγιο Πνεύμα,                                                                    


έφυγε ο καλύτερος με το «Χριστός Ανέστη»



(Δώσε μου την δύναμη που χρειάζεται, Καπετάνιο μου, να πω αυτά που έχω να πω, δίχως να με πνίξουν οι λυγμοί. Αξιοπρέπεια για σένα ήταν να καρφώνεις τα νύχια στα χέρια σου μέχρι να ματώσουν, για να μη κλάψεις)                                                    

Ελπίζαμε! Κρεμασμένοι από μια κλωστή ελπίζαμε. Η Κατίνα, ο Μανούσος, ο Χρήστος, η Ελένη, η Δήμητρα, οι νύφες του, η Σταυρούλα και η Μαίρη, τα εγγόνια του, ο Αντώνης, η Στέλλα, η Κατερίνα και ο Μάνος, τα ξαδέλφια του, τα ανίψια του, οι συντέκνοι, οι κουμπάροι του, όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι, οι πολλοί συγγενείς και οι πάμπολλοι φίλοι του, μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, λίγο πριν η ψυχή του φύγει απ’ το τυραννισμένο του σώμα και πετάξει στα ουράνια δώματα, ελπίζαμε.
Δεν μπορεί παρά να την κερδίσει και τούτη τη μάχη, την Μητέρα των Μαχών, που έδινε εδώ και 80 μέρες στα μαρμαρένια αλώνια με τον Χάροντα, ίδιος Διγενής, ο Καπετάνιος, όπως τον έλεγα τα τελευταία χρόνια. Ήξερε από αγώνες αυτός. Γεννημένος νικητής απ’ τα μικράτα του. Απ’ τα οχτώ του χρόνια, όταν μοίρα κακή, του στέρησε τον πατέρα κι έμεινε με τη μάνα του και τις τέσσερις αδελφές του στους πέντε δρόμους.
Δεν μπορεί παρά κάποια στιγμή να κάνει τη μεγάλη ανατροπή, λέγαμε με τον Μανούσο και του τραγουδούσαμε ριζίτικα: «Καμάρι πάνε τα ωζά», «Τον αντρειωμένο μην τον κλαις», «Αγρίμια κι αγριμάκια μου», «Αυγή τσ’ αυγής θα σηκωθώ», «Για ιδές περβόλιν έμορφο»…

Μας άκουγε μέχρι τέλους, δεν μπορεί παρά να μας άκουγε. Και την Δήμητρα άκουσε, που ήρθε απ’ την Αυστραλία την παραμονή της εκδημίας του. Γιατί να μη γινόταν ένα θαύμα λοιπόν;   Άλλη, ωστόσο, η βουλή του Υψίστου. Ειλημμένη η απόφαση να τον πάρει μαζί του στους ουρανούς κατά την κάθοδό Του στο Άδη. Τυχαίο; Έχει ανάγκη από αγγέλους ο Μεγαλοδύναμος και τους στρατολογεί την νύχτα της Ανάστασής Του…   
Ανατραφήκαμε μαζί, κάτω από τον ίσκιο της τζανεριάς του Αγίου Πνεύματος, στις Κατούνες του Νίππους, και πορευτήκαμε μια ζωή μαζί και στις χαρές και στις λύπες, στα εύκολα και στα δύσκολα, με τον πρωτοξάδελφό μου τον Αντώνη Μανούσου και Αθηνάς (το γένος Κατσουλάκη) Κακατσάκη που έφυγε χθες,  νωρίς και αναπάντεχα, στα εβδομήντα του χρόνια για το άλλο ημισφαίριο της ζωής. Κι αν έχω να πω  γι αυτόν και για την ανθρωπιά του…

«Με την καρδιά μου αγαπώ, αν κάποιοι με μισούνε σκεφτείτε πόσο αγαπώ αυτούς που μ’ αγαπούνε», η μαντινάδα, που κατά δήλωσή του τον εκφράζει, όπως μου είπε πριν από τρία χρόνια, πρώτες του Μάρτη, την ημέρα που έκλεισε το μαγαζί του «Βαφαί αυτοκινήτων», ύστερα από 45 χρόνια και βγήκε στη σύνταξη. 

Μια καρδιά γεμάτη αγάπη για όλους, ένας σπάνιος άνθρωπος που δίδασκε ανθρωπιά και καλοσύνη, με τον βίο και την πολιτεία του ήταν ο Αντώνης. Παντού, απ’ όπου κι αν πέρασε, μύρισε, πολύ περισσότερο απ’ τις γαρδένιες και τα γιασεμιά που του άρεσε να γεμίζει τις τσέπες του και να τα μοιράζει. Ως παιδί στο Νίππος, όπου του άρεσε να επιστρέφει διαρκώς, μέχρι τέλους για να παίρνει δυνάμεις. Ως μαθητευόμενος, ως φαντάρος, ως μάστορας και μαγαζάτορας. Δίπλα στον «Απόλλωνα», στο Κόκκινο Μετόχι και στον Καλυκά, όπου έστησε με την Κατίνα, τη γυναίκα της ζωής του (το γένος Καμαριανάκη) το σπιτικό τους. Και βέβαια στην περιοχή του πάλαι ποτέ Καμινιού, απέναντι απ’ τον Άγιο Χριστοφόρο, που ίδρυσε το επαγγελματικό του βασίλειο.

Κατά κοινήν ομολογία, δίχως καμιά εξαίρεση. Αντώνης ο Καλός, Αντώνης ο καλύτερος. Ο ορισμός του ανθρώπου που είναι σπάνιο είδος στη φύση και στην ιστορία. Για όλους όσοι είχαν (είχαμε) την ευλογία, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να τον γνωρίσουν (γνωρίσουμε). Με την έννοια αυτή, δεν σταμάτησε μόνο στο σπίτι που γεννήθηκε  το μαύρο πουλί για ν’ αναγγείλει το φευγιό του…                                                                      



Είμαστε περήφανοι για σένα, ξάδελφε! Προ πάντων τα παιδιά σου, ο Μανούσος και ο Χρήστος, και τα εγγόνια σου, πρέπει να είναι περήφανα για σένα, Καπετάνιο μου! Όπως κι εσύ ήσουν περήφανος γι αυτά. Γιατί έζησες πάντα στο φως της μέρας, με άκρα αξιοπρέπεια και τους άφησες κληρονομιά το καλό σου όνομα. Γιατί έφυγες με ήρεμη, ήσυχη την συνείδηση ότι έκανες το χρέος σου απέναντι στον Θεό και στους ανθρώπους, ότι δούλεψες και με το παραπάνω, τίμια, το μεροκάματό σου. Γιατί δεν σταμάτησες μέχρι την τελευταία σου αναπνοή να μοιράζεις γι’ αντίδωρο μικρές χαρές. Γιατί δεν έλεγες ποτέ κακό για κανέναν, εικόνες του Θεού οι άνθρωποι, πίστευες. Γιατί βοηθούσες, όσο μπορούσες, τους ανθρώπους της ανάγκης και της ανέχειας και το ξεχνούσες αμέσως. Γιατί αγαπούσες τα πράγματα των προσώπων και τα πρόσωπα των πραγμάτων. Γιατί εννοούσες αυτά που έλεγες κι έλεγες αυτά που εννοούσες…                                                                                                                   

«Κορίτσια δεν θα πεθάνω», είπες σε κάποια αναλαμπή σου, στις ανιψιές σου, την Νεκταρία, την Έλλη και την Αθηνά, που τα άφησαν όλα, δουλειές και οικογένειες, κι ήρθαν κι αυτές στο προσκεφάλι σου. Δεν το’ πες, με χίλια ζόρια, για να το πεις, το εννοούσες, όπως θα έλεγε και η εγγονή σου η Στέλλα. Το ήξερες ότι θα εξακολουθούσες, θα εξακολουθήσεις να ζεις, γιατί δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ, ενόσω ζούμε, αναπνέουμε και σωφρωνούμε, ξάδελφε!  Το ήξερες, το ξέρεις, πως θα σ’ αναθιβάλλουμε διαρκώς στις κουβέντες μας, στην καθημερινότητά μας. Το ήξερες, το ξέρεις ότι θα επανέρχεσαι ανά πάσα στιγμή στο κεκλιμένο επίπεδο της μνήμης, ωραίος, ως σύζυγος, ως πατέρας, ως παππούς, ως συγγενής, ως φίλος, ως γείτονας, ως Νιππιανός, ως Έλληνας, όπως υπήρξες. Το ήξερες, το ξέρεις, ότι θα είσαι μαζί μας, όταν με τον Μανούσο τον ξάδελφό μας και τον παπά-Μιχάλη θα φτιάχνουμε το στεφάνι τα’ Αγιού Πνευμάτου και θα κοιτάζουμε τις φωτιές στον Μπούμπουλο. 


Κι ότι θα ανταμώσουμε ξανά μαζί μια μέρα οι δυο μας, το ήξερες, το ξέρεις, ξάδελφε! Κι ότι θα τραγουδήσουμε αγκαλιά μαζί τα’ αγαπημένο μας τραγούδι, αγαπημένε μου, αυτό που λέγαμε στις βαφτίσεις των εγγονιών μας, κι αυτό το ήξερες, το ξέρεις!                                                                                                           
  Καμάρι πάνε τα ωζά, στολή πάνε οι γι’ αίγες
μα πλεια στολή ‘ναι οι γι’ εδικοί όντε συμπορπατούνε
περίτου να’ ναι αδερφοί γή να ‘ν’ πρωτοξαδέρφοι
γή να ‘ναι μπάρμπας κι ανιψιός…                                                                                                               

Χριστός Ανέστη, Άρχοντα! Πορεύου εν ειρήνη, Καπετάνιο! Καλή αντάμωση, ξάδελφε! 
Αιωνία σου η μνήμη!      


*Επικήδειος λόγος στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου Κατσιφαριανών Χανίων (1 Μαΐου  2016, ημέρα της Λαμπρής