Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μια στάση εκεί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μια στάση εκεί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΑΡΚΑΔΙ: "KAIEI H MNHMH AKAYTH BATOΣ"

«Ξέρουμε τη λέξη Αρκάδι, μα μόλις κατέχουμε τα γεγονότα, που στις άγνωστες και εξακριβωμένες λεπτομέρειές του είναι τα παρακάτω: Στο μοναστήρι του Αρκαδίου, που το ‘χτισε ο Ηράκλειος, δεκάξη χιλιάδες Τούρκοι πολεμάνε εκατόν πενήντα εφτά άντρες και τριακόσιες σαράντα τρεις γυναίκες και παιδιά. Το τουρκικό ασκέρι έχει είκοσι έξη κανόνια και δυο οβούζια. Οι Έλληνες κρατάνε μονάχα διακόσια σαράντα τουφέκια. Δυο μερόνυχτα βαστάει ο πόλεμος. Το μοναστήρι έγινε κόσκινο από διακόσιες μπόμπες. Ένα τειχί τινάχτηκε κι οι Τούρκοι χύνονται μέσα. Οι Έλληνες ξακολουθάνε τη μάχη. Εκατόν πενήντα ντουφέκια έχουν ανάψει, μα παλεύουν ακόμα έξη ώρες από κελί σε κελί και από σκαλί σε σκαλί. […] Έξω πέφτουνε στη μάχη οι πατεράδες κι οι άντρες. Μα να μη σκοτωθούνε και να ζήσουνε, θα ‘τανε η πιο τρανή κακοτυχία για τις γυναίκες και τα παιδιά, που θα συρθούνε σε δυο χαρέμια. Την πόρτα την πελεκάνε οι Τούρκοι με τσεκούρια. Τώρα θα τηνέ σκίσουνε και θα πέσει. Ο γέροντας παίρνει απ’ την Αγία Τράπεζα ένα κερί που καίει, απλώνει τη ματιά πάνω στο μπαρούτι και τους σώζει. Μια τρομερή επέμβαση, η έκρηξη, στυλώνει τους νικημένους, η αγωνία γίνεται θρίαμβος, κι αυτό το ηρωικό ταπεινό μοναστήρι, που πολέμησε σαν κάστρο, πεθαίνει σαν ηφαίστειο». Από την επιστολή διαμαρτυρίας του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα Βίκτωρος Ουγκώ προς τους ισχυρούς της γης (Χάουζ 17 του Φλεβάρη του 1867).

«Ήλθεν η ώρα η στερνή που μέλλει να καούσι/ κι ο Γούμενος σ’ την εκκλησιά λέει να συντακτούσι./ Το μοναστήρι στέκεται σ’ τη μέση τ’ αυλογήρου,/ και συμμαζώνετ’ ο λαός υπ’ έμπνευσιν Κυρίου./ Στέκει σ’ τη μέση ο Γαβριήλ τα μαύρα φορεμένος/ ξεσκούφωτος κ’ εις τον Χριστό ήτο προσηλωμένος./ Και συντηρά προς τον λαόν, αρχίζει με γλυκήτη,/ ω! πόσον αναπαύεται όποιος βαστά την πίστι./ “Αδέλφια η θρησκεία μας κι ο ιερός σκοπός μας/ πόσον μας δούδει δύναμιν σκοτίζει τον εχθρόν μας./ Προτείνει μας ο τύραννος ζητά μας να του πούμε/ κι αν έχουμε απόφασι ούλοι να σκοτωθούμε./ Γνωρίζετε τον όρκο μας και τον ζυγόν σ’ τον Τούρκον/ τώρα μας μένει ο θάνατος γή ποταγή σε τούτον”/ Ακούσατε απόκρισι την δούδουν οι στραθιώται/ δεν γινωμέστανε παπά, οι Κρητικοί προδόται». Από την “Κρητικοπούλα - ήτοι αγώνες και πάθη της Κρήτης του 1866” του Χατζή-Μιχάλη Γιάνναρη.

«Μουντό το δείλι απλώνει τα φτερά του/ κι απ’ το πρωί λυσσομανάει η μάχη,/ φωνές, οχλαλοή, πνοή θανάτου./ Ορθοί στα μετερίζια οι καστρομάχοι.// Και μες στο χαλασμό η φωνή του Ιμάμη,/ “Θα πατηθεί το Αρκάδι πριν νυχτώσει/ κι όποιος Ρωμηός δεν θέλει να πεθάνει/ ας προσκυνήσει, έτσι θα γλυτώσει”.// Ο Γούμενος φρενιάζει “Ποιος προστάζει/ μουρτάτες να γενούμε; Όσο και νάναι/ τ’ ασκέρι σας πολύ, δεν μας τρομάζει./ Το κάστρο Διγενήδες το κρατάνε!”/ Ξάφνου μια λάμψη! Πύρινη, φιδίσια/ μια φλόγα σκίζει τ’ αλαφρό σκοτάδι/ και του Γιαμπού η φωνή παλληκαρίσια/ “Να πώς πατιέται άπιστοι τ’ Αρκάδι”». Το ποίημα “Αρκάδι” του Ρεθεμνιώτη ποιητή Γιώργη Καλομενόπουλου. 

Σαν σήμερα πριν από 156 χρόνια το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου. Για το σημαντικότερο επεισόδιο της Κρητικής Επανάστασης του 1866 ο λόγος. «Καίει η μνήμη άκαυτη βάτος», για να χρησιμοποιήσω έναν στίχο του Οδυσσέα Ελύτη από το “Άξιον εστί”.


ΚΑΙ... ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ 
ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΙΚΑΡΟΥ -  ΤΗΣ... ΜΟΝΙΜΟΚΡΙΣΗΣ

 
 
Μιχαήλ και Γαβριήλ των Αρχαγγέλων σήμερα, χρόνια πολλά στους εορτάζοντες και εορτάζουσες λοιπόν! Χρόνια πολλά, όμως, και στην Πολεμική μας Αεροπορία που προστατεύει σαν άλλος Αρχάγγελος Μιχαήλ τους ελληνικούς ουρανούς και επίσης γιορτάζει σήμερα. Για τους πιλότους της Πολεμικής μας Αεροπορίας οι σημερινές μαντινάδες της Νεκταρίας Θεοδωρογλάκη: «Απόγονοι του Ίκαρου, με τόλμη και ανδρεία,/ περήφανοι σαν αετοί, γράφουνε ιστορία», μας λέει στην πρώτη. «Οι μάχιμοι πιλότοι μας, στον ουρανό πετούνε/ τη χώρα πάντα έτοιμοι να υπερασπιστούνε», μας λέει στη δεύτερη.
 

Το θέμα δεν είναι πόσο απαίσιο ήταν το 2022, ούτε ότι ήταν πιο απαίσιο από το 2021, αλλά ότι όλα μαύρα κι άραχνα φαίνονται στο βάθος του τούνελ που έχουμε μπει, όχι μόνο ως χώρα και σαν Ευρώπη αλλά ως παγκόσμια κοινότητα. “Permacrisis” η λέξη της χρονιάς, σύμφωνα με το αγγλικό λεξικό Collin, διαβάζω σε άρθρο της Έφης Φαλίδα στα «Νέα» (3.11.22), «μονιμοκρίση» η απόδοση της στα ελληνικά. Στραβός ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε;
 
Χανιώτικα νέα (Τρίτη, 8.11.22) 


 

 

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

Ο ΣΦΑΚΙΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΣ ΚΑΝΑΚΗΣ ΓΕΡΩΝΥΜΑΚΗΣ 

«Γεννήθηκα το 1926 και θυμάμαι καλά τον κόσμο όπως ήτανε και πριν τον πόλεμο. Έζησα τον πόλεμο, την Κατοχή, τον εμφύλιο πόλεμο, δύο δικτατορίες (αυτή του 1936 και αυτή του 1967). Έζησα την καλπάζουσα εξέλιξη του τεχνικού πολιτισμού, ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που επέδρασε στο οικονομικό και στο πολιτιστικό επίπεδο και σε όλες τις φάσεις της ζωής! Έζησα τις μεγάλες αλλαγές στην πολιτιστική μας ζωή (στα ήθη, στα έθιμα, στη γλώσσα, στο ντύσιμο κ.λπ.). Μπορώ εξ ιδίας αντιλήψεως να κρίνω και να συγκρίνω το πρόσφατο παρελθόν με το παρόν, που τόσες μεγάλες διαφορετικότητες υπάρχουνε μεταξύ τους». Η πρώτη παράγραφος απ’ τον πρόλογο που έκανε στο τελευταίο, στο εικοστό, του βιβλίο «Λαογραφική Ξενάγηση στην Κρήτη (έμμετρη και σκιτσογραφημένη) μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα» ο και καλά καλός μου φίλος, ξεχωριστός Σφακιανός λαογράφος Κανάκης Γερωνυμάκης, που έφυγε για τα επουράνια Σφακιά την προπαραμονή του Δεκαπενταύγουστου.

Ένας αιωνόβιος, βαθύριζος, πολύριζος, πολύκλωνος και βαθύσκιωτος κυπάρισσος, ο Κανάκης Γερωνυμάκης. Γέννημα, θρέμμα κι ανάστεμα της ενδοξότερης των κρητικών επαρχιών, όλα τα χρόνια της επίγειας παρουσίας του, αν εξαιρέσουμε αυτά της στρατιωτικής του θητείας, εκεί, στον Βουβά, τα έζησε. Ως ζευγάς, ως χτίστης, ως γραμματέας στην Κοινότητα Ασφένδου και στην Κοινότητα Αγίας Ρουμέλης, ως πρόεδρος του Γεωργικού Συνεταιρισμού Ασφένδου, προπάντων ως εργάτης – δραγάτης και δραγάτης – εργάτης στο ώριο περβόλι της σφακιανής λαϊκής παράδοσης. Σε ρόλο Μακρυγιάννη και Θεόφιλου ταυτόχρονα, όπως έχω ξαναγράψει. Κι αν του οφείλουμε τα μύρια όσα! Θαυμασμός για το πρόσωπο και έργο του!
Τον θυμάμαι πάντα Ωραίο, ως Σφακιανό, ως Κρητικό και ως Έλληνα και ως Άνθρωπο, όπως υπήρξε και θα εξακολουθήσει να υπάρχει στο πιο φωτεινό διαμέρισμα του μυαλού μου, τον Κανάκη Γερωνυμάκη. Να τραγουδούμε μαζί το ριζίτικο «Τ’ αγρίμι στέκει στο τζουγκρί», σ’ ένα γάμο στο Ασφένδου, (εκεί η γνωριμία μας) τη δεκαετία του 1980, τον θυμάμαι… Να ζω την αγωνία του στο σπίτι μου τη δεκαετία του 1990 για την έκδοση του βιβλίου του «Σφακιανή Λαογραφία» που εν τέλει έκανε τρεις εκδόσεις, τον θυμάμαι… Να μιλά για τον Δασκαλογιάννη στα παιδιά μιας τάξης του 5ου Δημ. Σχ. Χανίων, που ήμουν διευθυντής και να τρέχουν «κουτσουνάρι» τα δάκρυα απ’ τα μάτια του, τη δεκαετία του 2000, τον θυμάμαι… Να τραγουδεί στεντορεία τη φωνή στην Ανώπολη των Σφακιών, σε μια επέτειο για τον μαρτυρικό θάνατο του Μεγαλομάρτυρα της Κρητικής Ελευθερίας, το τραγούδι του Μπάρμπα Μπατζελιού, τη δεκαετία του 2010 τον θυμάμαι… Να σμίγουμε σε παρουσιάσεις βιβλίων, δικών του, δικών μου και άλλων, να τα λέμε τηλεφωνικά συχνά, να μου στέλνει και να του στέλνω χαιρετίσματα, μέσω του γιου του του Σταύρου, τον θυμάμαι…

«Οψαργας έδειχνεν η τηλεόραση κοκαλιάρικα κοπελάκια και λιμοπεινασμένο κόσμο στην Αφρική. Μα εδιάβασενε κι ο παπάς του χωριού, απού κατέει να διαβάζει και να εξηγά τσ’ εφημερίδες και έλεγέ μας πράματα, απού στένουνται τα μαλλιά τση κεφαλής τ’ ανθρώπου. Εκειά που τα θώρουνε στο κουτί κι εκειά απού τα γροίκουνε απού το στόμα του παπά. Επόνιε τζοι η καρδιά μου τσοι πεντακακομοίρηδες. Μα αλήθεια, εφαίνεντό μου πως αυτά απού εθώρουνε κι εγροίκουνε, εγινούντανε ένας καρφίχτης (καθρέφτης) απού δείχνει ίσια πίσω και δεν εθώρουνε τα αφρικάνικα χάλια, μόνο εθώρουνε τα δικά μας χάλια, αυτά που έζησα στα κοπελάτα μου. Εφαίνοντό μου πως η φοβερή πληγή απού είχαμενε ετοτεσιδά, εξανακαινουριέψενε κι εξαναρχινήξανε να τρέχει όμπυους και γαίματα. Κι εφαίνεντό μου ακόμης πως τω χίλιω διαόλων οι ναζίδες εξανάσανιε στο ν-τόπο μας κι εφωνιάζανε “Χάιλ Χίτλερ”». Ένα απ’ τα «νάκλια τση Κρήτης» του Κανάκη Γερωνυμάκη που βρίσκεται στο ομώνυμο βιβλίο του (Αθήνα 1993). Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου, ο Άγιος στη λαϊκή συνείδηση Ειρηναίος Γαλανάκης, είχε πει ότι όποιος αγαπά πολύ τον τόπο του αγαπά πολύ κι όλον τον κόσμο. Ο Κανάκης Γερωνυμάκης αγαπούσε πολύ τον τόπο του και γι’ αυτό αγαπούσε και πολύ τον κόσμο!

https://www.haniotika-nea.gr/o-sfakianos-kyparissos-kanakis-geronymakis/

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ 




«Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη/ κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα./ Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού/ Και τ’ άρωμα των γυακίνθων- Μα πού γύριζες// Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα/ Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο/ Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε/ Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του/ Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών/ Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας!». Απ’ τις πιο γνωστές και πιο αγαπημένες Αγίες της εκκλησίας μας, για να μην πω η πιο γνωστή και πιο αγαπημένη του λαού μας, η Αγία Μαρίνα που γιορτάζει μεθαύριο. Και σίγουρα το πιο αγαπημένο γυναικείο όνομα της νεοελληνικής ποίησης. “Διάσημο” το έκανε με το ποίημα του “Η Μαρίνα των Βράχων” ο Οδυσσέας Ελύτης.

Χρόνια πολλά και καλά στις Μαρίνες και στους Μαρίνους που γιορτάζουν, λοιπόν. Χρόνια πολλά και καλά και στους κατοίκους του Κολυμπαρίου, της Αγίας Μαρίνας και όλων των άλλων χωριών της περιφερειακής μας ενότητας που την έχουν προστάτιδα. Και βέβαια στους κατοίκους του Νεροχωριού Αποκορώνου, του χωριού του Παππού, του μακαριστού μητροπολίτη Κισσάμου και Σελίνου Ειρηναίου Γαλανάκη, αυτό δα έλειπε να το ξεχάσω. (φωτ.) Εκεί τον πρωτοείδα ευλογούντα και αγιάζοντα, στην πρώτη του λειτουργία ως επίσκοπος στο χωριό του. Ήμουν 10 χρόνων, είχα τελειώσει την Τετάρτη τάξη, θυμούμαι, κι είχαμε πάει με τη μάνα μου με τα πόδια, οχτώ περίπου χιλιόμετρα δρόμος, στο πανηγύρι της…

«Να δέσουν οι καρποί των βάτων,/ και μην ξεχνάς, ποτέ,/ στη χάση φεγγαριού να βγαίνεις συ στο πόδι του/ και να φωτίζεις τη βραδιά, Μαρίνα!». Και οι στίχοι του άγνωστου στους πολλούς, σπουδαίου ωστόσο, ποιητή Ιάσονα Ευαγγέλου, από την τρίτη ποιητική σειρά του “Ψηφιδωτού” του, στον νου μου. Για τη λίαν αγαπημένη μου φίλη, και ξεχωριστή γιατρό, διευθύντρια της Μικροβιολογικής Κλινικής του νοσοκομείου Χανίων Μαρίνα Φανουράκη - Παπαδάκη, που έφυγε πολύ νωρίς για τη Χώρα των Μακάρων, σαν να τους έγραψε.

Στον Νίππο, το χωριό μου, θεού θέλοντος μεθαύριο, την ημέρα της Χάρης της. Λίαν πρωί, στο εκκλησάκι της που βρίσκεται στην καρδιά ενός δαφνοδάσους, μεταξύ Νίππου, Φρε και Τζιτζιφέ. Για να ψάλλουμε μαζί με τα γύρω πετούμενα το απολυτίκιό της. «Ανδρείαν και φρόνησιν, συ κεκτημένη σεμνή, ανδρείως κατεπάτησας, όφιν αρχέκακον, Μαρίνα πανεύφημε...»



Και… στα πεταχτά 

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΓΙΑ ΑΝΤΟΧΗ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ - ΤΖΑΚΙ ΜΟΥ, ΤΖΑΚΑΚΙ ΜΟΥ... ΤΩΝ ΟΙΚΙΩΝ ΥΜΩΝ ΕΜΠΙΜΠΡΑΜΕΝΩΝ... ΤΟ "ΘΕΡΙΝΟ" ΤΗΣΛΕΝΑΣ ΠΑΠΑ 


Ισχυρές οι συστάσεις, εν μέσω αύξησης των κρουσμάτων της πανδημίας για χρήση της μάσκας, κυρίως όταν υπάρχει συγχρωτισμός. «Οι ειδικοί μας συνιστούν για να προστατευτούμε/ σε πάρκα πολυσύχναστα τη μάσκα να φορούμε», μας λέει στην πρώτη σημερινή της μαντινάδα και η Νεκταρία Θεοδωρογλάκη. Για να το… τερματίσει στη δεύτερη. «Ο κορωνιός στον καύσωνα αντέχει για φαντάσου/ γι’ αυτό τη μάσκα βάζε την να έχεις την υγειά σου», γράφει. Προδιαγεγραμμένο το… έβδομο κύμα λένε οι επιδημιολόγοι.



Τζάκι μου, τζακάκι μου και τζακομαγκαλάκι μου… Των φρονίμων τα παιδιά έχουν έτοιμη την παροιμία για να την επικαιροποιήσει, αν “χρειαστεί” η όποια επερχόμενη πραγματικότητα. Ορατός ο κίνδυνος διακοπής της ροής φυσικού αερίου, λέει. Για να δούμε τι θα δούμε και πώς θα το δούμε, αν θα το δούμε…



«Των οικιών ημών εμπιμπραμένων υμείς άδετε!»... Και ο αρχαίος αυτός σαρκαστικός λόγος που σημαίνει «ενώ τα σπίτια σας έχουν πιάσει φωτιά και καίγονται, εσείς τραγουδάτε», σε μια άκρη του μυαλού μου. Για τα σαλιγκάρια που ενώ τα έχουν στη φωτιά και καίγεται το καύκαλο τους υποστηρίζουν ότι λέχθηκε. Κι αν ισχύει, ωστόσο, αυτό στις ανθρώπινες κοινωνίες!


«Μες στο πυρετικό πράσινο/ στο ντάλα του Ιουλίου/ τα τζιτζίκια παράφρονες βιολιστές/ σείουν τα δέντρα/ κι ένα λιπόθυμο αεράκι σέρνεται εκεί κάτω/ στα βαθιά της, θάλασσας πνιγμένα». Από το ποίημα “θερινό” της Λένας Παπά...


Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 15. 7.2022) 




Τ