Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιορτή Μητέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιορτή Μητέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Μαΐου 2021

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΜΑΝΑ, ΜΗΤΕΡΑ, ΜΑΜΑ

Και το εμβληματικό, το θρυλικό κατά πολλούς, θεατρικό έργο της Μεταπολίτευσης “Μάνα, μητέρα, μαμά”, που ευτύχησα να το δω στην Αθήνα πριν από 31 χρόνια, τέτοιες μέρες, με τον συγγραφέα του, τον Γιώργο Διαλεγμένο στον ρόλο του Σωτηράκη, στο νου μου, ενώ πήγαινα τις προάλλες, το Σάββατο 8 Μαΐου, παραμονή της Παγκόσμιας Ημέρας της Μητέρας ν’ ανάψω το καντήλι της μάνας μου. Μαζί, βέβαια, και μ’ ένα πλήθος αναμνήσεις. Μάνα, μητέρα, μαμά.. Μάνα μα και μανούλα, μητέρα μα και μητερούλα, μαμά μα και μαμουλίνα… Μαμουλίνα! Έτσι έλεγα τη μάνα μου τα τέσσερα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής της, που ήταν κατάκοιτη στο κρεβάτι, κι άστραφταν τα μάτια της. «Μάνα δε βρίσκεται λέξη καμμία,/ να ‘χει στον ήχο της τόση αρμονία», έχει “αποφανθεί” ο Γεράσιμος Μαρκοράς σ’ ένα ποίημά του, που το θυμάμαι απ’ το Δημοτικό. Ενίσταμαι! Ωχριά… η αρμονία της λέξης “μάνα”, μπροστά σ’ αυτήν της λέξης “μαμουλίνα”, για μένα!

Ήμουν λέει, σ’ ένα μεγάλο, σ’ ένα τεράστιο γήπεδο ποδοσφαίρου. Δεν θυμάμαι αν ήταν κι άλλοι, ούτε αν υπήρχε κόσμος στις κερκίδες, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι έκανα προπόνηση στις κεφαλιές. Έτρεχα γύρω από το κέντρο του γηπέδου και κάποια στιγμή τιναζόμουν σαν ελατήριο και κουνούσα το κεφάλι μου, σαν να έδινα κεφάλια σε μια αόρατη μπάλα… Το όνειρο που είδα την παραμονή του δεύτερου συναπαντήματός της και το είχα γράψει, ένα χρόνο αργότερα “στα πεταχτά”. Κι αυτό στο νου μου πηγαίνοντας για το Κοιμητήρι του Άη – Θανάση. Μαζί με χίλιες μύριες θύμησες γι’ αυτήν. Όπως τότε, που στα σαράντα πέντε μου χρόνια τής ζήτησα να μου μάθει να βρίσκω ραδίκιο. Πάμε στα Ξετρύπια, εκειά ζαράρει μου ‘πε… Όπως τότε που γυρίζαμε οι δυο μας από μια εκδήλωση, στην οποία ήμουν ένας από τους κεντρικούς ομιλητές (την τελευταία που πήγαμε μαζί) και μου ‘πε «ωραία τα συνθέσανε και οι άλλοι»…

«Μια φορά κι έναν καιρό ένα παιδί ήταν έτοιμο να γεννηθεί. Την προηγούμενη ημέρα ρώτησε τον Θεό: “Μου λένε ότι θα με στείλεις αύριο στη γη. Φοβάμαι. Πώς θα μπορέσω να ζήσω εκεί; Είμαι μικρός και αβοήθητος”. Και ο Θεός του απάντησε: “Μην ανησυχείς. Έχω φροντίσει για σένα. Μεταξύ πολλών Αγγέλων διάλεξα έναν και για σένα. Θα σε περιμένει στη γη και θα σε φροντίζει” […] Τη συγκεκριμένη στιγμή επικρατούσε απόλυτη γαλήνη στον παράδεισο και οι μακρινές φωνές από τη γη είχαν ήδη ακουστεί. Το παιδί βιαστικά ρώτησε: “Θεέ μου αν πρέπει να φύγω τώρα πες μου το όνομα του Αγγέλου μου”. Και ο Θεός απάντησε: Τον άγγελό σου θα τον αναγνωρίσεις εύκολα. Άλλωστε θα είναι ο πρώτος που θα αντικρίσεις, φτάνοντας στη γη. Το όνομα του Αγγέλου σου δεν είναι και τόσο σημαντικό… θα την φωνάζεις απλά “μαμά”» Μια ιστορία (“Η αγωνία ενός μικρού αγγέλου”, ο τίτλος της), που κυκλοφορεί ευρύτατα στο Διαδίκτυο.

ΚΟΡΟΝΟΪΚΑ... ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ



«Χριστός ανέστη, αδελφοί, κι όλοι εχθροί και φίλοι/ προσευχηθείτε ο Θεός το φάρμακο να στείλει./ Του Κοβητά του Σατανά, ανθρώπους που σκλαβώνει/ και στον δικό του Γολγοθά, σαν τον Χριστό σταυρώνει», Η πρώτη μεταπασχαλινή συνεργασία του φίλου ιερωμένου στη στήλη. Επιφυλακτικότητας το ανάγνωσμα. Ουδέν άλλο σχόλιο επί του περιεχομένου. Αληθώς ανέστη, πάτερ!

«- Άγιε μου Γιώργη, βοήθα με! – Μα σειε, κι εσύ, τα πόδια σου!» Ξεκάθαρος ο Άη Γιώργης στην απάντησή του, που έρχεται να επιβεβαιώσει την αρχαία παροιμία “Συν Αθηνά και χώρα κίνει».

Γιατί… παροιμιών το ανάγνωσμα, παραπάνω; Πράγμα που φαίνεται, κολαούζο δε θέλει! Να το πω αλλιώς. Λαγός τη φτέρη έτριβε, κακό της κεφαλής του. Και της κεφαλής του διπλανού του, που δεν του ‘φταιγε σε τίποτα! Περί ευθύνης ο λόγος, βεβαίως, βεβαίως…

Η ανευθυνότης, της ανευθυνότητος, τη ανευθυνότητι, την ανευθυνότητα, ω ανευθυνότης! Μόνο στον ενικό αριθμό η λέξη!

«Από χειραψίες που σε κολλάνε./ Από κλειστούς χώρους που όλοι βήχουν./ Να φεύγεις!/ Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, αγκαλιές, που σου μεταφέρουν τον ιό./ Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για τον δρόμο./ Να τρέχεις μακριά από αρρώστους κι ας έχει έξω και χαλάζι./ Να μάθεις να μην αγκαλιάζεις, όταν λες αντίο, και τότε ίσως να μην κολλήσεις». Έτσι σύμφωνα με τον ιστότοπο (http:\\provocateur.gr) θα έγραφε το ποίημα “Να μάθεις να φεύγεις” ο Μενέλαος Λουντέμης.


Χανιώτικα νέα ( Τρίτη, 11.5.2021) 

https://www.haniotika-nea.gr/mana-mitera-mama/

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

ΠΟΙΗΣΗ


ΜΑΝΑ

Μάνα.
Όνομα ουσιαστικό. 
Γένους θηλυκού.
Αριθμού ενικού.
Πτώσεως κλητικής. 

Ρήμα του ρήματος αγαπώ.
Φωνής ενεργητικής.
Εγκλίσεως οριστικής.
Χρόνου ενεστώτα.

Μάνα.
Άρθρο.
Προσωπικής αντωνυμίας. 
Παθητικής μετοχής.
Διγενούς μονοκατάληκτου επιθέτου.

Μάνα.
Επίρρημα χρονικό.
Σύνδεσμος συμπλεκτικός.
Πρόθεση που φανερώνει τρόπο. 
Επιφώνημα για όλες τις χρήσεις.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ
("Όπως το ψωμί", Εκδ. "Πυξίδα της Πόλης", Χανιά 2018) 





Σάββατο 9 Μαΐου 2020

ΠΑΙΔΟΤΟΠΟΣ


E1 ΤΑΞΗ 2ου ΔΗΜ. ΣΧ. ΧΑΝΙΩΝ
ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ













Καλοί μου φίλοι, καλό Σαββατοκύριακο
Έξι ποιήματα και έξι ζωγραφιές για την πιο γλυκιά λέξη του κόσμου, στον σημερινό Παιδότοπο με αφορμή την αυριανή γιορτή της, 2η Κυριακή του Μάη.
Ενα ποίημα της Ευδοκίας Σκορδαλά – Κακατσάκη και πέντε ποιήματα μιας άλλης εποχής, του Στέλιου Σπεράντσα, του Γεωργίου Βιζυηνού, του Γεωργίου Αθάνα, του Ζαχαρία Παπαντωνίου και του Χάρη Σακελλαρίου, από παλιά αναγνωστικά του Δημοτικού διανθισμένα με τέσσερις ζωγραφιές σημερινών παιδιών της Ε1 τάξης του 2ου Δημ. Σχ. συγκεκριμένα. Πολλά, κατάπολλα τα ευχαριστώ μου στη γνωστή μας και από άλλες εργασίες των μαθητών της δασκάλα της τάξης Ελένη Ιορδανίδου για τη συνεργασία, κάτω απ’ τις γνωστές δύσκολες καταστάσεις. Να χαίρεστε τις μανούλες σας και να σας χαίρονται, καλά μου Πεμπτάκια του 2ου Δημ. Σχ. της Πόλης μας! Ολα τα παιδιά να χαίρεστε τις μαμάδες σας!

Σας χαιρετώ με αγάπη όλους!
Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης, δάσκαλος




Απορία



Παίρνω φως απ’ τη ματιά σου

και χαρά απ’ την καρδιά σου 

κι άστρο γίνομαι λαμπρό.

ήλιος και φεγγοβολώ!




Ήλιος μοιάζω και αστέρι

στων ματιών σου τον καθρέφτη

κι ανθισμένη πασχαλιά 

στη δική σου αγκαλιά!




Μες τα χάδια σου κοιμάμαι

και ξυπνώ μες τα φιλιά σου

κι απορώ, μαμά, πού βρίσκει

τόση αγάπη η καρδιά σου!



Ευδοκία Σκορδαλά –Κακατσάκη

(Από την ποιητική συλλογή «…και στη μέση η χαρά», που βραβεύτηκε από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά»)



Η γιορτή της μάνας
Μανούλα, όλα τα λουλούδια
στό άγνό μας περιβόλι
σήμερα κάνουν σκόλη,
πού σκόλη έχεις καΐ σύ.

Κι εγώ πήγα στά πιό άμορφα,
τά σύναξα ένα ενα
και τά ‘φερα γιά σένα,
μανούλα μου χρυσή.

Πάρ’ τα. Στο κάθε φύλλο τους
φιλάκια σάν βροχούλα:
Κάθε φιλί κι εύχούλα
μέ λόγια μυστικά.

Κι αν θές, μανούλα, αγνότερο
λουλούδι στη γιορτή σου,
νά, πάρε τό παιδί σου
και φίλα το γλυκά.
Στέλιος Σπεράντζας

Πώς να πειράξω τη μητέρα

Πώς νά πειράξω τή μητέρα,
να κάνω νά μου λυπηθεί
πού όλη νύχτα κι ολη μέρα
για τό καλό μου προσπαθεί;

Πώς ν’ αρνηθώ ή ν’ αναβάλω
ό,τι ορίζει κι απαιτεί,
αφού στή γή δεν έχω άλλο
κανένα φίλο σάν αυτή;

Αύτη στά στήθη τά γλυκά της
μέ είχε βρέφος απαλό,
μ’ έκάθιζε στά γόνατα της
καΐ μ’ έμαθε νά ομιλώ.

Αυτή μέ τρέφει και μέ ένδύνει
ολο τον χρόνον πού γυρνά
Και δίπλα στη μικρή μου κλίνη,
σάν αρρωστήσω, ξάγρυπνα.

Αυτή, σάν πέσω και χτυπήσω,
φιλα νά γιάνει την πληγή,
αύτη τί πρέπει εγώ νά αφήσω
και τί νά κάμω μ’ οδηγεί.

Πώς τό λοιπόν τέτοια μητέρα
νά κάμω νά μοϋ λυπηθή
πού ολη νύχτα κι όλη μέρα
γιά τό καλό μου προσπαθεί;

Γ. Βιζυηνός





Μητέρα
Οταν ή πρώτη σου φωνή το στόμα σου άνοιξει
τό βρεφικό τό κλάμα σου ποιος έρχεται νά πνίξη
μέ πρώτο πρώτο φίλημα, μέ πρώτη καλημέρα;
Ποιος άλλος; ή Μητέρα!

Και όταν άρρωστη, χλωμή ή κεφαλή σου γέρνή
ποιος βάλσαμο στον ύπνο σου μέ τά φιλιά της φέρνει;
Ποιος σέ κοιμίζει μέ φωνή αγγέλου γλυκύτερα:
Ποιος άλλος; ή Μητέρα!

Κι όταν αθώα παιδική χαρά σέ χαιρετάει
ποιος τη χαρά σου δέχεται και ποιος χαμογελάει
σιμά, σιμά σου πάντοτε και νύχτα και ήμερα;
Ποιος άλλος; ή Μητέρα!
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Υμνος στη μητέρα

Για σέ τό πρώτο κλάψιμο,
για σέ τό πρώτο γέλιο –
εσύ ’σαι το θεμέλιο,
πού χτίζεται ή ζωή.

Για σέ τό πρώτο φίλημα,
για σένα ή πρώτη κρίση –
έσύ ‘σαι ή θεία βρύση,
πού λούζεται ή ψυχή.

Για σέ το πρώτο φίλημα,
για σέ τό πρώτο χάδι –
έσύ ’σαι τ’ άγιο υφάδι,
πού υφαίνεται ή ζωη.

Για σέ τό πρώτο βάδισμα,
γιά σένα ή πρώτη αγκάλη —
εσύ ’σαι ό ήλιος πάλι,
πού λάμπει στην ψυχή.

Γιά σέ τό πρώτο τάξιμο,
γιά σέ τό πρώτο δώσμα,
έσύ ’σαι τ’ άγιο κλώσμα,
πού κλώθεται ή ζωή.
Γιώργος Αθάνας

Η μάνα
Σαν τή μάνα δεν είν’ άλλο
μες στον κόσμο πιο μεγάλο,
πιό ‘μορφο και πιο γλυκό.
Κι άπ’ τό πιο ακριβό πετράδι
πιο ακριβό είν’ ένας της χάδι,
θερμό χάδι, αγγελικό.

Στη χαρά μα και στη λύπη
πότε από κοντά μας λείπει;
Πότε αύτη μας λησμονά;
Άπ’ την κούνια κι ώς την κλίνη
τή στερνή μας, μόνο εκείνη
πάντοτε για μας πονα.

Κι αν σκληρά μας λησμονήσουν
και μονάχους μας αφήσουν
δλοι, φίλοι και γνωστοί,
βράχος δίπλα μας θα μένει
ή μανούλα ή αγαπημένη,
ή μανούλα, μόνο αύτη.

Κι όταν φύγουμε μακριά της,
μας ακολουθεί ή καρδιά της
ή θερμή της, άγια ευχή.
Μας θερμαίνει, μας σκεπάζει
σά φτερούγα άπ’ τό χαλάζι
της ζωής και τή βροχή.

Και γι’ αυτό, όπου κι αν γυρίσει
παντού «Μάνα» θά γροικήσεις
κάθε στόμα να λαλεί..
«Μάνα» τό παιδί φωνάζει,
«Μάνα!» ό γέρος και στενάζει
και μέ πόνο τήν καλεί…
Χάρης Σακελλαρίου

http://www.haniotika-nea.gr/zografizontas-poiimata-gia-ti-mitera/

Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ


"ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ"



«1. Τη μορφή της δεν τη θυμάμαι πια πώς ήταν πριν οι πόνοι της αρχίσουν. Αποκαμωμένη, ανασήκωνε τα μαύρα τα μαλλιά της απ’ το ξεσαρκωμένο μέτωπό της – το βλέπω ακόμα κείνο το χέρι να σαλεύει./ 2. Χειμώνες είκοσι τη φοβερίσαν, τα βάσανά της δεν είχαν σωσμό, κι ο θάνατος ντρεπόταν σαν τη ζύγωσε. Και τότε πέθανε, και το κορμί της ήτανε σαν παιδιού κορμί./ 3. Στο δάσος είχε μεγαλώσει./ 4. Πέθανε ανάμεσα σε πρόσωπα που ‘χαν τραχύνει βλέποντάς την τόσο καιρό να ξεψυχάει. Τη συγχωρέσαμε που έτσι βασανίστηκε, μα κείνη είχε χαθεί ανάμεσα στα πρόσωπά μας, προτού να σβήσει ολότελα./ 5. Τόσοι και τόσοι μας αφήνουνε, χωρίς να τους κρατήσουμε./ Εχουμε πει το καθετί, τίποτα πια δεν έχει απομείνει ανάμεσα σε μας κι εκείνους, σκληραίνουνε τα πρόσωπά μας σαν χωρίζουμε./ Κι όμως, το πιο σπουδαίο δεν το είπαμε, τόσο αναμασούσαμε τ’ ασήμαντα./ 6. Ω, γιατί τα πιο σπουδαία να μην τα πούμε, ήτανε τόσο εύκολο, και τώρα θα κολαστούμε για τη σιωπή μας. Εύκολες ήταν λέξεις, σφίγγονταν πίσω από τα δόντια μας. Καθώς γελούσαμε έπεσαν, και τώρα το λαιμό μας πνίγουν./ 7. Το δείλι, χτες, πρωτομαγιά, επέθανε η μητέρα μου! Και δε μπορώ, από τη γη να τηνε ξεριζώσω με τα νύχια μου!» “Το τραγούδι για τη μητέρα μου” του Μπέρτολτ Μπρεχτ (μετάφραση Μάριου Πλωρίτη).

«Οπως μέσα στους κόκκους της άμμου ξεχωρίζει ένας κόκκος χρυσάφι έτσι μέσα στις άπειρες λέξεις ξεχωρίζει μια λέξη, η λέξη μάνα». Ετσι άρχιζε ένα από τα κεφάλαια ενός παλιού αναγνωστικού της Γ’ Δημοτικού. Ορθογραφία μας το είχε βάλει η δασκάλα -με ανεξίτηλα γράμματα χαράχτηκε στο μυαλό μου και το ανακαλώ σήμερα, με αφορμή τη μεθαυριανή Παγκόσμια Γιορτή της Μητέρας, δεύτερη Κυριακή του Μάη γαρ. Μάνα, μητέρα, μαμά… μαμουλίνα για μένα, τα τελευταία χρόνια τη επίγειας παρουσίας της.

«Όπως έλεγε η μάνα μου./ Οπως έκανε η μάνα μου./ Όπως δούλευε η μάνα μου./ Οπως έδινε δέκα για να πάρει ένα,/ αν το έπαιρνε κι αυτό, η μάνα μου./ Οπως διηγιόταν παλιές ιστορίες η μάνα μου./ Οπως είχε την πόρτα ανοιχτή/ στους διακονιάρηδες η μάνα μου./ Οπως κάρφωνε τα νύχια της στα χέρια της/ για να μην κλάψει η μάνα μου…// Σε παρατατικό χρόνο η ζωή της μάνας μου./ Σε παρατατικό που δηλώνει ενεστώτα!» Το ποίημά μου “Ενεστώτας” (“Οταν γίνεις ποίημα”,

ΚΟΡΩΝΟΙΚΑ … ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ


«Ο καθένας από τον κορωνοϊό διαμορφώνει ένα αφήγημα που θα μεταφέρει στα παιδιά του και θα καταγράψει στις σημειώσεις του, ώστε να βοηθηθούν οι μελλοντικές γενιές. Ενδεικτικό: 1. Ηταν ένας καταστροφικός, εξαιρετικά μεταδοτικός ιός, απειλητικός για την ανθρωπότητα, που οδήγησε σε μαζικούς θανάτους. 2. Ηταν απάτη του συστήματος για να χειραγωγήσει τις μάζες, να περιστείλει τις ατομικές ελευθερίες και να εισαγάγει τον κόσμο στη Νέα τάξη πραγμάτων. 3. Ηταν ιός εργαστηρίου, που την διοχέτευσαν για τον έλεγχο των ανθρώπων, ενώ βεβαίως οι ισχυροί είχαν ήδη το εμβόλιο και δεν διέτρεχαν κίνδυνο. 4. Ηταν πειρασμός του πονηρού και εκδήλωση ελεύσεως του Αντιχρίστου, με στόχο τη διάλευση της πίστης των Χριστιανών και την απαξίωση της θείας ευχαριστίας. 5. Ηταν προκατασκευασμένο κραχ του διεθνούς οικονομικού συστήματος. 6. Ηταν ένας συνηθισμένος ιός κοινού κρυολογήματος με θνητότητα όχι μεγαλύτερη της εποχιακής γρίπης». Τα που έγραψε λίγες μέρες πριν από την επιστροφή στην ας την πούμε κανονικότητα ο και συγγενής μου (έχει παντρευτεί την ανιψιά μου, Δέσποινα Αντ. Κακατσάκη, ψυχίατρο) γιατρός – θωρακοχειρουργός στον “Ευαγγελισμό” Χαράλαμπος Ζήσης στη σελίδα του στο Βιβλίο των Προσώπων (Φέισμπουκ). Για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Εχω ακούσει όλα τα παραπάνω σε διάφορες παραλλαγές από σοβαρούς εξωτερικά θεωρούμενους ανθρώπους και μάλιστα υγειονομικούς που επιτελούν με ευσυνειδησία το έργο τους. Φυσικά η πρόσληψη της πραγματικότητας για τον καθένα είναι εξατομικευμένη. Αυτό που λέμε κοινός νους είναι το πολυτιμότερο και συνάμα το πιο δυσεύρετο. Ευτυχώς οι ιθύνοντες της παρούσης συγκυρίας φάνηκε ότι τον διέθεταν. Ελπίζω και εύχομαι να παραμείνουμε επί τω αυτώ. Καλή επάνοδο». Τα είπε όλα ο γιατρός. Ούτε κόμμα, ούτε κεραία, έχω να προσθέσω ή να αφαιρέσω στο κείμενό του.

Δυο μαντινάδες από τον κορυφαίο για μένα εκ των σημερινών διαλεκτοφώνων ποιητών μας, Κωστή Λαγουδιανάκη. Προ καραντίνας έλεγε: «Δε μου βολεί να πιω νερό, δε μου βολεί να φάω,/ γιατί στον μύλο του σεβντά, έχω στραθιά να πάω». Τον καιρό της καραντίνας έλεγε: «Στση καραντίνας τον καιρό δεν έχω πού να πάω,/ ταβέρνες είναι σφαλιστές… λαδόψωμο θα φάω». Καλή στραθιά, φίλε!
Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 8.5.2020)

Κυριακή 12 Μαΐου 2019

ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΝΑ



Μάνα.
 Όνομα ουσιαστικό.
Γένους θηλυκού.
Αριθμού ενικού.
Πτώσεως κλητικής.

Μάνα.
Ρήμα του ρήματος αγαπώ.
Φωνής ενεργητικής.
 Εγκλίσεως οριστικής.
Χρόνου ενεστώτα.

Μάνα.
Άρθρο.
Προσωπικής αντωνυμίας.
Παθητικής μετοχής.
Διγενούς μονοκατάληκτου επιθέτου.

Μάνα.
Επίρρημα χρονικό.
Σύνδεσμος συμπλεκτικός.
Πρόθεση που φανερώνει τρόπο.
Επιφώνημα για όλες τις χρήσεις.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ
("Ὀπως το ψωμί", εκδ. "Πυξἰδα της Πόλης", Χανιά 2018)

Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΜΙΑ ΠΟΛΥΚΑΡΠΗ ΚΑΙ ΚΑΛΙΚΑΡΠΗ ΕΛΙΑ 

Η γιορτή της Μητέρας μεθαύριο, δεύτερη Κυριακή του Μάη, και ο νους μου στη μάνα μου, “μαμουλίνα” την έλεγα στα τέσσερα τελευταία χρόνια της επίγειας παρουσίας της. Ωσεί παρούσα στη ζωή μου, πάντα, “ενόσω ζω, αναπνέω και σωφρονώ”, για να χρησιμοποιήσω μια αγαπημένη μου “Παπαδιαμάντεια” φράση, κι ας βρίσκεται εδώ και 8 χρόνια, 4 μήνες και 6 μέρες, στο άλλο ημισφαίριο της ζωής, όπου την υποδέχθηκε ο πατέρας μου, τα δυο νήπια αδελφάκια μου, οι γονέοι της και οι δυο απ’ τους εφτά αδελφούς της. Πώς και πώς με περίμενε αυτήν τη μέρα!
«Μια αει-θάλλουσα, πολύκαρπη και καλλίκαρπη αιωνόβια ελιά η μάνα μας και η γιαγιά μας! Μια ελιά που άντεξε “μ’ όλους τους καιρούς, μ’ όλους τους ανέμους”. Μια ελιά που είχε απλώσει τις ρίζες της στη σάρκα της λαϊκής μας παράδοσης κι είχε γίνει ένα μαζί της. Μια ελιά στον ίσκιο της οποίας πάντα θα βρίσκουμε καταφύγιο. Προπάντων τώρα που έφυγε από κοντά μας, στον πατέρα μας και παππού μας στη Χώρα των Μακάρων. Οπως βρίσκαμε ακόμα και τα τελευταία χρόνια, όταν τα πόδια της είχαν πάψει πια να την υπακούνε και τα πάντα ακούραστα χέρια της, τα αγιασμένα χέρια, δεν μπορούσαν να κάμουν ούτε τ’ απαραίτητα». Απ’ τα που είπα, αποχαιρετώντάς την (ήταν παραγγελιά της) στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στο Νίππος.
«Οπως έλεγε η μάνα μου./ Οπως έκανε η μάνα μου./ Οπως δούλευε η μάνα μου./ Οπως έδινε δέκα για να πάρει ένα/ αν το έπαιρνε κι αυτό η μάνα μου./ Οπως διηγιόταν παλιές ιστορίες η μάνα μου./ Οπως είχε την πόρτα ανοιχτή/ στους διακονιάρηδες η μάνα μου./Οπως κάρφωνε τα νύχια στα χέρια της για να μην κλάψει η μάνα μου./ Σε παρατατικό χρόνο η ζωή της μάνας μου. Σε παρατατικό που δηλώνει ενεστώτα». Το ποίημά μου “Ενεστώτας” (ποιητ. Συλλογή “Οταν γίνεις ποίημα”, Χανιά 2013).
ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΑΝΙΩΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥΣ

«Στο πέρασμά σου/ σιγανή φωνή χελιδονιού/ κι άρωμα γιασεμιού./ Μια σφαίρα μαγική σε περιβάλει./ Οταν σε πλησιάζαμε/ όλα γίνονταν εύκολα/ κι ωραία./ Εσύ αεικίνητη τα προλαβαίνεις όλα./ Για όλα είχες προβλέψει/ τίποτα να μη λείψει/ από την ψυχή μας./ Αγρυπνη στέκεσαι δίπλα μας/ τόσες ώρες, τόσες μέρες εφημερίας/ τόσες μέρες αγώνα/ για να είμαστε εμείς καλά./ Τώρα ησύχασε, κοιμήσου, Μάνα!/ Τα βράδια η μνήμη σου έρχεται/ και μας αφήνει λίγη άνοιξη/ μια μικρή ευωδία στο μαξιλάρι,/ κοιμήσου Μάνα!/ είμαστε καλά δε μας έχασες, κοιμήσου!» Το ποίημα “Μάνα” του Γρηγόρη Γεωργουδάκη.
«Το σπίτι καθαρό και περιποιημένο/ Τα έπιπλα στη θέση τους/ Το φωτάκι στο διάδρομο αναμμένο/ να βλέπεις όταν σηκώνεσαι το βράδυ/ Τίποτα δεν έχει αλλάξει θέση/ Ολα είναι όπως τα θυμάσαι/ Δεν ξέρω πότε θα τελειώσει/ Αυτή η εκδρομή/ Για ν’ ακούσω πάλι/ Την ανήσυχη αναπνοή σου/ Τον ψίθυρο των ονείρων σου/ Τη γνώριμη φωνή σου/ Να μιλάει στο/ Αδειο σπίτι»./ Το ποίημα “Εκδρομή (Στη μνήμη της μητέρας μου)” του Λεωνίδα Κακάρογλου.
«Χάραμα βγήκες έξω απ’ την πόρτα,/ που σου άνοιξε ο ήλιος της ανάγκης/ και κάθισες στην ασβεστωμένη πέτρα σου./ Χάιδεψες με τα μάτια τις πολύχρωμες ζωγραφιές σου./ Το σκυλάκι, ο κατιφές, το γλυκό ματάκι,/ το κατημέρι, η γαρυφαλιά, το ωραίο φύλλο./ Αγκάλιασες με τα δάχτυλα/ τα ακριβά σου αρώματα./ Ο βασιλικός, η μαντζουράνα, η μπαρμπαρούσα/ η μέντα, ο δυόσμος, το δεντρολίβανο…/ Κι ύστερα κοίταξες/ τη φωτογραφία της μικρής κορνίζας,/ που τράβηξες απ’ το στήθος σου/ κι η ματιά σου χάθηκε ιχνηλάτης/ στον μακρινό ορίζοντα./ Εγώ, όμως μάνα,/ θυμούμαι τα δικά σου χέρια/ να μυρίζουν ψωμί, γάλα και χώμα/ και το βλέμμα σου αθάνατο νερό/ να με λούζει σε κάθε μου περπάτημα». Το ποίημα “Ιερό πορτραίτο” του Μανόλη Λεφάκη.
«Μια πεθυμιά ‘χω, Μάνα μου, και θέλω να μ’ ακούσεις,/ να έρθεις εις τον ύπνο μου μια νύχτα στ’ όνειρό μου/ έχω ανάγκη να σε δω, καημό να σε ακούσω/ γιατί ‘ναι χρόνια, Μάνα μου, σ’ όνειρο δε σε βλέπω./ Κι αν ‘χεις ‘να παράπονο να μου το πεις να ξέρω/ να προσπαθήσω κ’ αν μπορώ να σου το εξαλείψω,/ γιατί ‘ναι ανάγκη, Μάνα μου, ο γιος σου να σε βλέπει/ έστω και σ’ ένα όνειρο, περαστικό, φευγάτο./ Είκοσι χρόνια είν’ πολλά που έφυγες, μητέρα,/ στη σκέψη καθημερινά μου έρχεσαι, μα φεύγεις/ σαν είν’ τα βάσανα πολλά κ’ η σκέψη μου αλλάζει,/ γι’ αυτό σε θέλω στ’ όνειρο, που ησυχάζ’ ο νους μου». Το ποίημα “Η επιθυμία” του Γιάννη Πολυράκη.
Τέσσερις Χανιώτες ποιητές, ο γιατρός πνευμονολόγος Γρηγόρης Γεωργουδάκης, ο πολιτικός μηχανικός Λεωνίδας Κακάρογλου, ο τ. σχολικός σύμβουλος Μανόλης Λεφάκης και ο τ. διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος Χανίων της Αγροτικής Τράπεζας Γιάννης Πολυράκης, ανακαλούν στο κεκλιμένο επίπεδο της μνήμης τη μάνα τους. Σε ενεστώτα χρόνο. Βεβαίως με αφορμή τη μεθαυριανή Γιορτή της Μητέρας…
Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 10.5.2019) 

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

ΠΟΙΗΣΗ

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ


Όπως έλεγε η μάνα μου
Όπως έκανε η μάνα μου.
Όπως δούλευε η μάνα μου.
Όπως έδινε δέκα για να πάρει ένα,
αν το έπαιρνε κι αυτό, η μάνα μου.
Όπως διηγιόταν παλιές ιστορίες η μάνα μου.
Όπως είχε την πόρτα ανοιχτή
στους διακονιάρηδες η μάνα μου.
Όπως κάρφωνε τα νύχια  στα χέρια της
για να μην κλάψει η μάνα μου…

Σε παρατατικό χρόνο η ζωή της μάνας μου.
Σε παρατατικό που δηλώνει ενεστώτα!

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ
"ὉΤΑΝ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΜἉ"
(EΚΔ. ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ ΠΥΞΙΔΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΧΑΝΙΑ, 2013)