Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρύσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρύσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2023

ΧΡΥΣΑ


 ΜΕ ΘΥΜΑΣΤΕ ΚΥΡΙΑ;

 

 

Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη

Πρωτοδιορίστηκα στη Θήβα, με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου και την περιέργεια να δω πώς είναι η αντίπερα όχθη (που αν δεν την κρατήσεις είσαι χαμένος από χέρι). Ξαναβρέθηκα, μέσω φβ, με αρκετά παιδιά εκείνης της χρονιάς, έστω και διαδικτυακά. Τις προάλλες προστέθηκε μια ακόμη στην παρέα, η Αλεξάνδρα. Μου έκανε αίτημα, γιατί είχαν την κουβέντα μου με κάτι παλιούς φίλους και συμμαθητές της.

Η χαρά μεγάλη που έγινε συγκίνηση, όταν μου θύμισε ότι της είχα αναθέσει το ατυχές Ριτσάκι από τη «Φαύστα» του Μποστ. Ρωτώντας την στο inbox για τα νέα της, μου είπε ότι ασχολείται με τη φωτογραφία και δυο θεατρικές ομάδες. Ισως γιατί τελικά όσους σπόρους και να πάρει ο άνεμος, όσους και να φάνε τα πουλιά, όλο και κάποιοι θα περιμένουν τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου για να βλαστήσουν. Και αναδύονται το ίδιο ζωντανοί, όπως όλα τα πρόσωπα που συνταξιδέψαμε ένα ή περισσότερα χρόνια. Του Αντώνη που αγάπησε ξαφνικά τα αρχαία όταν του συνέδεσα τον Μιθριδάτη από τα Ημισκούμπρια με τον συνονόματό του, βασιλιά του Πόντου. Της Αγγελικής, της πιο ροκ τύπισσας που γνώρισα ποτέ, που έκρυβε τα ακουστικά κάτω από τα μακριά μαλλιά της για να απολαμβάνει τους Placebo και μ’ έφτυνε κανονικά στην τάξη. Μια λίστα βιβλίων για τα Χριστούγεννα (ανάμεσα τους το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», το οποίο διάβασε) ήταν το μαγικό ραβδάκι που τη μεταμόρφωσε στην καλύτερη μαθήτρια στη λογοτεχνία.

Κι είναι κάτι τέτοιες στιγμές που ξεχνάς τα ξώφαλτσα χτυπήματα τα οποία δέχτηκες, όταν πλακώθηκαν οι δικοί σου μαθητές της Γ Λυκείου με άλλους από διαφορετικό σχολείο όχι για μια Ελένη που κλάπηκε, μα για ένα πανό. Γιατί υπάρχουν και τσιρότα χωρίς τραύμα. Ένα μικρό τσιμπιματάκι μόνο, όταν σε συναντούν στο δρόμο οι παλιοί σου μαθητές/τριες και σε ρωτούν «Με θυμάστε κυρία;» κι εσύ νιώθεις ευγνώμων για τα χιλιάδες terabytes που έχουν αποθηκευτεί ανέπαφα στον σκληρό σου δίσκο. Ένα reset κάνεις και ξαναμπαίνει μπουρλότο στον κόσμο των μεγάλων.

ΠΗΓΗ (Pancreta.gr)



 

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

ΧΡΥΣΑ

 ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΤΡΙΝΑ

Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη 

Φωταγωγημένοι δρόμοι, στολισμένες βιτρίνες, ξεχειλισμένα από προϊόντα ράφια καταφθάνουν από πολύ νωρίς για να μετατρέψουν  μια θρησκευτική γιορτή σε καταναλωτικό γεγονός. Ποιος είναι όμως ο λόγος που ωθεί πόλεις και δήμους, καταστηματάρχες και νοικοκυρές να βάζουν τα καλά τους,  πολλές φορές ήδη από τις αρχές Νοεμβρίου; Η αναμονή της Γέννησης του Χριστού  αποτελεί το πρόσχημα για να βγουν οι απλοί άνθρωποι από τη μέγγενη της ρουτίνας, οι ευχές να τονίσουν την κοινωνικότητά τους, τα παιδιά να χαρούν με το καινούριο τάμπλετ, οι έμποροι να ερεθίσουν την αγοραστική μανία και να αυξήσουν τον τζίρο τους.

Ο συναισθηματικός διάκοσμος, οι γευστικές ηδονές γύρω από το στρωμένο τραπέζι, το ξεφάντωμα στα μπαράκια και τα νυχτερινά κέντρα και  η ανταλλαγή δώρων, όσο κι αν κουβαλούν την κούραση της συνήθειας, κρύβουν πίσω τους ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης που έχει επισημανθεί πολλάκις από επιστήμονες διαφορετικών ειδικοτήτων.  

Το δώρο για παράδειγμα, όπως υποστηρίζει στο μνημειώδες ομότιτλο βιβλίο του ο κοινωνιολόγος Μαρσέλ Μος -με την τριπλή του διάσταση της προσφοράς, της αποδοχής και της ανταπόδοσης- έχει συγχωνευθεί προ πολλού με την εξαγορά ή τις δημόσιες σχέσεις και αποτελεί το ανεστραμμένο όνειρο των δεσμών  εξουσίας και διακίνησης της οικονομίας, λειτουργώντας εν τέλει ψευδαισθητικά σαν το τελευταίο καταφύγιο της χαμένης αλληλεγγύης.

Πολυδιάστατη και η αυξημένη φιλανθρωπία των ημερών που μπορεί να ξεκινάει από υπαρξιακές ανάγκες  για να ξεπλύνει ενοχές, να τρέφει ένα γιγαντιαίο εγώ που αρέσκεται να ανεβαίνει στο βάθρο της υπεροχής και στις καλύτερες περιπτώσεις να εμφανίζεται με τη μορφή του κοινωνικού ακτιβισμού ή σαν υποκατάστατο της δικαιοσύνης που δεν απονεμήθηκε. 

Το οικογενειακό τραπέζι γίνεται συχνά η αφορμή άλλοτε για να ενισχυθούν και να επανασυγκολληθούν οι τραυματισμένοι συνεκτικοί ιστοί και άλλοτε για να πυροδοτήσει εκρήξεις από θαμμένες αλήθειες που φέρνουν στο φως τα λαμπιόνια του χριστουγεννιάτικου δένδρου.

Πολλαπλασιασμένα επίσης τα κρούσματα της κατάθλιψης που δεν πλήττει τόσο τους άστεγους, τους μοναχικούς και τους απόκληρους οι οποίοι ούτως ή άλλως έχουν συμφιλιωθεί με την κατάστασή τους, όσο εκείνους  που δεν καταφέρνουν να φορέσουν το χαμογελαστό τους πρόσωπο για να ξεφύγουν από τον πανικό τους, ζηλεύουν ασυνείδητα τη μαζική ευφορία και αρνούνται να συμμετάσχουν.

Όσο δε για τον παχουλό παππούλη που ακούει στο όνομα Άγιος Βασίλης, η καρικατούρα του οποίου φυσικά ουδεμία σχέση έχει με τον σεπτό ιεράρχη, δεν είναι τίποτα άλλο από την πάλη του ανθρώπου με το χρόνο.  Η αλλαγή της χρονιάς  με κανονιές και εντυπωσιακά πυροτεχνήματα σηματοδοτεί ένα είδος εξορκισμού, μια μεταμφιεσμένη απόπειρα να μην παραδεχτούμε την ήττα μας από το άπειρο. 

Όλα τα παραπάνω μαρτυρούν πως η εορταστική περίοδος είναι κυρίως ένα κοινωνιολογικό και οικονομικό φαινόμενο που πόρρω απέχει από το θρησκευτικό της περιεχόμενο, με τον ίδιο τρόπο που τα χρυσοποίκιλτα άμφια δεν μπορούν να εξομοιωθούν με την ταπεινή φάτνη. Η θρησκεία αποτελεί, εθνολογικά μιλώντας, στοιχείο πολιτισμού αλλά δεν τον παράγει. Πολιτισμό παράγει η αναζήτηση, η συμμετοχή στο συλλογικό σώμα, η απόσταση από τα αλάθητα δόγματα.

Αν λοιπόν το ζητούμενο για τους πιστούς είναι η σωτηρία της ψυχής, τότε και τα Χριστούγεννα μοιάζουν με ταξιδάκι αναψυχής μ’ ένα κρυμμένο τραύμα.

https://www.pancreta.gr/voices.php?p=11522


Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2023

ΧΡΥΣΑ

ΔΈΚΑ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ...
 
 
 
Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη 
«Εκτός από τη μάνα σου κανείς
δεν σε θυμάται, σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού».
Είχε δίκιο ο Καββαδίας.
Για κείνες τις 57 ψυχές που έδωσαν εν αγνοία τους ραντεβού
με τον θάνατο στην κοιλάδα των Τεμπών,
ξεθύμανε η οργή,
έσβησε
η συγκίνηση, πετάχτηκαν τα πανό
με τα συνθήματα...
10 μήνες μετά την νύχτα, που μάτωσε
η Άνοιξη,
δόθηκε επιτέλους στη δημοσιότητα
πριν μια βδομαδα το πόρισμα...
Σε 228 σελίδες μοιράζονται ευθύνες
σε διοίκηση,
εταιρείες,
τεχνολογικό εξοπλισμό κι ανθρώπινο
παράγοντα....
Μα ο επιμερισμός κι η καταγραφη ευθυνών στην πλούσια
ελληνική γλώσσα δεν σημαίνει
τιμωρία των ενόχων,
παρά μόνο έναν γραφειοκρατικό
εξαγνισμό
του εγκλήματος....
Θα το διαβάσουν άραγε οι μανάδες
του Γιώργου,
της Μαρίας,
του Γιάννη,
της Ιφιγένειας,
καθώς θ' ανάβουν το καντήλι στους τάφους
ή θα συνεχίσουν να ψιθυρίζουν μες στα αναφιλητά
«πάρε με παιδί μου όταν φτάσεις».....
Η Ομοσπονδία Γονέων Αττικής
πήρε την πρωτοβουλία να κάνει τον πόνο τους τραγούδι
σε τρυφερούς στίχους του Σπύρου Μπαρμπαρούση... «Φοβάμαι μη βγει τ' όνειρο που είδα
χθες βράδυ...
Άγγελοι πετούσαν σ' ένα λιβάδι...
Κρατούσαν βιβλία στην αγκαλιά τους,
με αίμα βαμμένα τα φτερά τους».....
Γιατί τις 57 ψυχές, δεν πρέπει να τις θυμάται μόνο η μάνα τους....
Γιατί δεν πρέπει η λησμονιά αμίλητη
να σφουγγίζει τα ίχνη στις ράγες...
ΠΗΓΗ: Χρυσα Κακατσακη Aπό το F\B
 
Χρύσα Κακατσάκη  

 

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2023

ΧΡΥΣΑ

ΜΑΡΤΥΣ ΜΟΥ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ 

 

(Φωτο: Ολυμπία Παπαδούκα, πλατεία Τρικάλων: Στο καμιόνι - σκηνή, τραγουδάει μαντινάδες που γράφει ο Γιάννης Ρ'ιτσος)

Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη

Το ιταλικό τελεσίγραφο προς την ελληνική κυβέρνηση τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 δεν ξάφνιασε κανέναν. Απλώς επιβεβαίωσε επισήμως  το χρονικό ενός προαναγγελθέντος πολέμου. Τα καυσαέρια από τα γερμανικά τανκς είχαν ήδη γίνει μαύρα σύννεφα που κάλυπταν τον ευρωπαϊκό ουρανό. Όσα επακολούθησαν στη χώρα μας, όπως οι ηρωικές  μάχες στο Αλβανικό μέτωπο, η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση έχουν σχεδόν εξαντληθεί από την ιστορική  έρευνα. Υπάρχουν ωστόσο κάποιες πλευρές που δεν είναι ευρέως γνωστές και αφορούν τη συμβολή της τέχνης στην συσπείρωση του κόσμου και την ανύψωση του πατριωτικού φρονήματος. Θέατρο, εικαστικές  τέχνες, μουσική και λογοτεχνία συστρατεύονται και επιστρατεύονται στο τάγμα της έμπνευσης και της σκωπτικής διάθεσης.

Γέλιο μεγάλου μήκους παίζεται στις αθηναϊκές επιθεωρήσεις. Οι περισσότεροι θίασοι αλλάζουν ρεπερτόριο για να πιάσουν τον σφυγμό της επικαιρότητας. Κομπέρ επί σκηνής, σκηνικά υποτυπώδη ή φαντασμαγορικά όπως ομοίωμα του αντιτορπιλικού Έλλη και σκετσάκια σύντομα που πάνω τους  μπήγεται ανηλεής η σάτιρα. Στην παράσταση Μπέλλα Γκρέτσια η Βέμπο τραγουδά το «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά». Στο γεμάτο θέατρο από νεοσύλλεκτους φαντάρους και τραυματίες με κρυοπαγήματα, ένα παλικάρι με κομμένα και τα δυο του πόδια φωνάζει: «Τραγούδα, Σοφία, όταν σε ακούμε δεν νιώθουμε τους πόνους». Τα πράγματα όμως δυσκολεύουν όταν έρχονται οι Γερμανοί και η  αυστηρή λογοκρισία τους. Η Διεύθυνση Λαϊκής Διαφωτίσεως μοιράζει εγκύκλιο στους θιασάρχες που τους απαγορεύει να ανεβάζουν έργα συγγραφέων από τις συμμαχικές χώρες. Μπροστά στον  κίνδυνο να υποστούν διώξεις και φυλακίσεις, αλλάζουν τα ονόματα. Ο Κάρολος Κουν, που ιδρύει το Θέατρο Τέχνης  το 1942, «βαφτίζει» τον Αμερικάνο Κάλντγουελ στον ανύπαρκτο Γάλλο Κοντέλ και ο Βεάκης με τη Μανωλίδου παρουσιάζουν ένα ουκρανικό έργο ως πολωνικό, με τον Χριστό σε ρόλο αντάρτη. Ο  Κοτζιούλας και ο Ρώτας, μαζί με τους ξενηστικωμένους ηθοποιούς των θιάσων τους, βγαίνουν στις πλατείες ή παίρνουν τα βουνά αναλαμβάνοντας τη θεατρική διαπαιδαγώγηση των απλών ανθρώπων.

Παρά τα προβλήματα για την εξεύρεση χαρτιού, μεγάλη άνθηση γνωρίζει και η λογοτεχνία. Νέοι εκδοτικοί οίκοι κάνουν την εμφάνισή τους, όπως ο ιστορικός «Ικαρος». Όταν οι σειρήνες σημαίνουν απαγόρευση κυκλοφορίας, οι άνθρωποι κλείνονται στα σπίτια τους και διαβάζουν. Η «Αμοργός» του Γκάτσου περνάει από χέρι σε χέρι, ο Εγγονόπουλος γράφει τον «Μπολιβάρ», ενώ ο Ελύτης συλλαμβάνει την ιδέα για το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο», όχι γιατί ήρθε η Μούσα δίπλα του, αλλά διότι είδε το αίμα και τον θάνατο να στέκεται μπροστά του στα χιονισμένα ελληνοαλβανικά σύνορα.

Η απόλυτη πρωταγωνίστρια των εικαστικών τεχνών είναι η αφίσα. Οι καλλιτέχνες δεν ενδιαφέρονται πλέον για τις αισθητικές διαμάχες. Οι εικόνες του Τάσσου, της Κατράκη, του Κεφαλληνού και του Γραμματόπουλου αποτυπώνουν εύγλωττα την αντιστασιακή προπαγάνδα.

Οι ρεμπέτες αφήνουν για λίγο στην άκρη τους τεκέδες και τους απελπισμένους έρωτες, και οι χορδές του μπουζουκιού αρχίζουν να μιλούν για σαλταδόρους και μαυραγορίτες, για τον γρουσούζη και το όνειρο του Μπενίτο. Τα μουσικά μπαρουτόβολα εκτοξεύουν ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης,  ο Γενίτσαρης, ο Μπαγιαντέρας, ο Παπαϊωάννου κ.ά. Το μεγαλύτερο σουξέ της εποχής είναι φυσικά το «Κορόιδο Μουσολίνι», βασισμένο σε μια ιταλική μελωδία που είχε διασκευαστεί και στα γερμανικά. Γυρνώντας 83 χρόνια πίσω, μπορούμε να φανταστούμε ένα Τζουζέπε να το σιγοτραγουδάει στη σκοπιά του, έναν Χανς να το σφυρίζει στην περιπολία του και έναν Γιώργο να το ψιθυρίζει σε κάποιο φυλάκιο χουχουλιάζοντας τα παγωμένα χέρια του. Το ίδιο τραγούδι να τους ενώνει και να τους χωρίζει συνάμα.

 ΠΗΓΗ:  https://www.pancreta.gr/voices.php?p=15074

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

ΧΡΥΣΑ

 Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΟΜΟΝΟΙΑ 

Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη 

Στα ηχεία η Αρβανιτάκη. «Μη μιλάς και μην κουνιέσαι, δείξε σοβαρότητα, μη μας πάρει κάνα μάτι και ζητούν ταυτότητα». Η Ομόνοια μόνο τη μέρα ήταν το κέντρο διερχομένων που περιέγραψε ο Ιωάννου και έντυσε με νότες ο Μαμαγκάκης. Διαβάτες και περαστικοί τρύπωναν στα λαγούμια του Ηλεκτρικού να πάνε στα σπίτια ή στις δουλειές του. Τις νύχτες μεταμορφωνόταν. Κορμιά αναζητούσαν τον έρωτα, εφήμερο ή μόνιμο, πληρωμένο ή απλήρωτο. Δεν είχε σημασία. Κινηματογραφικά φλας μπακ. Cut. Εκείνη την αναγνωρίζεις από τη μπάσα φωνή της. Εκείνον από τη σεβάσμια μορφή. Η Σαπφώ Νοταρά και ο Γιάννης Τσαρούχης κάθονται 5 η ώρα το πρωί στο γαλατάδικο της πλατείας, γωνία με την Αθηνάς. Την κουβέντα τους διακόπτουν τα ψηλοτάκουνα της Πάολας. Μπαίνει και παραγγέλνει ένα γιαούρτι με μέλι, να πάνε κάτω τα φαρμάκια.

Εκεί κατηφόριζα φοιτήτρια με την παρέα μου από τα Εξάρχεια, όταν έκλειναν τα μπαράκια κι οι ταβέρνες. Τη δική μου Ομόνοια τη γνώρισα, πριν σκάσει μύτη ο νόμος Παπαθεμελή που απαγόρευε τα ξενύχτια. Ποιος πάει να κοιμηθεί, ποιος πάει να διαβάσει, όταν μπορείς να δεις την ανατολή στα μάτια των ανθρώπων; Αστικά σαλόνια και κοινωνικό περιθώριο, φοιτητές και ναταβατζήδες, ουσίες κι οινοπνεύματα γίνονται ένα κάτω από τα φώτα. Η δική μου Ομόνοια ήταν ακόμα στρογγυλή. Τα αυτοκίνητα έκαναν το γύρο πάντα βιαστικά. Έπεφταν οι οπαδοί στα σιντριβάνια της να γιορτάσουν με νερό τη νίκη των ομάδων τους.

Ανοίγω τηλεόραση. Επίθεση σε ΑΤ της Ομόνοιας. Η καρδιά της πόλης τώρα είναι τετράγωνη. Στις γωνίες της και στα γύρω στενά κουρνιάζουν άνθρωποι που τις περισσότερες ούτε η Αστυνομία δεν καταδέχεται να συλλάβει τη δυστυχία τους. Δεν είναι αυτή η ζωή που ονειρεύτηκαν. Cut ξανά. Στο φαρμακείο του Μπακάκου επαρχιώτες δίνουν το πρώτο τους ραντεβού στην πρωτεύουσα.. Σε λίγο καιρό θα παίρνουν τον καφέ τους στα μαρμάρινα τραπεζάκια του «Νέον». Στις αλάνες του χωριού τους κλωτσούσαν τη μπάλα, όχι ανθρώπινα κεφάλια. Σηκώνω το βλέμμα, όπως τα υψωμένα κινητά που συνωστίζονται να αιχμαλωτίσουν τη στιγμή, τις τελευταίες στιγμές ενός ανθρώπου που απειλεί να αυτοκτονήσει. Καταναλώνουν προκαταβολικά το θέαμα πριν στηθούν το βράδυ στις οθόνες τους.

Δεν είναι αυτή η δική μου Ομόνοια. Τώρα τη λένε Διχόνοια. Το τραγούδι τελειώνει. Χαμηλώνω το βλέμμα να γυρίσω το δίσκο. «Σαν έρθει η μέρα θα δω το ρήμαγμα, τις αδειανές ζωές και το ξετίναγμα».

 ΠΗΓΗ: https://www.pancreta.gr/voices.php?p=14905

Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2023

ΧΡΥΣΑ

ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΤΟΣΑ ΜΙΛΛΙΟΥΝΙΑ ΔΑΝΕΙΑ?

 

(Φωτο: Γελοιογραφία για την αισχροκέρδεια  των δανείων του Αγώνα)

Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο της Ιστορίας  δεν συναντάς μόνο χρυσές σελίδες αλλά και μελανές πτυχές. Η  Επανάσταση του ’21 λοιπόν κινήθηκε ανάμεσα στον ηρωισμό των αγνών αγωνιστών, τη λυσσαλέα αντιπαράθεση μεταξύ των δύο  παρατάξεων για τη νομή της εξουσίας  και το συσχετισμό  των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής.  Ετσι, οι πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες σύντομα δίνουν τη  θέση τους στις εμφύλιες διαμάχες, με αποτέλεσμα η Επανάσταση  ν’ αρχίσει  να χαροπαλεύει.  Ωστόσο, οι ανάγκες για εξοπλισμό τρέχουν και  μια επιτροπή εξουσιοδοτημένη από  το Εκτελεστικό μεταβαίνει στο Λονδίνο για τη σύναψη του πρώτου δανείου, το 1824. Έχει προηγηθεί η μεταστροφή της αγγλικής πολιτικής, που βλέπει την ενδεχόμενη ίδρυση ενός Ελληνικού  κράτους  ως ανάχωμα στη ρωσική επέκταση στη Μεσόγειο και έτσι δεν διστάζει να αναγνωρίσει  της Ελλάδα ως εμπόλεμο έθνος.

Μια τέτοια πιθανότητα ωθεί και τους Βρετανούς  τραπεζίτες να στήσουν το κερδοσκοπικό πάρτι. Η γλώσσα των αριθμών είναι αμείλικτη. Από το πρώτο,  ύψους 800.000 λιρών με τόκο 5%, παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεωλύσια, 2.000 ως προμήθεια  ενώ  60.000  πήγαν σε μίζες, έξοδα των απεσταλμένων κλπ. Ετσι, το καθαρό ποσό  που έφτασε στα χέρια των Ελλήνων ήταν μόλις 298.700 λίρες. Τα πράγματα είναι πολύ  χειρότερα στο δεύτερο δάνειο του 1825, γιατί τη διαχείρισή του δεν την έχει καν η ελληνική κυβέρνηση, αλλά οι ίδιοι οι τραπεζίτες. Από τα δύο εκατομμύρια μόλις  816.000 δόθηκαν στο επαναστατημένο έθνος. Τα υπόλοιπα, διατέθηκαν ξανά για προμήθειες και προκαταβολές τόκων, για καριοφίλια που ποτέ δεν παραλάβαμε, για ατμόπλοια που βυθίστηκαν στα νερά του Τάμεση, για φρεγάτες που  ή δεν ναυπηγήθηκαν ποτέ ή έφτασαν τρία χρόνια αργότερα, όταν ο Ιμπραήμ ήδη αλώνιζε στην Πελοπόννησο. Η  διασπάθιση  και η σπατάλη συνεχίζεται και επί του ημετέρου εδάφους. Ο Γκούρας, πχ,  πληρώνεται για 12.000 άνδρες, ενώ έχει μόνο 3.000. Όλες  οι ελπίδες που στηρίχτηκαν στο δεύτερο θα διαψευστούν οικτρά, καθώς  θα υπηρετήσει κυρίως την  παράταξη του  Κουντουριώτη  ώστε να επικρατήσει  των πολιτικών του αντιπάλων. «Το σκήπτρο  που κρατάει η διχόνοια η δολερή», μετέτρεψε  τα δάνεια σε μήλον της έριδος, με διεκδικητές  προσωπικές αντιζηλίες και αρχηγικές φιλοδοξίες. Να σημειωθεί ότι ως  εγγύηση για την πληρωμή των τόκων και των δύο δανείων παραχωρήθηκαν όλα τα δημόσια έσοδα, ενώ για την απόσβεση του κεφαλαίου όλα τα εθνικά κτήματα.

Παρά τους ληστρικούς όρους,  στην Ελλάδα χαιρετίστηκαν  ως έμμεση αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους. Τις πραγματικές διαστάσεις όμως του συνταρακτικότερου σκανδάλου της εποχής του,  παραδέχεται η εφημερίδα Times του Λονδίνου. «Οι τραπεζίτες τσέπωσαν 64.000 λίρες. Το κομψό αυτό ποσό που κράτησαν για τον εαυτόν τους είναι διπλάσιο των συνει­σφορών όλων των φιλελλήνων της Ευρώπης. Το ελληνικό δάνειο είχε την τύχη του ταξιδιώτη εκείνου που πηγαίνοντας από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ, έπεσε στα χέρια ληστών και δεν είχε την τύχη να βρει τον καλό Σαμαρείτη. Η υπόθεση της Ελλάδας προδόθηκε  στην Αγγλία».

Τις αντιρρήσεις του για τη μη σωστή αξιοποίηση των δανείων είχε εκφράσει και ο Μακρυγιάννης: «Πού ‘ναι τόσα μιλλιούνια δάνεια, πού είναι οι πρόσοδοι, πού είναι τα περιβόλια και οι σταφιδότοποι; Ποιος τάχει παρμένα; Οι Εγγλέζοι  έδιναν των δικών μας των χαραμοταϊσμένων αυτά όλα και τους στράβωναν, κι αυτείνοι πήραν τα χρήματα και τα παίρνουν ολοένα. Εσύ, πού το τζάκισες αυτό το χέρι; -Στο Μισολόγγι, μου λέει. Διατί τα τζακίσαμεν; -Διά την λευτεριά της πατρίδος. –Μα πού ‘ναι η λευτεριά και η δικαιοσύνη;».

(ΠΗΓΗ: https://www.pancreta.gr/voices.php?p=8109 )

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2023

ΧΡΥΣΑ

 ΔΥΟ ΚΗΔΕΙΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

 

Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη 
 
Δυο κηδείες ποιητών σημάδεψαν τη νεότερη ελληνική Ιστορία: Στις 27 Φεβρουαρίου 1943 ο Κωστής Παλαμάς αφήνει την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στην Πλάκα. Φυσικά δεν υπήρχε τηλεόραση τότε, και ο Σικελιανός πηγαίνει πρωί πρωί στο βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη και τοποθετεί στην προθήκη μια φωτογραφία του ποιητή μαζί με ένα καντηλάκι ώστε να πληροφορηθούν οι Αθηναίοι τον θάνατό του. Αρχίζουν οι δύσκολες συνεννοήσεις με τον γιο του Παλαμά, Λέανδρο. «Σας παρακαλώ. Σεβαστείτε το πένθος μας! Τι θέλετε, επιτέλους, απ’ το νεκρό μας; Αφήστε τον ήσυχο!… Θα τον ενταφιάσει η οικογένειά του, σεμνά, οικογενειακά». Παρεμβαίνει ο Μ. Λουντέμης: «Ποια οικογένειά του;» του λέω. «Φαίνεται, κύριε, πως δεν ξέρετε ποιον είχατε πατέρα! Οικογένειά του είναι όλη η Ελλάδα. Και κανένας ανάξιος γιος δεν μπορεί να του την αφαιρέσει». Ο γιος που δεν ήθελε να μετατραπεί η κηδεία ούτε σε εθνικό πένθος ούτε σε αντιστασιακό σάλπισμα, γιατί χρειαζόταν διαβατήριο από τις Γερμανικές Δυνάμεις Κατοχής, αναγκάζεται να υποχωρήσει. Μετά την εξόδιο ακολουθία, ο Σικελιανός απαγγέλλει με τη βροντερή φωνή του το θρυλικό «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα». Λίγο πριν, είχε προσποιηθεί ότι παραπάτησε και ρίχνει κάτω το στεφάνι που είχε αφήσει στο φέρετρο ένας Ναζί αξιωματικός. Ο Γ. Κατσίμπαλης παίρνει τη σκυτάλη και ψάλλει τον Εθνικό Υμνο. Χιλιάδες κόσμος με όση δύναμη τους είχε απομείνει από την πείνα και την εξάντληση τον ακολουθούν. Η τελετή εξελίσσεται σε συλλαλητήριο. Αυλαία.
 
Mια φθινοπωρινή μέρα, στις 22 Σεπτεμβρίου 1971, οδηγείται στην τελευταία του κατοικία ο Γιώργος Σεφέρης. Χούντα, καραχούντα. Έξω από την εκκλησία στην Πλάκα, παραταγμένοι δεκάδες αστυνομικοί με στολή ή με πολιτικά. Το συγκεντρωμένο πλήθος τους αγνοεί και τραγουδά. Στη συντριπτική του πλειοψηφία αποτελείται από νέους, μαθητές και φοιτητές. Άλλοι με λιγοστά λουλούδια στα χέρια, κάποιος με μερικά στάχυα, πολλοί με μια ποιητική του συλλογή, προσκυνούν ευλαβικά το φέρετρο. «Και κείνο το τραγούδι έξω από την εκκλησία και ύστερα πάνω από τον τάφο του, ήταν συγκλονιστικό. Βαρύ και θλιμμένο, το τραγουδούσανε σαν παράπονο άνθρωποι πατημένοι, απελπισμένοι. Πάνω στην άμμο την ξανθή… Του σήκωσα το φέρετρο και στο χέρι μου μπήκανε δυο αγκίδες, τις αισθάνομαι σαν παράσημα. Στην εκκλησία ήρθε και ο Ιερώνυμος απρόσκλητος, τον υποδέχτηκαν δυνατά βηξίματα αποδοκιμασίας. Αδιαφόρησε. Χοροστάτησε. Μετά άπλωσε το χέρι του στη χήρα να του το φιλήσει. Εκείνη το αγνόησε και λέει «πού είναι ένα τίμιο χέρι να το φιλήσω;» Και κείνη τη στιγμή ακούστηκε μια στεντόρεια φωνή. «Αθάνατος». Όλοι στην εκκλησία αρχίσανε να χειροκροτάνε. Η κυρία Μαρώ για μια στιγμή ξαφνιάστηκε. Κι αμέσως σηκώθηκε και κοίταξε τον κόσμο. Τα χειροκροτήματα δυναμώσαν, απλώθηκαν και έξω από την εκκλησία στους χιλιάδες που συνωστίζονταν στο σοκάκι της Κυδαθηναίων. Τότε στο πρόσωπό της αποτυπώθηκε το αίσθημα της δικαίωσης», γράφει ο Αλ. Κοτζιάς.
Στην πύλη του Αδριανού η πομπή σταματάει για λίγο και χιλιάδες κόσμου ενώνουν τις φωνές τους με συνθήματα, με το «περιγιάλι το κρυφό», το «πότε θα κάνει ξαστεριά», τον Εθνικό Ύμνο. Δεν είναι πλέον μια νεκρική πομπή αλλά η μεγαλύτερη αντιδικτατορική εκδήλωση.
Λίγο μετά τις τελευταίες επευφημίες και χειροκροτήματα, λίγο πριν πέσει το τελευταίο χώμα πάνω στον ανοιχτό τάφο του Α’ Νεκροταφείου, η Αννα Συνοδινού κλαίγοντας παρακάλεσε το κοινό: «Ένας νέος θέλει να αποχαιρετήσει τον Γιώργο Σεφέρη, εκ μέρους όλων». «Σου δόθηκε η χάρη να μιλήσεις απλά. Με τη δική σου χάρη θα σε αποχαιρετήσουμε κι εμείς σήμερα, χωρίς λόγους, χωρίς επισημότητες, όπως εσύ ήθελες. Είπες κάποτε πως όποιος αγαπάει τους νέους, πως όποιος έχει την αγάπη των νέων, αυτός δεν γερνάει. Mιλώντας για λογαριασμό τους, λοιπόν, έχω να πω πως στάθηκες οξύς πνευματικός οδηγός και δάσκαλος στις κρίσιμες ώρες αυτού του τόπου. Σ' ευχαριστούμε για ό,τι μας έδωσες. Σ' ευχαριστούμε γιατί αύριο θα μπορούμε να λέμε στα παιδιά μας: Ήμασταν κοντά στον Σεφέρη όταν έφυγε''. Αυλαία.

ΠΗΓΗ:  https://www.pancreta.gr/voices.php?p=27067

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023

ΧΡΥΣΑ

TO ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ MIAΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ


Γράφει η Χρύσα Κακατσακη

 Εποχές ακίνδυνου συνωστισμού. Εποχές επικίνδυνου rock and roll. Πού να το φανταζόταν ο αγρότης Μαξ Γιασγκούρ πως νοικιάζοντας τη φάρμα του θα έπαιρνε κι αυτός μια φέτα της μουσικής ιστορίας.

Στις 15 Αυγούστου 1969 ξεκίνησε το φεστιβάλ του Woodstock. Φοιτητές που φώναζαν, ζευγάρια που έκαναν έρωτα, χίπιδες που πίστευαν πως θα αλλάξουν τον κόσμο. Επί 60 ώρες σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι τραγουδούσαν, γιόρταζαν, κυλιόντουσαν στην λάσπη, κοιμόντουσαν ελάχιστα, αγκαλιαζόντουσαν, φιλιόντουσαν και όλα αυτά ειρηνικά, χωρίς ούτε ένα επεισόδιο ή πράξη βίας. Αυτοί κυρίως έχτισαν τον μύθο του φεστιβάλ, σε ένα τοπίο που είχε λιακάδα, βροχή, λάσπες, αγελάδες και αγάπη! Είχε ακόμα μουσκεμένους μπάφους, χάμπουργκερ που έπεφταν από ελικόπτερα και συνθήματα ενάντια σε ένα πολεμόχαρο κατεστημένο.

Woodstock όμως ήταν και ο εκκεντρικός Joe Cocker που καμπούριαζε σαν κανένας αλλόκοτος παραλυμένος του δρόμου. Η Τζόαν Μπαέζ που τραγούδησε έγκυος και κατήγγειλε τη φυλάκιση του άντρα της. Το υπέροχο ιδρωμένο στήθος του Roger Daltrey των Who που εμφανίστηκαν στις 5 τα ξημερώματα. Οι Jefferson Airplane που ξεκίνησαν τη συναυλία με την ανατολή του ήλιου. Woodstock ήταν και ο ιδιοφυής Τζίμι Χέντριξ που έκλεισε την αυλαία παίζοντας στην κιθάρα του τον εθνικό ύμνο των ΗΠΑ, με ήχο που να θυμίζει τους βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ.

53 χρόνια μετά, τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι. Άλλα χάθηκαν στη στροφή. Πριν μερικές μέρες η Τζόαν Μπαεζ και η Πάτι Σμιθ φωτογραφήθηκαν αγκαλιασμένες με βλέμμα θλιμμένο για όσα η μουσική και τα τραγούδια τους δεν κατάφεραν ν’ αλλάξουν. Κι όμως το Woodstock έμεινε σαν το σάουντρακ μιας αυταπάτης, το ρέκβιεμ μιας νιότης που ήθελε να νικήσει κι ας μην παραδέχτηκε την ήττα. Κάποιος άγνωστος ωστόσο έγραψε το επιτύμβιο επίγραμμα: «Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις».

 ΠΗΓΗ: https://www.pancreta.gr/voices.php?p=22382

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2023

ΧΡΥΣΑ

 ΣΙΓΑ... Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


 

 

Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη

 H πιο ανατρεπτική απεικόνιση της Παναγίας στην Ιστορία της Τέχνης είναι αυτή του Caravaggio. Η νεκρή μορφή, με την πρησμένη κοιλιά και τα ακάλυπτα πόδια, ακροβατεί ανάμεσα στο θείο, το ανθρώπινο και την πρόκληση. Λέγεται μάλιστα ότι ο ζωγράφος χρησιμοποίησε σαν μοντέλο μια νεαρή κοπέλα που είχε πνιγεί στον Τίβερη. Το μοναστικό τάγμα, για το οποίο προοριζόταν, αρνήθηκε να παραλάβει τον πίνακα που αφού άλλαξε αρκετά χέρια κατέληξε στο Μουσείο του Λούβρου.


Ο Παπαδιαμάντης στο «Ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου» (όπως και σε πολλά άλλα διηγήματα) βλέπει στην Παναγία τη γυναίκα που συντρέχει στους στεναγμούς των ανθρώπων - Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε.- και ίσως να μην σκανδαλιζόταν. Αλλά και ο Γκάτσος μπορεί να της αφιέρωνε τους στίχους από την Παναγία των Πατησίων.

ΠΗΓΗ: https://www.pancreta.gr/voices.php?p=10194




 

Κυριακή 13 Αυγούστου 2023

ΧΡΥΣΑ

 Ο ΓΛΥΠΤΗΣ ΠΟΥ ΔΟΞΑΣΕ ΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ

 


Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη

Πόσοι άραγε απ’ αυτούς που κοντοστέκονται στο Α’ Νεκροταφείο, μπροστά στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη, θαυμάζουν το γλυπτό αυτό καθαυτό και πόσοι το περιεργάζονται σαν μια αντανάκλαση του δικού τους υπαρξιακού φόβου για τον θάνατο; Πόσοι το βλέπουν καθαρά και αδιαμεσολάβητα  χωρίς την αχλύ του μύθου που το περιβάλλει και πόσοι με μια όραση νοθευμένη  από ερμηνείες  και αναγωγές;

Η «Κοιμωμένη» του Γιαννούλη Χαλεπά λειτουργεί στο μυαλό του απλού κόσμου με μια αυτόματη ταύτιση δημιουργού και έργου, όπως συμβαίνει με τον Λεονάρντο ντα Βίντσι και την «Τζοκόντα» του ή τον Πικάσο και την «Γκουέρνικα». Δικαιολογημένα ίσως, γιατί ήταν αυτό που τον καθιέρωσε στην πρώτη φάση της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Θα ακολουθήσουν τα πέτρινα  χρόνια του εγκλεισμού του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Σύμφωνα με τους μελετητές του, κάτω από τη μονολεκτική ιατρική διάγνωση της άνοιας κρύβεται ένας αυταρχικός πατέρας που τον θέλει να συνεχίζει την οικογενειακή επιχείρηση της μαρμαροτεχνίας, μια καταπιεστική μάνα η οποία θεωρεί την τέχνη υπεύθυνη για την αρρώστια του και ένας ανεκπλήρωτος έρωτας. 

Κατά την επιστροφή του στην Τήνο μαζί με το πρόβλημα επιβίωσης αντιμετώπιζε και τον εμπαιγμό των συγχωριανών του. Βοσκούσε μαζί με τα πρόβατα και το μαύρο της ψυχής του. Της μοναξιάς και της κοινωνικής απόρριψης. Κι όμως. Σαν να περίμενε να πεθάνει η μητέρα του για να τη διαψεύσει. Η τέχνη γίνεται αργά αλλά σταθερά το γιατρικό που θα τον επαναφέρει στην κανονικότητα της φυσιολογικής ζωής. Μόνο που τώρα τα γλυπτά του δεν έχουν τις προηγούμενες στιλπνές επιφάνειες  όπου μαρμαίρει το ταλέντο του. Είναι στιβαροί και αδροί όγκοι τους οποίους η σμίλη λαξεύει τόσα εκατοστά όσα αρκούν για να αποκαλυφθεί το ψυχικό υπέδαφος των μορφών και να ζωντανέψει ο διάλογος ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα. Παραπέμπουν στους «Σκλάβους» και τις τελευταίες Pieta του Μιχαήλ Αγγέλου. Η εμμονή του με θέματα από τη μυθολογία, όπως ο «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα», «Οιδίποδας και  Αντιγόνη», «Μήδεια», δεν αποτελούν απλώς τον ομφάλιο λώρο που τον δένει με τον γενέθλιο τόπο. Του προσφέρουν την ευκαιρία να σφετεριστεί την αλήθεια τους, να απομακρυνθεί από τα εγκόσμια και η αναζήτηση του αρχαίου χρόνου να μετατραπεί σε μια ρευστή μάζα που χύνεται και πήζει στο καλούπι του παρόντος. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι αυτή η μυστικιστική διάσταση φαίνεται στην αποφυγή του βλέμματος. Χαρακτηριστικό σύμπτωμα των ψυχωσικών είναι ότι δεν μπορούν ν’ αντέξουν την επαφή μέσα από τα μάτια. Παρ’ ότι η επανάκαμψή του στη δημιουργία συμπίπτει με την περίοδο που η γενιά του ‘30 διατυπώνει το αίτημα της ελληνικότητας,  ο  Χαλεπάς αναγνωρίζεται μεν αλλά δεν αποθεώνεται, όπως πχ ο Παπαδιαμάντης ή ο Θεόφιλος. Ίσως γιατί δεν είναι λογοδοσμένος με καμιά ιδεολογία, ίσως γιατί η αφήγησή του υφαίνεται με το στημόνι της εικαστικής ανεξιθρησκίας, ίσως γιατί δεν υπηρετεί την εκστατική ευφροσύνη και τα στερεότυπα της εθνικής αυτογνωσίας αλλά τους σπασμούς του πόνου.

Γιατί ο Χαλεπάς υπήρξε ο καλλιτέχνης που έζησε στο μεταίχμιο. Μεταξύ θριάμβου και τρέλας, μεταξύ μοντερνισμού και παράδοσης, μεταξύ του ποιητικού αλαφροΐσκιωτου και του ρεαλιστικού αγγελοκρουσμένου.

https://www.pancreta.gr/voices.php?p=13810