Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοδώρου Βικτωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοδώρου Βικτωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Οι γονείς μου σαν από κάποια επιταγή/ κατέβηκαν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στ’ ακρογιάλι./ Εκεί, πίστευαν, ο σπόρος τους θ’ αναπτυχθεί καλός/ και θ’ αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό.// Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα/ -Αργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ’ όνομά μου-/ και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή.// Ωστόσο, μέσα από δύσβατα όνειρα/ κατόρθωσα ν’ απαλλαγώ από το κατσικίσιο πόδι μου/ και να πάω με τους ανθρώπους.// Αλλά είμαι καταδικασμένη ν’ ακούω τον αυλό τους/ και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημένων.// Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας». Το ποίημα “Πεπρωμένο” (από την ποιητική συλλογή “Η νυχτωδία των συνόρων”, 1986).
«Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας/ Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ’ αυτό/ του Κόσμου./ Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας// Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι/ Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν/ Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους/ κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες/ σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας/ αέναα θα ξεσπούν// Ολα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς/ Ολα θα βαίνουν στην αρχή τους/ και στο τέλος τους/ Χωρίς εμάς». Το ποίημα “Και χωρίς εμάς” (από την ποιητική συλλογή “Μειλίγματα”, 1990).
«Οπως φύλλα θα πέσουμε απ’ τα δέντρα∙/ την άνθηση και τον καρπό εργαστήκαμε/ καλέσαμε τον άνεμο και τη βροχή/ το φως και της σκιάς το δίχτυ/ την πυρκαγιά να συγκρατήσει,/ στις εποχές εκθέσαμε τα μέτωπά μας.// Θλίψη καμιά. Ομως πολύ το πάθος/ της προσφοράς, η δύναμή μας αναλώθηκε νωρίς/ στα περίχωρα μείναμε./ Οι φύλαρχοι μας απομάκρυναν και η τάφρος// Αλλά ίσως προνόμιο η ανωνυμία/ κι η απουσία μας από την αγορά./ Στο στρόβιλο της ύλης θα υπάρχουμε/ σαν ανεκπλήρωτη επιθυμία./Η μουσική γεννάει τη μουσική». Το ποίημα “Κύκλος” (από την ποιητική συλλογή “Ευνοημένοι”, 1998).
Κεριά στη μνήμη της Ωραίας ως Ελληνίδας Ποιήτριας και Αγωνίστριας Βικτωρίας Θεοδώρου που έφυγε πέρυσι στις 16 του Φλεβάρη για τον Επουράνιο Παρνασσό, τρία απ’ τα ποιήματά της. Στον απόηχο του αφιερώματος που έγινε γι’ αυτήν, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας το περασμένο Σάββατο 7 Μαρτίου, από την Περιφερειακή Ενότητα Χανίων και το Πνευματικό Κέντρο Χανίων, στην αίθουσά του “Πολυχρόνης Πολυχρονίδης”.

ΟΤΑΝ ΦΥΣΑ  Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ



Και, βέβαια, ωσεί παρούσα, στην περί ης ο λόγος παραπάνω εκδήλωση, η τιμώμενη Χανιώτισσα ποιήτρια της ανθρωπιάς Βικτωρία Θεοδώρου. Και κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της προσωπικότητας και του έργου της από τον δάσκαλο και ιστορικό ερευνητή Γιώργο Πιτσιτάκη, που ήταν διανθισμένη με απαγγελίες ποιημάτων της από την ηθοποιό Δέσποινα Πωλαναγνωστάκη και ιδιαίτερα, κατά την προβολή της ταινίας του Χανιώτη σκηνοθέτη Κώστα Νταντινάκη, “Τα κύματα που με δίδαξαν το ανυπότακτο”. “Αστράπτουσα” και “λάμπουσα”, ως υπήρξε. Από τότε που είδε το φως του ήλιου στη γενέθλια πόλη, απέναντι απ’ την Τριμάρτυρη κι έπαιζε μαζί με τα γειτονόπουλά της στην Αμμούτσα της Νέας Χώρας… Σπουδαίο και σ’ αυτήν του την ταινία που ειρήσθω εν παρόδω προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων το 2008 και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2009, το έργο του φίλου μου, που επιμένει να υπηρετεί απ’ το δικό του μετερίζι το παρόν και το μέλλον του ελληνικού πολιτισμικού γίγνεσθαι.
«Η ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου […] βαθιά ανθρωπιστική και εξ ενστίκτου αντιστασιακή, δυναμικά ή διακριτικά σε ό,τι η διαίσθησή της δεν μπορούσε να δεχτεί, κέρδισε έδαφος… Εξάλλου, όσα πολύ προφητικά διεμήνυσε ποιητικά και κυρίως ανθρώπινα -προφητεία ποιητή με παρατηρητικότητα ζωγράφου- τα επιβεβαίωσε η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα με τις συγκλίσεις και συνθέσεις που ακολούθησαν στα τελευταία τριάντα χρόνια. Κυρίως όμως βίωσε τη γήινη προσωρινότητα, κατανόησε βαθιά πως «αύρες είμαστε, αγέρας/ στα φύλλα κατοικούμε/ γι’ αυτό φθινόπωρο να ‘σαι προσεκτική». Τα που γράφει, μεταξύ των άλλων στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του “Ελάσσονες τόνοι σε μείζονες κλίμακες στην ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου (εκδ. “Κεδρισός”, Χανιά 2010) ο καθηγητής του Ιονίου Πανεπιστημίου Θεοδόσης Πυλαρινός. Για την «ανθρωπιά που διασώζεται στην ποίησή της και που πρέπει να συνοδεύει τον σύγχρονο άνθρωπο», έκανε λόγο και ο Γιώργος Πιτσιτάκης, ωστόσο, περισσότερο τον «αέρα της ανθρωπιάς» που ένιωθα ότι έπνεε κατά τη διάρκεια της προβολής της ταινίας του Νταντινάκη στο Πνευματικό Κέντρο, προπάντων, αναθυμούμαι. “Οταν φυσά ο άνεμος της ανθρωπιάς”… Να ένας υπότιτλος για την ταινία του…

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΓΕΙΑ ΣΟΥ, ΜΙΚΗ ΟΥΡΑΝΟΜΗΚΗ!

«Ζάτουνα, Φεβρουάριος 1969. Αρχίζει η μελέτη. Η αυτογνωσία. Η σύνθεση. Ο κλοιός γύρω μου ασφυκτικός. Τα μέτρα σκληρά και ηλίθια. Τα νεύρα μου τεντώνουν. Η ψυχή μου πονάει. Ξαφνικά, ακούω τη χάλκινη φωνή του Σικελιανού: “Ομπρός οι δημιουργοί”. Βλέπω τον ποιητή μπροστά μου, γιγάντιο άγγελο να περνά, να φεύγει και να ξανάρχεται. Η φωνή του βροντερή, όπως τον Φλεβάρη του 1943 στη γερμανική κατοχή, όταν στον τάφο του Παλαμά και κάτω από τη μύτη των γερμανικών όπλων, βροντοφώναζε το σάλπισμα για Αγώνα και Λευτεριά. Ο στίχος του με τυλίγει σ’ ανεμοστρόβιλο. “Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα”. Έξω χιονίζει. Είμαι μόνος. Οι φρουροί μου τουρτουρίζουν στο κρύο. Τους φωνάζω μέσα στη ζεστασιά. Τους κερνώ τσικουδιά. Βγάζουν τις χλαίνες, κάθονται γύρω από τη φωτιά και με παρακολουθούν αμήχανα που συνθέτω με συντροφιά το πιάνο. Ξαφνικά,   οι χωροφύλακες γουρλώνουν τα μάτια: “Για ξαναπαίχ’ το!” Παίζω το τραγούδι από την αρχή και προχωρώ. Κερνώ ξανά τσικουδιά!». Από το βιβλίο “Μίκης Θεοδωράκης: Θρησκεία μου είναι η Ελλάδα” του Γιώργου Λογοθέτη.
Ένας γέρω – κυπάρισσος, που οι ρίζες του σταυροδένονται με τις μνήμες της Ελληνίδας γης και η κορφή του βιγλίζει τον Έλληνα ουρανό, είναι ο Μίκης Θεοδωράκης, που έγινε τις προάλλες (στις 29 Ιουλίου) 94 χρονών. Ο Μίκης ο Ουρανομήκης! Έτσι τον είχε ονοματίσει πριν από μερικά χρόνια ένας άλλος Κρητικός γέρω – κυπάρισσος, ο Άγιος στη λαϊκή συνείδηση μακαριστός μητροπολίτης Ειρηναίος Γαλανάκης. Μίκης ο Ουρανομήκης… Γιατί είναι πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα… Ελληνομήκης!
«Γεια σου, Μίκη/ Δεν σ’ έχω δει ποτέ,/ όμως η μελωδία σου/ τραντάζει την καρδιά μου/ Ρωτάω τον ουρανό:/ Γιατί;/ Μ’ απαντάει γιατί είσαι γιος του,/ Η μελωδία σου πηγάζει από τον ουρανό.// Δεν σ’ έχω δει ποτέ,/ όμως η δύναμή σου/ μεταδίδεται στο αίμα μου./ Ρωτάω τη γη:/ Γιατί;/ Μ’ απαντάει γιατί είσαι ο γιος της./ Η δύναμή σου πηγάζει από τη γη.// Δεν σ’ έχω δει ποτέ,/ όμως η ψυχή σου/ χτυπάει την ψυχή μου./ Ρωτάω τον λαό:/ Γιατί;/ Μ’ απαντάει γιατί είσαι γιος του./ Η ψυχή σου πηγάζει από τον λαό.// Ω! Μίκη!/ Η Ελλάδα θα γίνει πιο νεότερη/ λόγω των τραγουδιών σου./ Η ζωή θα γίνει ωραιότερη/ λόγω της μουσικής σου./ Η αγάπη θα γίνει γλυκύτερη/ λόγω της μελωδίας σου.// Ω! Μίκη!/ Ήθελα να σε δω από κοντά!/ Ήθελα να σου πω από κοντά/ μόνο μια λέξη, Γεια σου, Μίκη!» Ποίημα (γραμμένο στα ελληνικά και στα κινέζικα) της Κινέζας ποιήτριας Σιου Κάι.
ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΔΟΙ ΜΑΣ

«Θάλασσας θάρρος δε μου ’λειψες ποτέ/ εσύ μου παραστάθηκες. Είχες τ’ αθάνατο αλάτι/ μ’ εμπιστοσύνη σου ’δινα τις πληγές μου./ Μες στους αφρούς σου εσαπουνίστηκα κι ανάπνευσα/ κι αλάφρωσα απ’ το αίμα το πηχτό/ μου ’δωσες φύκια κι όστρακα να παίξω/ τον αχνό περπάτησες ως τα ρηχά για να τον πάρω/ άμπωτη με συμπόνεσες/ σπαρταριστό άφηνες το κεφαλόπουλο στην άμμο». Βικτωρία Θεοδώρου (“Εκδρομή”, 1973).
«Ας έχουμε την επίγνωση της ανεπάρκειάς μας/ Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ’ αυτό του Κόσμου./ Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας/ Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι/ Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν/ Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά  τους/ κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες/ σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας/ αέναα θα ξεσπούν/ Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς/ Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και/ στο τέλος τους/ χωρίς εμάς». Βικτωρία Θεοδώρου (“Μειλίγματα”, 1990).
«Πήγαινε εκεί που κανένας δεν πάει./ Τόλμησε τους επικίνδυνους δρόμους/ τις περιφρονημένες ατραπούς./ Άκουσε ακόμα μια φορά τους αλλότριους./ Εκεί σκέψου τις πόλεις των εχθρών./ Κρίνε αυστηρά την παρόρμηση, τη φαντασία, τη φήμη./ Ψαύσε ο ίδιος την απειλή./ Συνομίλησε με τους εναντίους./ Μετάφρασε το αλφάβητό τους. Δέξου πως είναι σαν κι εσένα». Βικτωρία Θεοδώρου (“Οι ευνοημένοι”, 1998).
«Φιλολογικό μνημόσυνο – ημερίδα για την ποιήτρια και αγωνίστρια Βικτωρία Θεοδώρου στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης, το περασμένο Σάββατο 27 Ιουλίου. Με αφορμή το 6μηνο μνημόσυνό της στο παρακείμενο Μοναστήρι της Γωνιάς. Να δοθεί το όνομά της σε μια οδό στην περιοχή της Νέας Χώρας Χανίων καθώς και να φιλοτεχνηθεί μια προτομή της, η πρόταση από τον πρόεδρο του Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας Κώστα Μουτζούρη. Την προσυπογράφουμε άπαντες. Πάντα πάντως θα είναι για όλους μας οδοί και τα ποιήματά της!
Χανιὠτικα νἐα , 2 Αυγούστου 2019))

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ





Γράφει ο Κώστας Νταντινάκης 

Η βιωματική ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου (1925-2019) υποδηλώνει σαφώς ότι το νερό, σε στεριά και θάλασσα, αλλά και το χώμα, αποτέλεσαν πρωταρχικά στοιχεία της πύρινης ζωής της, τα οποία με την πάροδο του χρόνου λειτούργησαν ως καθαγιασμένα σύμβολα στη σκέψη της. [1] Το έργο της βρίθει λέξεων που αφορούν στο υγρό στοιχείο, χωρίς να υστερούν σημαντικά όσες αναφέρονται στη γη.


Στα 603 ποιήματα [2] που περιέχονται στις δεκατρείς συλλογές της η λέξη “νερό” εμφανίζεται 101 φορές, η θάλασσα 92, το κύμα 53, η βροχή 34, ο γιαλός 23, το πέλαγος 23, ο ποταμός 22, η λίμνη 22, ο αφρός 19, το ποτάμι 17, η πηγή 15, το πηγάδι 13, η βρύση 13, ο βυθός 13, η στέρνα 11, ο ωκεανός 9, το περιγιάλι 8, ο (θαλασσινός) βοριάς 8, το ακρογιάλι 7.
Επί πλέον αριθμούνται και λέξεις που άπτονται άμεσα ή έμμεσα γενικότερα του υγρού στοιχείου και ειδικότερα της θάλασσας, όπως: άμμος 26, νησί 25, βράχος 23, όχθη 21, πλοίο 17, καράβι 14, λιμάνι 14, αλάτι 13, κογχύλι 12, καΐκι 11, κουπί 11, δίχτυ 11, ψάρι 11, αμμουδιά 10, αύρα 10, σκάφος 10, Τρίκερι 10, ναύτης 9, ακρωτήρι 9, βότσαλο 8, φύκι 7, πόντος 6, γλάρος 6, δελφίνι 5, ζέφυρος 5, άγκυρα 4, νεώριο 4, βαπόρι 4, βάρκα 4, φλοίσβος 4, αλλά και: θαλασσινός, θαλάσσιος, θαλασσοταραχή, θαλασσόβιος, θαλασσοσπηλιά, θαλασσοπούλι, θαλασσομάχος, παραθαλάσσιος, ακροθαλασσιά, ακρογιαλιά, παραλία, ακτή, γυρογιάλι, κυματισμός, κυματοδαρμένος, παλίρροια, πλημμυρίδα, άμπωτη, αμμοθύελλα, αμμουδερός, αμμούδα, αρμυρός, αρμυρίκι, αρμυρολούλουδα, αμμόκρινα, pangratium maritimum, ψαράς, ναυτικός, καπετάνιος, πελαγόπετρα, χελιδονόψαρο, σκυλόψαρο, κεφαλόπουλο, σμέρνα, πέστροφα, αθερίνα, μέδουσα, φώκια, σφουγγάρι, σουπιοκόκαλο, κοράλλι, όστρακο, αχινός, καβούρι, πετράδια, χοχλάδια, γοργόνα, ποντοπόρος, ποντισμένος, ικάριος, ενάλιος, περιγιαλίτικος, νησιώτικος , νησιώτισσα, πυξίδα, ναυάγιο, ερημονήσι, ξερονήσι, νήσος, αφροκοπώ, αρμενίζω, κυματίζω, αναδύομαι, αγναντεύω, αγνάντεμα, αγναντεύουσες, καραβάκι, ψαράδικο,  πολυκάταρτο, ξύλο, μονόξυλο, πλεούμενο, γαλέρα, βαθυσκάφος, κήτος, αρματαγωγό, καραβόπανο, πανί, κατάρτι, άρμενα, πλους, φάρος, κάβος, όρμος, κόλπος, γούβα, δολιχή, γούπατο, τσαχίλι, ανάβαθα, συμπληγάδες, μελτέμι, μπάτης, φουρτούνα, μπουρίνι, τρικυμία, μπονάτσα, αλισάχνη, Ατλαντίδα, Αιγαίο, Ικάριον, Μυρτώον, Λιβυκό, Άξενος, Μαύρη θάλασσα, Πόντος, Κασπία, Μεσόγειος, Εύριπος, Τρίτωνας, Ποσειδώνας, Μέδουσα, Κυμοθόη, Ελίκη, Μακρόνησος, Μακρονήσι, Καλοί Λιμένες, Ακρωτήρι, Λαζαρέτα, Καινούργια Χώρα, κ.ο.κ.
Αντιθέτως, το “χώμα” εμφανίζεται 72 φορές, η γη 66, η στεριά 12, και άλλες λέξεις σχετικές με τη γη όπως: βουνό 47, πέτρα 51, όρος 22, κάμπος 16, γκρεμός 12, πλαγιά 9, οροπέδιο 9, φαράγγι 8, κοιλάδα 6, οροσειρά 5, πεδιάδα 5, γκρεμνά 2, λέσκα 1, κ.ο.κ.
Στην παρούσα μελέτη [3] θα περιοριστούμε σε μερικές από τις καίριες αναφορές της ποιήτριας προς τη θάλασσα, ευχετικές (νοσταλγία, εύνοια, προοπτική κ.ο.κ.) αλλά και αποτρεπτικές (άλγος, στέρηση, εμπόδιο κ.ο.κ.)
Στο λυρικότατο “Εγκώμιο” (1957) η αύρα της μάνας του μόχθου βρίσκεται “μες στα πλυμένα ρούχα που στεγνώνουνε, στ’ αγέρι της θάλασσας”, ενώ όταν ζούσε καθόταν πλάι “στη θάλασσα τη μεγαλόστηθη”, να λέει “της θάλασσας τα πάθη” της, εμπιστευόμενη “τον άπιστο γιαλό”. Είναι η “χελιδονομάνα που φτερουγάει στη θυμωμένη θάλασσα” να δει το εξόριστο παιδί της ενώ όταν επιστρέφει στις βιοποριστικές της έγνοιες θα είναι η ίδια σαν την αεικίνητη θάλασσα: “Αν στάθη η θάλασσα έξ’ από την αυλή μου / εκαταλάγιασα κι εγώ απ’ τα ξημερώματα”.
Στο “Κατώφλι και Παράθυρο” (1962) ο παιδικός παράδεισος βρίσκεται στην Καινούργια Χώρα, εκεί που “όλα τα γλύφει η θάλασσα”. Η ποιήτρια, με την ήδη ασθενική ακοή της, χάνει “το φλοίσβο και του βότσαλου το τρίξιμο” μένοντας και ως ενήλικη μ΄ένα βάρος στα μάτια: “Ακούω με τα μάτια μου το κύμα σου θάλασσα”. Στον αναιδή θρίαμβο των νικητών του Εμφυλίου στη γέφυρα του Κλαδισού, η φύση αντιστέκεται: “Βούρκος, τα κρύσταλλα νερά / κι εχόλιασεν η θάλασσα / και δε βαστάει / να τα σηκώνει”. Αλλά και στην εξορία, ζωσμένη “με θάλασσα πικρή χωρίς καράβια” σε “ξένα χολιασμένα πέλαγα”, κοιτά “μ’ ανατριχίλα / σαν ερπετό, σαν κρύο στοιχειό, τη θάλασσα”.
Στο “Βορεινό προάστιο” (1966) νιώθει το βουνό να της βαραίνει το στήθος αφού δεν μπορεί να δει “τον ήλιον αδελφό και ταίρι με τη θάλασσα”: “τιμώ τα δέντρα μα τη μοίρα τους δεν τη ζηλεύω / πουλί περιγιαλίτικο, ποθώ το κύμα”. Αργότερα, όταν εκείνοι που την έθρεψαν έχουν χαθεί και το γενέθλιο τοπίο αρχίζει ν΄αλλοιώνεται, “μονάχα η θάλασσα μέσα σ’ αιώνια νιότη αστράφτει”, πλην ανήμπορη να διαφυλάξει τη συλλογική Μνήμη της συνοικίας. Ένα ενθύμιο από τον γενέθλιο τόπο του σλαβομακεδόνα πατέρα, γίνεται αιτία συμπόνιας προς τη μικρή και επί χρόνια παρεξηγημένη αυτή χώρα με τους βάλτους της “τους στερημένους / της θάλασσας την αύρα”.






Στο “Λαγούτο” (1971) τα δώρα που χαρίζει στην ποιήτρια ο ονειροδότης ύπνος είναι “Θάλασσες, και κουπιά, / τη νιότη μου ντυμένη στ’ άσπρα, / κι απ’ όλα τ’ ακριβότερο, τη λησμονιά”. Η εξορία, με την άρνηση δήλωσης μετανοίας, είναι επιλογή: “Στο νησί ήρθα, διάλεξα θάλασσα ξεχασμένη”. Εκεί, στων κατσικιών το δρόμο με τη θέα της απεραντοσύνης η αναφώνηση “κι ω, θαύμα, η θάλασσα μας φανερώθηκε από πέρα” δυναμώνει τη νεανική θέληση για συνέχιση του αγώνα: “Ω Αθάνατη, […] το έχεις καιρό ανασήκωσες με των αφρών σου τους χορούς”.
Στην “Εκδρομή” (1973), η πολύχρονη εξορία θέλει τη θάλασσα συμπαραστάτη: “και τι τη θέλω την ελπίδα, είπα, / θα μου σταθεί η θάλασσα και η ελιά” αφού “Θάλασσας θάρρος δε μου ’λειψες ποτέ […] Είχες τ’ αθάνατο αλάτι  / μ’ εμπιστοσύνη σου ’δινα τις πληγές μου”. Εκεί, αφενός εκφράζει την ευχή για καθαρμό ,“Θάλασσα και παλίρροια φεγγαρίσια, ανέβα / να καταπιείς, τ’ αλίμονο για νικημένους και για νικητές” αφετέρου ονειροπολεί το ακριβό όραμα: “Με τις κορφές της θάλασσας, / σχημάτιζα λυτρωτικά καράβια / τους έβανα σημαίες σε χρώμα παπαρούνας / κι αδέρφια ναύτες, ελευθερωτές”.
Στην κοσμολογική “Ουρανία” (1978), η ποιήτρια παρακαλεί τον λαμπρό πλανήτη να μην την αφήσει να γίνει “όχθη στεγνή, σκελετωμένη κλίνη, / θάλασσα σεληνιακή” ακόμα και εάν αυτό της είναι δοσμένο από τη μοίρα.
Στον “Αρειο Ύπνο” (1983) ο κατακτητής από τον τάφο ομολογεί ότι, στη γη που πυρπόλησε, η λαχτάρα του αλατιού του χάρισε “την αιώνιά της θάλασσα” που ονειρευόταν όταν διάβαζε Όμηρο: “Καλή τε και πείρα / εν μέσω δ’ οίνοπι πόντω…” Στον οργισμένο της θούριο η ποιήτρια αναρωτιέται “Πού ’ναι ο γιαλός που μου αποκάλυψε / του έπους το ρυθμό; […] τι σημαίνει η σιωπή σου κύμα;” κι αποθαρρυμένη απευθύνεται στη φύση: “θάλασσα πολύτοκη, θάλασσα επίμονη, / ριφάκι του γκρεμού κι αγρίμι / μήπως το τελευταίο, το τελευταίο / χαίρεστε καλοκαίρι;”
Στη “Νυχτωδία των Συνόρων” (1986) οι γενέθλιες “νότιες θάλασσες” με την ανάκληση στο νου μιας δεύτερης πατρίδας ταξιδεύουν οδυνηρά αλλ΄όχι χωρίς ελπίδα την ποιήτρια “στης φαντασίας την Πρέσπα” όπου καραδοκούσε μέχρι την πρόσφατη Συμφωνία η Έρις μεταξύ των δύο Λαών. Το πεπρωμένο της ωστόσο από παιδάκι, με νηπιαγωγούς της “πουλιά της θάλασσας”, την αξίωσε να ιστορεί ενάντια στη λήθη, “τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημένων. Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας”.
Στα “Μειλίγματα” (1990) που η κριτική χαρακτήρισε ‘χοές κατά της έσχατης πίκρας’ οι στίχοι “Πεθαίνει η θάλασσα / Γέρνει η Ελίκη” υπονοούν τον χρόνο που φεύγει, άρα και τον θάνατο, συνομιλώντας με το “Ακόμα κι η θάλασσα πεθαίνει” του Φ. Γκ. Λόρκα. Μετά τα γήινα, ο αγνωστικισμός της ποιήτριας ευελπιστεί σε μια άχρονη συνέχεια της υπόστασής της: “Ήσουν η δημιουργία κάποτε θάλασσα για μένα / ήσουν ο Ωκεανός πριν δω πριν μαθητέψω / στων άστρων το δρυμό ”.
Στο “Χρονικό” (1994), με την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, αυτοί που έριξαν πέτρα φεύγοντας στη Δύση, “Ορίζοντα δε βλέπουνε σε τούτα εδώ τα μέρη […] Κι η θάλασσα που λαχταρούσαν, / Ούτε στο χάρτη, ούτε στο κύμα”. Οι Ελληνες από τις χώρες του Πόντου με τις πραμμάτειες τους στις λαϊκές του Λεκανοπεδίου, δεν βρήκαν γη επαγγελίας: “Η θάλασσα πήρε το πλοίο / Μαζί με την άγκυρα και πάει / Τάχα πως σε γιαλό θ’ αράξει μητρικό”.
Στη συλλογή “Ευνοημένοι” (1998) παρακαλεί τους νεκρούς να την επισκεφτούν στον ύπνο της, να της “ξαναδώσουν μέρες της νιότης, εξαίσιες εποχές”, όπως εκείνος ο ακορντεονίστας κάτω απ΄ το παράθυρό της “που ο φλοίσβος της θάλασσας τον προκαλούσε” να συναγωνιστούν στη μουσική. Η ποιήτρια παρακαλεί την ιαματική “Ώριμη θάλασσα του φθινοπώρου”, στην οποία άλλοτε εμπιστεύτηκε το σώμα της, να μην αλλάξει τις διαθέσεις της και σε “Καλούς Λιμένες” γηρατειών να την οδηγήσει.
Στη συλλογή “Κεδρισός” (2001) όσοι πληθυσμοί κατοίκησαν από την αρχαιότητα γύρω απ΄τις όχθες του  “αφήσανε την αύρα τους / αντικατοπτρισμό πάνω στη θάλασσα”. Σήμερα, με ανεξίτηλες ακόμα τις μνήμες από τις θηριωδίες των Ναζί, το ρέμα εξακολουθεί να είναι νωθρό αφού “πάλι δεν κατεβαίνει ο ποταμός να βρει / της θάλασσας το στήθος […] για να σκεπάσει τις άρειες φωνές”. Όπως ο Κεδρισός είναι επίγειος αλλά και ουράνιος ποταμός, έτσι “η ανοιχτή κι απέραντη θάλασσα / με τ’ αναρίθμητά της άλφα”, ευλογημένη και ανελέητη, καθρεφτίζει τις διαθέσεις του ουρανού με τ΄αναρίθμητά του άστρα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Θεοδόσης Πυλαρινός, “Ελάσσονες τόνοι σε μείζονες κλίμακες στην ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου” εκδ. Κεδρισός, Χανιά 2010, σ. 44
2. Στις πρώτες εκδόσεις αριθμούμε 588 ποιήματα στα οποία περιλαμβάνονται 15 ανέκδοτα που δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά  “Θαλλώ” (1999), Ελλωτία” (2002) και “Μανδραγόρας” (2005).
3. Περιληπτική μορφή κεφαλαίου της υπό έκδοσιν μελέτης “Τα συστατικά στοιχεία του φυσικού κόσμου στην ποίηση της Βικτωρίας Θεοδώρου”.

Χανιώτικα νέα (Σάββατο, 27.7.2019)

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ


ΑΙΘΕΡΙΑ ΥΠΑΡΞΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΟΙΗΣΗ* 



Γράφει ο ΣταύροςΚαλαιτζόγλου
Τ
Η γνώρισα πριν 17 χρόνια. Ηδη η κόρη της, η κα Ειρήνη Σπανουδάκη, εκλεκτή συνάδελφος και σπουδαία δημιουργός η ίδια, με είχε φέρει σε επαφή μαζί της. Από τότε, για μια περίπου τριετία, είχαμε μια φιλική και συναισθηματική επαφή. Καρπός των συναντήσεων εκείνων, πλην των όσων σοφών έμαθα κοντά της, υπήρξε μια αρκετά κατατοπιστική συνέντευξη για το έργο και τη ζωή της (Χ.ν., 1-6-2003) καθώς και μια μικρή αλληλογραφία γραμμένη με μολύβι, με εκείνα τα επιτηδευμένα όμορφα γράμματά της.
ΜΕ ΤΗ ΒΙΚΤΩΡΙΑ Θεοδώρου (1925-2019) είχαμε, κάποια νεοχωρίτικα απογεύματα του Σεπτέμβρη του 2002 ατέλειωτες συζητήσεις για την ποίηση, τα Χανιά, την Ελλάδα τον κόσμο. Συζητούσαμε για όλα και περισσότερο για την πνευματική κίνηση της πόλης των Χανιών που υπεραγαπούσε. Αιθέρια και λεπτεπίλεπτη σωματικά ύπαρξη, διστακτική πολλές φορές στο λόγο κι άλλοτε χειμαρρώδης, πάντοτε ευγενής και προσηνής δεν φανέρωνε καθόλου το πόσο υπέφερε στη νεανική της ζωή εξαιτίας των πολιτικών της φρονημάτων. Τα βιώματά της από την εξορία στα νησιά του Αιγαίου (Χίος, Τρίκερι, Μακρόνησος) διαποτίζουν όλο το έργο της. Είναι όμως έτσι δοσμένα, ώστε ο αναγνώστης να αντλεί από αυτά δύναμη και αισιοδοξία. Όχι ιδεοληπτική πολεμική και εκδίκηση.

ΕΥΛΗΠΤΗ και ανθεκτική στο χρόνο, «φινετσάτη» γλωσσικά και με ήχους συμπαντικής μουσικότητας είναι η ποίησή της. Αρύεται κυρίως από τα δυστοπικά μαύρα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής Ελλάδας με τους «νικητές» και τους «ηττημένους» ενός αιματηρού εμφυλίου, τις διώξεις και τις εκτοπίσεις! Χωρίς να είναι η ίδια «στρατευμένη», όπως άλλοι αριστεροί ποιητές… Έτσι, καταφέρνει να μη μπαίνει σε κλισέ και κομματικά καλούπια… Αρκούν ωστόσο μερικά ποιήματα τής ώριμης περιόδου της, όπως αυτά της συλλογής της «Ουρανία» (1978), για να εισχωρήσει κανείς στο άβατο μιας ποίησης που λατρεύει το «ταξίδι του νου και της ψυχής» σε λημέρια πέραν του είναι και του νοείν.
Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ συλλογή της Β.Θ. με τίτλο «Ουρανία» αποτελεί, κατά την άποψή μας, ένα κομβικό σημείο στη μετουσίωση σε «καθαρή» ποιητική τέχνη της «ιλύος» του οδυνηρού παρελθόντος της. Είναι και μια «στάση» καταλλαγής με τον εαυτό της και με τους άλλους· είναι μια «ευγενική φυγή» σε κόσμους απόμακρους από την καθημερινότητα, αέρινους, άπιαστους.
Ο ΕΝΑΣΤΡΟΣ ουρανός τις νύχτες όταν τον βλέπεις από τηλεσκόπιο ή από ανοιχτούς ορίζοντες, σε καλεί θέλεις δεν θέλεις σε «ανάλαφρα» ταξίδια, μετέωρα ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Γράφει:
«…Είμαι ανάλαφρη και με σηκώνουν
οι μαγνητικές ακτίνες των άστρων
Η κίνηση τ’ ουρανού με αναστατώνει
κι ο ύπνος μου, ύπνος δεν είναι, μα ταξίδι
και βίος.» (Ουρανία, «Νυχτοβάτης», σελ. 8) (1)





Η «ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ» της με τον φαντασιακό κόσμο ενός άστρου στο υπερπέραν, την εμπνέει και τη «σημαδεύει». Ταυτόχρονα της δίνει «παρηγοριά» φωτίζοντας και τα σκοτάδια της ζωής της. Είναι ένα μυστικό αστέρι-το «αστέρι της»-που τη μαγνητίζει και που δεν θέλει «να δύσει» νωρίς:
«…Μαγνήτης του βλέμματος κι επιφώνημα αιώνιο
του βοσκού, του σοφού,
άστρο που σημαδεύεις του ποιητή την κοίτη,
εσύ κυβερνάς την πλημμυρίδα της έμπνευσης
και τα σκοτάδια παρηγορείς.
Βράδυνε, παρακαλώ σε, να δύσεις…» (Ουρανία, σελ. 36, «Επιφώνημα αιώνιο»)
Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ αρέσκεται να δραπετεύει από τη σκληρή πραγματικότητα: τόσο αυτή που βίωσε στα νιάτα της όσο κι αυτή που τώρα ζει, μεγάλη πια: μια ανελέητη καθημερινότητα, χωρίς πολλά «πάρε-δώσε» με τους άλλους, χωρίς δημοσιότητες και «ψευτοεπικοινωνίες»:
«…Έξω απ’ την πόρτα μου στοιβάχτηκαν
Σφαγμένες οι επικοινωνίες,
Δίχως άνοιξη, πεθαμένα τα δέντρα
Και τα πουλιά παγωμένα.» (Ουρανία, σελ. 35, «Η Τρέλα»)
ΑΝΑΓΚΑΣΜΕΝΗ στη νεότητά της να ωριμάσει βίαια, όπως και πολλοί άλλοι «σόκαιροί» της, δηλαδή χωρίς να έχει ζήσει όπως θα΄ πρεπε τη νιότη της, αναρωτιέται για το «ανάστροφο» της ζωής της:
«…Πρωθύστερα τα πάντα μου, περιπεπλεγμένα
Στα νιάτα μου γήρας βαθύ
Στη δύση μου νιότη ανατέλλει
Η νύχτα ημέρα μου, η αυγή μου σούρουπο
Δακρυσμένο το γέλιο μου
Το δάκρυ μου ποτίζει κάποτε το φύτρο μιας χαράς.» (Ουρανία, σελ. 18, “Παλιά”)
ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ, απελευθερωμένη από τύψεις, «ευθύνες» και άλλα «πρέπει» που ένας παράλογος καθωσπρεπισμός επιβάλλει, βυθίζεται στην αγαπημένη της ποίηση που είναι η μόνη της διέξοδος, ο μόνος της αγώνας, ό,τι κι αν γίνει στη ζωή της. Αγώνας «για να μη σβήσει» η φωνή της, πόλεμος ευγενικός «μ΄ένα φτερό»:









«Τίναξα από τα κλαδιά μου την ευθύνη
Τον τελευταίο καρπό που επίμενε να με ρουφά
ελεύθερη είμαι στους ανέμους, στα στοιχεία
σαν άνεμος και σαν στοιχείο
αν θέλει η ουρανία (2) να με τιμήσει
έχω χυμούς ακόμα
Αν θέλουν να’ ρθουνε πουλιά θα τα βαστήξω
με τις φωλιές, με τις λαλιές τους
Αν πέσω ας πέσω: γύρω μου τα δάση λειτουργούνε
Πετούν οι σπόροι, ταξιδεύουν.
Για την ανατολή σου τώρα ζω τη δυτική·
κι εγώ ανατέλλω με τη δύση και συντάσσω
τις χορδές του λαγούτου μου να παίξω.
Για να μη σβήσω παίζω, για να ποντιστώ
Και πολεμώ μ’ ένα φτερό…» (Ουρανία, σελ.38, «Μ’ ένα φτερό»)
…ΣΤΟ κάτω-κάτω τι άλλο είναι η ποίηση, αν δεν είναι ένας «πόλεμος μ’ ένα φτερό» εναντίον της μιζέριας που μας κυκλώνει κάθε μέρα, αλλά και εναντίον του θανάτου;
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
-(1) Βικτωρία Θεοδώρου, Ουρανία, Κέδρος, β’ έκδοση, 1999, ποίημα «Νυχτοβάτης», σελ. 8
-(2) Ουρανία, επίθετο της Αφροδίτης (σημείωση της Β.Θ., σελ. 13, της συλλογής «Ουρανία»)


*Μικρό αφιέρωμα στη μνήμη της Χανιώτισσας ποιήτριας Βικτωρίας Θεοδώρου (1925-2019), για τους 5 μήνες από το φευγιό της. (19 Φεβρουαρίου 2019)

Χανιώτικα νέα (Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2019) 





Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ


«Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια/ ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια/ αναγράφω σοι η πόλις σου, Θεοτόκε…». Μαζί με ριζίτικα τραγούδια, το “Πότε θα κάνει ξαστεριά” και το “Αγρίμια κι αγριμάκια μου”, και το “Υπερμάχω”. Πριν ακόμα πάω στο Δημοτικό, το άκουσα πρώτη φορά, τέτοιες μέρες. Σαν σε όνειρο… Στην Ε’ τάξη έμαθα και την ιστορία του. Η Παναγία ήταν η Υπέρμαχος Στρατηγός, η Στρατηγίνα της Ρωμιοσύνης, και η Κωνσταντινούπολη η, “πόλις” της. Καμία μετάφραση δε χρειαζόμουν, καμία άγνωστη λέξη δεν είχα, όταν επιστρέφοντας απ’ το σχολείο για το σπίτι, το έψελνα στεντορεία τη φωνή.
Σαν σε ταινία μπροστά μου τα γεγονότα, όπως τότε… Οι Αβαροι, που έρχονται να πάρουν την Βασιλεύουσα, ενώ ο αυτοκράτορας Ηράκλειος λείπει σε πόλεμο εναντίον των Περσών. Ο πατριάρχης Σέργιος που περιφέρει στην πόλη την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνιώτισσας και ενθαρρύνει τα πλήθη…. Η Παναγία σε ρόλο Υπέρμαχου Στρατηγού. Ο ανεμοστρόβιλος που βυθίζει τα περισσότερα καράβια των πολιορκητών και τους τρέπει σε άτακτη φυγή… Ο Ακάθιστος Υμνος… 
Θα ακουστεί κι απόψε στους ανά την Ελλάδα ορθοδόξους ναούς το “Υπερμάχω”, οι Γ’ Χαιρετισμοί της Παναγίας γαρ. Ωστόσο οι “Αβαροι” περιτρέχουν ανενόχλητοι”, ανά τας οδούς και τας ρύμας του Εθνους ή είναι ιδέα μου;

ΧΑΙΡΕ, ΩΡΑΙΑ ΩΣ ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΠΟΙΗΤΡΙΑ


Ενας παλιός πρωτοκαπετάνιος των Αρμάτων και των Γραμμάτων, που επιμένει να κατοικοεδρεύει στον Κεδρισό ποταμό, μου “ανέθεσε” ν’ απευθύνω στην Βικτωρία Θεοδώρου το “χαίρε” και να το κλείσω μ’ ένα ποίημά της που έγραψε για τη γειτονιά που γεννήθηκε. Με τη συμπλήρωση 40 ημερών από το φευγιό της στο άλλο ημισφαίριο της ζωής. Στο μνημόσυνό της που έγινε στην Εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, της Καινούργιας Χώρας, σε δυο σχολεία της οποίας υπήρξα δάσκαλος, την περασμένη Κυριακή 24 Μαρτίου.
Χαίρε εσύ γιατί τα κύματα του τόπου που σε γέννησαν, σε δίδαξαν το ανυπότακτο. Χαίρε γιατί μια ζωή λειτουργούσουν και λειτουργούσες το και στο ανυπόκριτο./ Χαίρε γιατί “μόνο ένα καλάμι και του κορυδαλλού η τρίλλια” ήταν η δική σου περιουσία. Χαίρε γιατί η στράτευση στη σημαία της ανθρωπιάς ήταν της επίγειας παρουσίας σου η ουσία./ Χαίρε γιατί αρνήθηκες να κάνεις δήλωση μετανοίας. Χαίρε γιατί των παραλόγων αλόγων της κοινωνίας κράτησες τα ηνία./ Χαίρε ότι έμαθες να προφυλάγεις τη μητέρα και να την προετοιμάζεις για τα γηρατειά. Χαίρε ότι αγάπησες τον πατέρα και τον έκλεισες στο φυλλοκάρδια σου σαν ζωγραφιά./ Χαίρε γιατί ξεπέρασες τον απόηχο της ήττας. Χαίρε γιατί ατένισες της ανθρώπινης ζωής το υπέροχο ήτα./ Χαίρε γιατί την απλότητα ύμνησες και αποθέωσες. Χαίρε γιατί των ανθρώπων τις όποιες μικρότητες απονέκρωσες./ Χαίρε γιατί μέσω του “Αρειου Υπνου” την πίκρα και την οργή σου για τη “λυκοποίηση” του ανθρώπου εξέφρασες. Χαίρε γιατί ταυτόχρονα τους δρόμους για την ειρήνη εχάραξες./ Χαίρε ότι στο “Βορεινό προάστιο” με το “Λαγούτο” σου μας ξεχειμωνιάζεις. Χαίρε ότι με μες στη “Νυχτωδία των συνόρων” σου με τα “Μελίγματά” σου μας καλοκαιριάζεις./ Χαίρε, εσύ, η πάντα ελεύθερη στην εξορία σου. Χαίρε, εσύ, η πάντα εξόριστη στην ελευθερία σου./ Χαίρε γιατί τις λευκωρείτικες κορφές της ποίησης ανέβηκες. Χαίρε γιατί απ’ τις όχθες του Κεδρισού τις ατένισες./ Χαίρε εσύ η “δραπέτις” και η “πελαγινή”. Χαίρε η πάντα ωραία και γοητευτική./ Χαίρε ότι το Τάγμα της Μνήμης πιστά υπηρέτησες. Χαίρε ότι το άρμα της καρδιάς σταθερά καθοδήγησες./ Χαίρε Ωραία ως Ελληνίδα Ποιήτρια!
Το ποίημά της “Καινούργια Χώρα”, ένα ποίημα αφιερωμένο στη μάνα της, όπως και όλα τ’ άλλα που συμπεριλαμβάνονται στην ποιητική της συλλογή “Εγκώμιο” άλλωστε: «Δεν θ’ αρνηθώ τον τόπο όπου κρατεί τ’ αχνάρια σου/ εκεί θα ψάχνω πάντοτε να βρω/ πετράδια από τη θύμησή σου./ Δική μου θα ‘ναι η ταπεινή αμμουδιά/ που τρέφει τα μελαχρινά παιδιά και τους ψαράδες.// -Ωσάν τα ψάρια του γιαλού πληθαίνουνε/ και θρέφουνε την πείνα του μεγάλου/ και τραγουδούνε: “του ψαρά,/ του κυνηγού το πιάτο/ τις πέντε μέρες αδειανό,/ τις πέντε είναι γεμάτο”- /Το κλήμα που ‘θαψε μέσα στο κοκκινόχωμα/ κι επέταξε βλαστούς και φύλλα/ τις λεμονιές και τις μουριές που τάιζες το μετάξι.// Μια θέση έχω στη γη./ Είναι στο περιγιάλι που έζησες/ κι έγειρες να πεθάνεις».
Αθάνατη, Ωραία ως Ελληνίδα Ποιήτρια!

Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 29.3.2019)
http://www.haniotika-nea.gr/chere-orea-os-ellinida-piitria/

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ , ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ


ΠΛΗΡΗΣ ΥΠΑΙΝΙΓΜΩΝ Ο ΜΑΡΤΙΟΣ 

«Καθ’ οδόν (7 και 30 πρωινή προς εργασίαν)/ συναντώ τον Μάρτιο/ ευδιάθετον,/ υπαινιγμών πλήρη/ περί ανοίξεως και λοιπά./ Αναβάλλω την υπόστασή μου/ ανακόπτω τη σύμβασή μου με τον χειμώνα/ και διασπείρομαι σε χώμα./ Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,/ ξαπλωμένη, απλωμένη/ απέναντι στο/ καθ’ όλα σύμφωνο/ σύμπαν./ Φυτεύομαι άνθη,/ ανθίζω συναισθήματα,/ και είμαι πολύ καλά/ εις άπλετον προορισμόν/ και τοποθέτησιν./ “Απαγορεύεται η άνοιξις!”/ ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο/ απειλεί. Αμέσως/ μια βροχή άρχισε κι έλεγε/ εις βάρος της ανοίξεως/ και εις βάρος μου,/ ένας δύσθυμος άνεμος/ μου κατάσχει τα άνθη,/ μου κατάσχει τα συναισθήματα/ και μ’ οδηγεί στο Γραφείο». Από το ποίημα “Ουτοπίες” της Κικής Δημουλά.
«Σήμερα είν’ αρχιμηνιά κι είναι και πρώτη μέρα/ κι ήρθε κι ο Μάρτης κι ηύρε μας με δροσερόν αέρα./ Εβγα, Φλεβάρη, να μπει ο Μάρτης/ να δεις τον καλοπλουμιστή πως τα καλοπλουμίζει./ Σκέπασ’ τα πόδια σου, κερά να μην τα δει ο Μάρτης/ να ‘χεις εσύ το κρίμα κι εγώ την αμαρτία ντως./ Εβγα, Φλεβάρη, να μπει ο Μάρτης/ να ‘ρθει το χελιδόνι απού τη θάλασσα./ Τα δέντρα ανθούσι, μοσκοβολούσι./ Η γη βλαστάνει, καρπούς μας βγάνει/ και ρόδα κι άνθη/ η ψ’ή (ψυχή) ευφράνθη/ ήρθεν ο Μάρτης/ πάει ο Φλεβάρης./ Καλές κεράδες, και νιες και γράδες,/ τα μελιδόνια, τα χελιδόνια, όπου πετούσι/ ταΐσετέ τα, ποτίσετέ τα, καληνωρίσετέ τα». Παραλλαγή απ’ τα κρητικά “μαρτοκάλαντα” (βλ. Νίκου Ψιλάκη: “Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη”, εκδ. “Καρμάνωρ”).
«Ήρθε, ήρθε χελιδόνα, ήρθε κι άλλη μελιηδόνα,/ κάθισε και λάλησε και γλυκά κελάηδησε:/ Μάρτη, Μάρτη μου καλέ, και Φλεβάρη φοβερέ,/ κι αν φλεβίσεις κι αν τσικνίσεις, καλοκαίρι θα μυρίσεις./ Κι αν χιονίσεις, κι αν κακίσεις, πάλιν άνοιξη θ’ ανθίσεις./ Θάλασσαν επέρασα, τη στεριά δεν ξέχασα,/ κύματα κι αν έσχισα, έσπειρα ‘κονόμησα./ Εφυγα κι αφήσα σύκα/ και σταυρόν και θημωνίτσα./ Κι ήρθα τώρα κι ηύρα φύτρα/ κι ηύρα χόρτα, σπάρτα, βλίτρα,/ βλίτρα, βλίτρα, φύτρα, φύτρα». Από τα “Χελιδονίσματα” (Αικατερίνη Τσοτάκου-Καρβέλη “Λαογραφικό Ημερολόγιο”.
Σ’ ένα απόσπασμα απ’ το ποίημα “Ουτοπίες” της Κικής Δημουλά, που αναφέρεται στον Μάρτιο, σε μια παραλλαγή απ’ τα κρητικά “μαρτοκάλαντα”, που διέσωσε στο βιβλίο του “Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη”, ο Νίκος Ψιλάκης και σ’ ένα απόσπασμα απ’ τα γνωστά “χελιδονίσματα” που επιμένουν ακόμα να μαθαίνουν στα παιδιά κάποιες νηπιαγωγοί, στάση, σήμερα 1η Μαρτίου. Καλό μήνα και με το καλό να υποδεχθούμε την άνοιξη, που θα ‘ρθει επίσημα κι εφέτος, όπως πάντα τον τόπο μας κάπου στις 22 του μήνα…
ΚΕΡΙ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ* 
«Η ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Κακατσάκη “Οταν γίνεις ποίημα” είναι ένα βιβλίο που δεν ξεχνιέται. Εχει σοφία έχει γνώση. Με εκπλήσσει ευχάριστα η απλότητα του Ποιητή. Το παρελθόν των ανθρώπων έχει αξία να γραφτεί. Χαίρομαι που διαβάζω και ανακαλύπτω τον Βαγγέλη Κακατσάκη. Μου αρέσουν οι λέξεις του, είναι ποιητικές, έχουν ποιητικό χρώμα. Χαίρομαι που τα ποιήματά του έγιναν Ποίημα. Επαληθεύεται ο τίτλος του που είναι σεμνός. Στη φωτογραφία ο ποιητής έχει ωραίο βλέμμα, στοχαστικό, λίγο θλιμμένο, γιατί αυτός ξέρει περισσότερα από μας και θα συνεχίσει να καλλιεργεί τη γλώσσα». Βικτωρία Θεοδώρου.
Κερί στη μνήμη της μεγάλης, καταξιωμένης παγκόσμια, Ωραίας Ελληνίδας ποιήτριας Βικτωρίας Θεοδώρου, που έφυγε πριν από μια εβδομάδα στο άλλο ημισφαίριο της ζωής και τούτη η Στάση. Αντιγραφή από ένα σημείωμα -βλέπει το φως της δημοσιότητας σε έντυπο για πρώτη φορά- που μου έδωσε η κόρη της, η φιλόλογος – ποιήτρια Ειρήνη Σπανουδάκη, είναι. Ηταν 13 Οκτωβρίου 2013, στην Κρητική Εστία Αθηνών, όπου και είχαν έρθει μαζί στην παρουσίαση της εν λόγω ποιητικής συλλογής, από τον επ. Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Μάνο Στεφανίδη και την ποιήτρια Αγγελική Σιδηρά. Σιγά που δεν θα ερχόταν η Χανιώτισσα (Καινουργιοχωρίτισσα) Βικτωρία Θεοδώρου με το δώρο της!

Χανιώτικα νέα ( Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019)



* Το κείμενο αυτό έχει αναρτηθεί και στις 21.2.2019.... 



Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑ


«ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑ» ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗ:
ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ!




Της Βικτωρίας Θεοδώρου

Η ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Κακατσάκη «’Οταν γίνεις ποίημα» είναι ένα βιβλίο που δεν ξεχνιέται. Έχει σοφία, έχει γνώση. Με εκπλήσσει   ευχάριστα η απλότητα του Ποιητή. Το παρελθόν των ανθρώπων έχει αξία να γραφτεί. Χαίρομαι που διαβάζω και ανακαλύπτω τον Βαγγέλη Κακατσάκη. Μου αρέσουν οι λέξεις του, είναι ποιητικές, έχουν ποιητικό χρώμα.
Χαίρομαι που τα ποιήματά του έγιναν Ποίημα. Επαληθεύεται ο τίτλος του βιβλίου που είναι σεμνός. Στη φωτογραφία ο ποιητής έχει ωραίο βλέμμα, στοχαστικό, λίγο θλιμμένο, γιατί αυτός ξέρει περισσότερα από μας και θα συνεχίσει να καλλιεργεί τη γλώσσα.

Σ.Σ. : Κερί στη μνήμη της μεγάλης, καταξιωμένης παγκόσμια, Ελληνίδας ποιήτριας και αγωνίστριας της Εθνικής Αντίστασης, Βικτωρίας Θεοδώρου, που έφυγε πρίν από λίγες μέρες για το άλλο ημισφαίριο της ζωής η σημερινή ανάρτηση. Αντιγραφή από ένα σημείωμα - δημοσιεύεται για πρώτη φορά - που μου έδωσε η κόρη της, η φιλόλογος – ποιήτρια Ειρήνη Σπανουδάκη, είναι. Ήταν 13 Οκτωβρίου 2013, στην Κρητική Εστία Αθηνών, όπου  και είχαν έρθει μαζί στη παρουσίαση της εν λόγω ποιητικής συλλογής, από τον επ. καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Μάνο Στεφανίδη και την ποιήτρια Αγγελική Σιδηρά.  Σιγά που δεν θα ερχόταν η Χανιώτισσα (Καινουργιοχωρίτισσα) Βικτωρία Θεοδώρου με το δώρο της!


Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ


¨Πάρε, για σένα τάφεραν τα ρόδα και τ’ αρώματα/ τα σπάνια τ’ ακριβά του κόσμου εσέ ταιριάζουνε/εργάτισσά μου αφρόντιστη κι αστόλιστη./ Πάρε τα στεφάνια και τα κρύσταλλα/ με τα τριαντάφυλλα και με τις δάφνες./ Για σε θα σκύβουνε στο μάρμαρο οι τεχνίτες/ οι σμίλες θα ιστορούνε το μόχτο σου/ μ’ ανάγλυφο θα διηγούνται τα πάθη σου». Στίχοι της Βικτωρίας Θεοδώρου, απ’ την αφιερωμένη στη μάνα της πρώτη ποιητική της συλλογή “εγκώμιο” (Β’ έκδοση, Αθήνα 1973). Με αφορμή το φευγιό της στα 95 της χρόνια, πριν από λίγες μέρες (την Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου) στο άλλο ημισφαίριο της ζωής… Εν είδει χαιρετισμού. “Τα Σα εκ των Σων”, αγαπημένη μας ποιήτρια! Και για σένα έγραψες με το αίμα της καρδιάς σου και αυτούς τους στίχους. Οπως και όλους τους άλλους στις 13 συνολικά ποιητικές σου συλλογές. Σύμφωνο αθανασίας! …«Θάνατος, Κάτω Κόσμος δεν υπάρχει/ Μην τους ακούς που λένε…/ Ποτέ δεν συναντήσαμε το Μαύρο Καβαλάρη./ Αύρες είμαστε, Αγέρας/ Στα φύλλα κατοικούμε/ Γι’ αυτό φθινόπωρο, να ‘σαι προσεκτική». (από το ποίημά της “Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα”).
“Τα κύματα που με δίδαξαν το ανυπότακτο”, ο τίτλος του μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ (80 λεπτών) που έκανε ο γνωστός Χανιώτης σκηνοθέτης Κώστας Νταντινάκης (παρουσιάστηκε στο 11ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τον Μάρτιο του 2009) για τη ζωή και το έργο της Βικτωρίας Θεοδώρου, που γεννήθηκε στα Χανιά και συγκεκριμένα στη Νέα Χώρα. Από ένα πεζό της κείμενο η φράση που την εκφράζει απόλυτα. Πάντα εξόριστη στην ελευθερία της και πάντα ελεύθερη στην εξορία της η και, αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης, η ωραία ως Ελληνίδα συμπατριώτισσά μας ποιήτρια!
ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΜΕ

«Και να, αδερφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζομε»… Και αυτός ο στίχος του Γιάννη Ρίτσου απ’ το “καπνισμένο τσουκάλι” στο νου μου, το βράδυ της περασμένης Παρασκευής, 15 Φεβρουαρίου, ενώ παρακολουθούσα την εκδήλωση που διοργάνωσε, στους κατάμεστους από κόσμο χώρους του, το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, με τίτλο “Τα ανοιχτά μέτωπα της Εξωτερικής Πολιτικής από το 1974”, με ομιλητές τρεις πολιτικούς με θητεία στο Υπουργείο Εξωτερικών και συγκεκριμένα τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ Νίκο Ξυδάκη, τη βουλευτή Α’ Αθήνας της Νέας Δημοκρατίας Ντόρα Μπακογιάννη και τον κοινοβ. εκπρ. του ΚΙΝΑΛ Ανδρέα Λοβέρδο. Ερμηνεύοντάς τον, βέβαια, κατά το δοκούν… Ζητούμενο πάντα και σε διαπροσωπικό και σε κοινωνικό και σε πολιτικό, διακομματικό, επίπεδο, ο διάλογος με στόχο την εύρεση, κατά το δυνατόν κοινής συνισταμένης. Μέγα ζητούμενο στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής της πατρίδας μας με στόχο τη χάραξη κοινής εθνικής γραμμής. Εχοντας πάντα σαν δεδομένο τη βενιζελική ρήση ότι στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν εθνικά δίκαια, παρά μόνο εθνικά συμφέροντα. Ιδιαίτερα σε εποχές μεγάλων αναταράξεων και ανακατατάξεων, όπως αυτήν που διανύουμε κι αν ισχύει αυτό!
Χαμηλοί οι τόνοι που επέλεξαν και οι τρεις προαναφερθέντες πολιτικοί στις ομιλίες τους, ύστερα από την εισαγωγική τοποθέτηση του και συντονιστή της εκδήλωσης γενικού διευθυντή του Ιδρύματος Νίκου Παπαδάκη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν διαφορετικές προσεγγίσεις και εκτιμήσεις, προπάντων στη λεγόμενη συμφωνία των Πρεσπών. Τα δύσκολα έρχονται και γι’ αυτά πρέπει να είμαστε πάντα έτοιμοι, ένα από τα συμπεράσματα της εκδήλωσης, που ειρήσθω εν παρόδω ήταν μεστή περιεχομένου και διήρκησε περίπου δυόμισι ώρες (βλ. σχετ. ρεπορτάζ του Δημήτρη Μαριδάκη στην εφημερίδα μας, 16.2.2019).
«Το Ιδρυμα έχει ξεκινήσει τις προκαταρκτικές διαδικασίες για να λειτουργήσει στο προσεχές μέλλον μία Ακαδημία Πολιτικών και Διπλωματικών Σπουδών, με την υποστήριξη της Βουλής των Ελλήνων στη βάση σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του». Στη γραμμή του να μάθουμε να κουβεντιάζουμε και σχετικά με θέματα πολιτικής, με βάση τη βενιζελική σκέψη, προφανώς και ο νέος στόχος του Ιδρύματος που έθεσε προς επίτευξη ο και κινών τα νήματά του, γενικός διευθυντής του Νίκος Παπαδάκης. Στη λογική αυτή και η διοργάνωση της περί ης ο λόγος εκδήλωσης, που όπως επεσήμανε η ιστορικός – υπεύθυνη Ερευνητικών Προγραμμάτων του Ιδρύματος Αργυρώ Βατσάκη, ανοίγοντάς την, ανήκει σε μια σειρά εκδηλώσεων υπό τον γενικό τίτλο “Ιστορία και Επικαιρότητα”.
Χανιώτικα νέα (Τρίτη, 19.02.2019)

http://www.haniotika-nea.gr/mathenontas-na-kouventiazome/