Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

ΧΡΥΣΑ

Η ΝΕΜΕΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ





Γράφει η Χρύσα Κακατσάκη
Μια μικρή περιήγηση στους μύθους και στα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας αποδεικνύει ότι παραμένουμε σταθερά ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Εχουμε και λέμε: Ο πολεοδόμος Ιππόδαμος είχε προβλέψει κλίσεις στους δρόμους για την απομάκρυνση των νερών της βροχής. Ο Πλάτωνας στους Νόμους του αναφέρει τα τσουχτερά πρόστιμα που επιβάλλονταν για παράνομη υλοτόμηση και ήταν από τους πρώτους που προειδοποίησαν ότι η αποψίλωση δασών προκαλεί διάβρωση των εδαφών. Ορίζει μάλιστα ειδικό σώμα τριών αστυνόμων, επιφορτισμένο με αρμοδιότητες πολεοδομικού και περιβαλλοντικού χαρακτήρα. Ο Θεόφραστος αναζήτησε τις ισορροπίες των οικοσυστημάτων.
Και τελειώνουμε με το μύθο του Ερυσίχθονα, του πλεονέκτη και άξεστου βασιλιά της Θεσσαλίας, που θέλοντας να χτίσει ένα μεγαλόπρεπο παλάτι, άρχισε να κόβει αλόγιστα τα δέντρα του δάσους, παρά τις συμβουλές της Δήμητρας να μην το κάνει. Γι’ αυτό η θεά τον τιμώρησε να πεινάει συνεχώς και να μην μπορεί με τίποτα να χορτάσει. Λιμοκτονώντας και έχοντας χάσει τα πάντα, ο Ερυσίχθονας καταβρόχθισε τελικά τις ίδιες του τις σάρκες.
Μετά απ’ αυτά, κοντεύω ν’ ασπαστώ τη θεωρία του Φαλμεράιερ πως έχουμε τόση σχέση με τους προγόνους μας όση η Μάνδρα με τον Παρθενώνα.

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

ΠΟΙΗΣΗ


ο ποιητής (Α)






Τρεις μέρες τώρα ανοίγουν

λάκκους στην Κάζοβαρ,

ίσαμε το μπόι ενός ανθρώπου∙

καταμεσής στις πλατείες,

στα γραφεία και στις εκκλησίες∙

στους δρόμους και στα μαγαζιά.

Ανοίγουν λάκκους στις καρδιές∙

με λοστούς, με σκαλίδες,

με δυναμίτες, με μισόλογα,

με παθιασμένες λέξεις, με συνθήματα...

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ ("ΚΑΖΟΒΑΡ",
Γ'΄ΈΚΔΟΣΗ. ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ ΠΥΞΙΔΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ,
ΧΑΝΙΑ 2014)

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΙΔΟΤΟΠΟΣ

ΣΤ2 ΤΑΞΗ 3ου ΔΗμ. ΣΧ. ΧΑΝΙΩΝ
ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ!..  ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ!..


Καλοί μου φίλoι, καλό Σαββατοκύριακο!
«Εδώ Πολυτεχνείο!… Εδώ Πολυτεχνείο!» μας λένε τα παιδιά της Στ2 τάξης του 3ου Δημ. Σχ. Χανίων με κάποιες (δεν χώρεσαν όλες) από τις ομαδικές ζωγραφιές τους σήμερα, μια μέρα μετά τον εορτασμό της 44ης επετείου απ’ την εξέγερση των φοιτητών.  Τρία κείμενα, το ποίημα της Κωστούλας Μητροπούλου “Οι τρεις μέρες”, ένα κεφάλαιο από το μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρή “Τα γενέθλια” και δύο αναμνήσεις από αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων, που εμπεριέχονται στο βιβλίο τους της “Γλώσσας” στην ενότητα για το Πολυτεχνείο, συν κάποια σχετικά βίντεο, οι πηγές της έμπνευσης τους. Ασχολήθηκαν πολύ με το θέμα οι μαθητές μου, με διαβεβαίωσε ο και φίλος μου απ’ τα παλιά δάσκαλος τους Ανέστης Ματζουράνης που είχε και τον ρόλο του εμψυχωτή. Να ‘ναι καλά και αυτός και τα παιδιά, τα μισά περίπου απ’ τα οποία είναι ξενάκια.
Σας χαιρετώ με αγάπη όλους!
Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης,
δάσκαλος


Εδώ Πολυτεχνείο







«Εδώ Πολυτεχνείο!
Σας μιλάει ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων. Είμαστε ο μόνος σταθμός που μετά από έξι χρόνια δικτατορίας στην Ελλάδα μπορεί να λέει ελεύθερα την αλήθεια. Αυτή τη στιγμή στην Αθήνα πανηγυρίζει όλος ο λαός. Χτυπούν οι καμπάνες χαρμόσυνα παντού, γιατί αυτή τη στιγμή γεννιέται και σημαίνει η ώρα της λευτεριάς».
Η φωνή βγαίνει μέσα από ’να μαύρο κουτάκι, ένα τρανζίστορ της Αννας που είναι ακουμπισμένο πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι, ανάμεσα στα δύο κρυστάλλινα βάζα με τις ασημένιες σκαλιστές βάσεις.
Είναι Παρασκευή βράδυ.
Από δω και τρεις μέρες οι φοιτητές κατέλαβαν το Πολυτεχνείο. Έφτιαξαν ένα πομπό, απ’ αυτόν ακούγεται η φωνή τους.
“Εδώ Πολυτεχνείο”.
Στο σαλόνι, στις πολυθρόνες με την μπλε στόφα, κάθονται η Μαρία και η Αννα. Ακούνε. Ο Αντρέας περπατάει πάνω κάτω. Ακούει κι αυτός.
“Πού να βρίσκεται ο Παύλος; Μέσα στο Πολυτεχνείο; Κι αυτή η φωνή του αγοριού που λέει και ξαναλέει: Εδώ Πολυτεχνείο. Εδώ Πολυτεχνείο… πόσο μοιάζει με τη φωνή του Μάνου”…
Η Μαρία το μεσημέρι κατέβηκε να δει. Θαμπώσανε τα μάτια της! Κόσμος πολύς γύρω τριγύρω, και μέσα από τα κάγκελα απλώνονταν τα χέρια για να δεχτούν τις προσφορές του λαού: τρόφιμα, τσιγάρα, σοκολάτες, λουλούδια. Τα παιδιά τραγουδούσαν τραγούδια της λευτεριάς. Υψωμένα πλακάτ έγραφαν: ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ – ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – ΨΩΜΙ  – ΠΑΙΔΕΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Άλλα συνθήματα είχαν γραφτεί πάνω στους τοίχους και πάνω σε πανό από χοντρό κάμποτο*: ΛΑΕ ΠΟΛΕΜΑ – ΣΟΥ ΠΙΝΟΥΝΕ ΤΟ ΑΙΜΑ – ΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ – ΕΡΓΑΤΕΣ – ΑΓΡΟΤΕΣ – ΦΟΙΤΗΤΕΣ. Οι διαδηλωτές σκαρφάλωναν στα τρόλεϊ και στα λεωφορεία που περασαν γεμάτα κόσμο και έγραφαν πάνω τους: ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ. Ο τηλεβόας έκανε έκκληση: Συμπαρασταθείτε μας. Μια σκάλα ήταν στημένη από τη μεριά της Στουρνάρα. Οι νέοι την ανέβαιναν και πηδούσαν μέσα στον χώρο του Πολυτεχνείου. Ο κόσμος κοιτούσε, δεν έφευγε, δε φοβόταν. Λες κι ήταν πανηγύρι. Μύριζε λευτεριά. […]
Ζωρζ Σαρή, Τα γενέθλια, Εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1979 (απόσπασμα απ’ το κεφάλαιο
“Εδώ Πολυτεχνείο”).


Οι τρεις μέρες





Ήταν του αύριο η γενιά
δεκαοχτώ, δεκαεννιά,
ήταν χιλιάδες τα παιδιά
και τρία τα μερόνυχτα.
Την πρώτη μέρα τραγουδούν,
την πρώτη νύχτα μας καλούν,
την πρώτη μέρα η λευτεριά
γραμμένη λέξη με μπογιά.
Τη δεύτερη τη μέρα τους,
τη μάνα, τον πατέρα τους
καμώνονται πως τους ξεχνούν
κι όλη μέρα τραγουδούν.
Την τρίτη τη φαρμακερή
φωνή λαλεί από το πρωί
το όνειρο να μη χαθεί
κι η ιστορία να γραφτεί.
Ήταν του σήμερα η γενιά,
παιδιά με ανοιχτή καρδιά,
τα σημαδέψαν στα τυφλά
και σκότωσαν τη λευτεριά.
Κωστούλα Μητροπούλου
Αναμνήσεις από αυτόπτες μάρτυρες
Α. «Την ημέρα εκείνη είχα υπηρεσία. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, μπήκαμε επιφυλακτικά. “Οι φοιτητές καίνε την Αθήνα” μας έλεγαν, και εμείς τους πιστεύαμε.
Στις 1.15 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου φτάσαμε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Πατησίων. Υπήρχαν οδοφράγματα, φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Με γρήγορες μανούβρες αριστερά δεξιά, μπρος πίσω, άνοιξα τον δρόμο και προχωρήσαμε. Ο κόσμος μας φώναζε “είμαστε αδέλφια, είμαστε αδέλφια” Εγώ όμως τους έβλεπα σαν παράσιτα.
Είχε πάει 2 το πρωί. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, έστριψα το άρμα προς το Πολυτεχνείο. Οι στρατιωτικοί δίνουν προθεσμία λίγων λεπτών στους φοιτητές για να αποχωρήσουν από το Πολυτεχνείο, να παραδοθούν. Δεκάδες φοιτητές κρέμονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο.
Τότε ήρθε ο επικεφαλής και μου λέει: “Θα μπούμε μέσα, θα ρίξουμε την πύλη. Ετοιμάσου!’. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου.
Η καγκελόπορτα έπεσε αμέσως. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου, εισέβαλαν οι αστυνομικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Όπως περνούσαν οι φοιτητές, θυμάμαι ότι έριχναν μέσα στα τανκς πακέτα με τσιγάρα και ό,τι προμήθειες είχαν μαζί τους. Όταν γυρίσαμε, το άρμα έμοιαζε με περίπτερο. Όσο σκέφτομαι ότι οι φοιτητές μας έδιναν σάντουιτς και τσιγάρα μετά απ’ όσα τους κάναμε…
Δεν μπορώ να το συχωρέσω αυτό το πράγμα στον εαυτό μου. Σκέφτομαι τι πήγα και έκανα! Ντρέπομαι γι’ αυτό που ήμουν, γι’ αυτό που έκανα».
Εφημερίδα Το Βήμα, 9/11/03
(Απόσπασμα από ανάμνηση αυτόπτη μάρτυρα)







Τα ονόματα των παιδιών
• Ζάκο – Πρωτοπαπαδάκης Προκόπης
• Καραβοκύρης Άγγελος
• Καρυπίδη Μίνα
• Κοκοτσάκη Άννα
• Κουκουράκη Μάρθα
• Κρομμυδάκης Κωνσταντίνος
• Λαμψακινού Ανδριάννα
• Μαρνόι Νικόλα
• Μπασόλλι Μαρίτσα
• Μπενάκης Στέλιος
• Ορφανουδάκης Στέλιος
• Πατεράκης Γιάννης
• Σπασόβσκα Μελίνα
• Τζίντζιτς Εύα
• Ψαρογαράκης Στέφανος – Παναγιώτης





Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ



«Οταν θα μεγαλώσω μάνα»/ έλεγε εκείνο το βράδυ/ ο πιο μικρός,/ «θα φτάνω κι εγώ το μάνταλο/ και θ’ ανοίγω την αυλόπορτα,/ όπως τ’ αδέλφια μου»./ «Ναι! όταν μεγαλώσεις, γιέ μου»,/ του ‘λεγε η μάνα του,/ «τότε θα φτάνεις το μάνταλο./ Να έτσι! Κοίταξ’ εμένα, παιδί μου,/ κοίταξ’ εμένα μάτια μου»./ «Ναι! μα πότε μεγαλώνει, ένα παιδί;»/ «Ενα παιδί μεγαλώνει, γιε μου,/όταν μπορεί να φτάνει το μάνταλο»./ «Και ύστερα δεν θα ‘μαι πια παιδί;»/ «Οχι, βέβαια! Υστερα θα ‘σαι άντρας, γιε μου!»./ «Μα όταν μεγαλώσω, μάνα,/ και θα ‘μαι άντρας, / και θα φτάνω το μάνταλο,/ τι μπορώ να γίνω περισσότερο από άντρας;».

Έτσι ρωτούσε το βράδυ εκείνο/ ο πιο μικρός/ το βράδυ εκείνο,/ που άλλοι κόντυναν /-Θε μου, πώς κόντυναν οι πιο πολλοί-/ και δεν έφταναν το μάνταλο./ Το βράδυ εκείνο, που άλλοι ψήλωσαν,/ ψήλωσαν ξαφνικά,/ κι έφτασαν τον μάνταλο της αυλόπορτας/ και βγήκαν στους δρόμους…/ Ηταν το μπόι τους που ψήλωσε;/ Ηταν τα δάχτυλά τους που μάκρυναν;/ Ή ήταν η καρδιά τους που μεγάλωσε/ και καταβρόχθισε τις σάρκες τους;

«Ενας άντρας, γιε μου,/ γίνεται κάτι πιο πάνω από άντρας,/ αν μείνει άντρας σ’ όλη του τη ζωή»./ του απάντησε η μάνα του/ κι αφουγκραζόταν τη λαοβουή/ που πετροβολούσε τις γρίλιες των παραθυριών·/ κι αφουγκραζόταν την καρδιά της/ τη βαφτισμένη στη λαοβουή…
«Μπορεί να μη γυρίσουμε, μάνα» της είχε πει φεύγοντας ο μεγάλος,/ και τη φίλησε στο μέτωπο/ σαν Παναγιά Βυζαντινή./ Χρόνια τώρα/ σκεφτόταν τις Σπαρτιάτισσες./ Δεν μπορούσε να καταλάβει/ εκείνο το «ή τάν ή επί τάς»,/ που έλεγαν στα παιδιά τους,/ όταν τους έδιναν την ασπίδα,/ την ώρα που κινούσαν για τον πόλεμο·/ δεν μπορούσε να παραδεχτεί,/ πως μια μάνα μπορούσε να πει/ τέτοια λόγια στον γιο της./ Μια μάνα, σκεφτόταν, τι μπορεί/ να είναι περισσότερο από μάνα;/ Κι όμως απόψε/ 16 του Νοέμβρη 1973,/ κατάλαβε στα σαράντα δύο της χρόνια,/ πως μια μάνα/ είναι κάτι παραπάνω από μάνα/ ενός, δύο, τριών παιδιών./ Είναι μάνα όλων των παιδιών του κόσμου:/ κι αυτών που ψήλωσαν απόψε,/ κι αυτών που δεν ψήλωσαν,/ κι αυτών που κόντυναν,/ κι αυτών που ήταν κοντοί ανέκαθεν…

«Μάνα την ευχή σου»,/ είχε πει κι ο δεύτερος,/ εκείνος που ήταν πάντα ακούρευτος/ κι έλεγε πως νοιάζεται/ μόνο για τα κορίτσια./ «Στο καλό! Η Παναγιά μαζί σας»…/ Ο μικρός είχε βάλει τις φωνές·/ ήθελε να πάει κι αυτός…/ «Εσύ μείνε», του είχαν πει οι μεγάλοι/ και χάθηκαν στους δρόμους,/ λουσμένοι στο εσπερινό φως,/ ντυμένοι στα κυριακάτικά τους·/ και δεν ήξεραν αν ήταν Σταύρωση/ ή Ανάσταση εκεί που πήγαιναν./ Κι έμεινε ο μικρός με τη μάνα του·/ και η λαοβουή πετροβολούσε/ τις γρίλιες των παραθυριών…

«Μάνα μην κλαίς!»/ μίλησε για στερνή φορά ο μικρός./ «Θα μεγαλώσω κι εγώ!/ Θα γίνω άντρας, σου λέω!/ Και θα μείνω άντρας!».

(Από την ποιητική συλλογή του γράφοντος “ΚΑΖΟΒΑΡ” Γ’ Έκδοση, “ΠΥΞΙΔΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ”, Χανιά 2014).

Χανιώτικα νέα (17.11.2017)

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΑΓΡΙΟΓΑΤΟΣ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ
Γράφει ο Αντώνης Γ. Πλυμάκης
Κυριάρχησε στην τοπική ειδησεογραφία πριν μερικές ήμερες το γεγονός της σύλληψης αγριόγατου στον Ομαλό από τον φίλο Μιχάλη Σεργάκη, που δεν λησμονώ ότι με καταιγίδα και χιονοθύελλα ξεκίνησε από το Ξυλόσκαλο τον Φεβρουάριο του 1973 συμμετέχοντας στην ομάδα διάσωσης όταν είχαμε εγκλωβιστεί στη Σαμαριά.
Τον πρώτο λόγο φυσικά έχουν οι ειδικοί επιστήμονες αλλά είναι νομίζω χρήσιμες στο έργο τους και πληροφορίες σχετικές από ανθρώπους της Μαδάρας.
Οι ειδικοί αναφέρονται στον γνήσιο αγριόγατο αφού ο φουρόγατος είναι άλλο πράγμα και αφορά ζώα που είτε έφυγαν από σπίτια σε ορεινά χωριά ή εγκαταλείφθηκαν σαν αδέσποτα. Το ίδιο όπως αναφερόμαστε στις φουριάρες αίγες και στις κανονικές.
Οι άνθρωποι του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας στο Ηράκλειο μα και του δασαρχείου στα Χανιά είναι οι πλέον αρμόδιοι και επ’ ευκαιρία ας τονισθεί το έργο σε αυτό το Μουσείο και που αυτό και το Κέντρο Πληροφόρησης στο Ξυλόσκαλο δεν έπρεπε να έχει παραλείψει σχολείο όποιας βαθμίδας να τα επισκεφθούν. Πέρα λοιπόν από τις Ιταλίδες, που με τη βοήθεια του Μουσείου αυτού πριν είκοσι χρόνια ανακάλυψαν στο Ηράκλειο κάποιο άτομο τέτοιου γάτη, στα Λευκά Ορη υπήρχε πάντοτε, έστω και σπάνια, παρουσία των.
Γι’ αυτούς λοιπόν που γνωρίζουν τον τόπο, ο αγριόγατος δεν υπήρξε ούτε μύθος ούτε αμφισβητούσαν την ύπαρξή του.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Ο παλαιός κάτοικος του χωριού της Σαμαριάς και από τους πρώτους φύλακες του φαραγγιού αλησμόνητος Βαγγέλης Βίγλης μου είχε διηγηθεί πως ένα βράδυ εντόπισε σε ερείπιο του χωριού, τότε που ακόμα κατοικούσαν σε αυτό, έναν τεράστιο αγριόγατο που έλαμπαν στο σκοτάδι τα μάτια του και παρά τις σφαίρες που του έριξε αυτός κατόρθωσε τραυματισμένος να διαφύγει.
Ο αλησμόνητος φίλος Γιάννης Βίγλης, που γεννήθηκε κι αυτός στη Σαμαριά, έχει να διηγηθεί αρκετές ιστορίες για τους αγριόγατους που ζημίωναν την κτηνοτροφία της περιοχής. Θυμάται στα 1933, που είχαν αιγοπρόβατα στην περιοχή Αγκριγιοί της Πάνω Αγίας Ρουμέλης, πόσο μεγάλη ζημιά προξενούσαν στα μικρά αρνιά. Σε μια περίπτωση που ο αγριόγατος κρύφτηκε σε μια τρύπα έβαλαν απ’ έξω φωτιά και όταν αναγκάστηκε να βγει τον σκότωσαν. Ακόμη, στα 1936 ο Γ. Καλογεράκης, που μεταπολεμικά σκοτώθηκε από πτώση στη Σαμαριά, είχε σκοτώσει αγριόγατους που κατασπάραζαν τα αρνιά του. Γιατί το σαρκοφάγο αυτό, όπως μου διηγήθηκαν, έχει ιδιαίτερη προτίμηση στα αρνιά, μιας και δεν έχουν δυνατότητα άμυνας όπως τα κατσίκια κ.λπ.
Ακόμη για να εξοντώσουν τα χρόνια εκείνα τους αγριόγατους, έβαζαν δηλητηριασμένα ψάρια στην περιοχή Αγγελοκάμπι και Μαύρο Δάσος της Αγίας Ρουμέλης αλλά και στην έξοδο του φαραγγιού της Τρυπητής, όπου παρουσιάζονταν αγριόγατοι.
Στο βιβλίο μου για το Αγρίμι της Κρήτης αναφέρω σχετικά πως ένας από τους κινδύνους για τα νεογέννητα αγρίμια είναι και ο αγριόγατος.
Φυσικά ίσως να υπήρχαν και όμοια ζώα στη Σαμαριά που δεν ήταν από το γνήσιο είδος αλλά προέρχονταν από κοινούς γάτους που είχαν φύγει από σπίτια ή που εγκαταλείφθηκαν και είναι οι φουρόγατοι.
Σήμερα πιστεύω ότι οπωσδήποτε υπάρχουν σε απομονωμένα σημεία της Σαμαριάς ακόμη γνήσιοι αγριόγατοι και οι ερευνητές είναι αρμόδιοι για να το επιβεβαιώσουν.
ΣΤΟΝ ΑΠΟΚΟΡΩΝΑ
Φίλοι, και κυρίως ο κτηνοτρόφος Δημήτρης Μανατάκης από το χωριό Χιλιομουδού Αποκορώνου Χανιών, μου είχαν αναφέρει για τους αγριόγατους που υπάρχουν στην ορεινή περιοχή Γούρνες Αποκορώνου, σε υψόμετρο περ. 1000 μέτρα, όπου κατασπαράσσουν λαγούς, ιδίως νεογέννητους, και που μερικές φορές έχουν βρει φωλιές τους.
Η επιβεβαίωση ήρθε όταν ο ίδιος σκότωσε, δυστυχώς, έναν τέτοιο αγριόγατο και μετά από δημοσίευσή μου τον παρέλαβαν για μελέτη από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στο Ηράκλειο.
Αρχές του εφετινού Οκτώβρη ο ίδιος κτηνοτρόφος αντιλήφθηκε αγριόγατο στο Λάκκο στις Γούρνες πάλι.
Ο φύλακας Ευτύχης Μάρακας μου διηγήθηκε περιστατικό, κατά το οποίο, πριν λίγα χρόνια, είχε παραστεί στην άγρια διαμάχη δυο αγριόγατων κοντά στον οικισμό Σαμαριάς, που με ουρλιαχτά επιτέθηκαν ο ένας στον άλλο.
Χανιώτικα νέα (10.11.2017)



Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

ΕΥΘΥΒΟΛΑ ΚΑΙ ΜΗ

ΤΕΛΕΦΕΡΙΚ ΑΥΤΟΙ; ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΜΕΙΣ!


Γράφει ο Νεκτάριος Ευ. Κακατσάκης
«Η Κίνα και η Ρωσία θα κατασκευάσουν από κοινού ένα τελεφερίκ το οποίο θα διασχίζει το ποτάμι που χωρίζει τις δύο χώρες σε μία προσπάθεια να προωθήσουν τον τουρισμό και να διευκολύνουν τη διέλευση των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών…».
Αυτή κι αν είναι είδηση που σηκώνει σχολιασμό, με ολίγο κυνισμό για γαρνττούρα…!
Αυτοί λοιπόν οραματίστηκαν, συζήτησαν, συμφώνησαν και φτιάχνουν τελεφερίκ προς όφελός τους.
Από την άλλη εμείς εδώ προσπαθούμε ακόμη να φτιάξουμε ένα δρόμο της προκοπής. Π.χ. να φτιάξουμε τον έρμο εκείνο τον Β.Ο.Α.Κ. να πιαίνουμε οθέ το Κάστρο κι ακόμη παραπέρα και τούμπαλιν δίχως να “χαθούμε” σε καμιά στροφή ή ευθεία του! Κι όσο για τον… δρόμο αυτόν που οδηγεί στο αεροδρόμιο, ας μη μιλήσουμε γιατί θα μελαγχολήσουμε! [Εξάλλου τώρα που το αεροδρόμιο θα κλείσει και τις βραδινές ώρες, δεν υπάρχει λόγος να μεριμνήσουμε για τον φωτισμό του δρόμου].
Τι λέγαμε; Α! για τη μελαγχολία! Ναι, υπάρχουν κάποια θέματα που μας μελαγχολούν όταν τα συζητούμε όπως εξάλλου μελαγχολούμε και μένουμε με το στόμα ανοικτό όταν διαβάζουμε ειδήσεις όπως η παραπάνω για το τελεφερίκ που πραγματικά μας “επαναεπιβεβαιώνουν” εκτός άλλων ότι τούτος ο τόπος δεν έχει… οραματιστές! Από την άλλη διαθέτει αρκετούς “υπευθύνους” που προσπαθούν να μας πείσουν ότι είμαστε το κέντρο της γης και ως κέντρο παραμένουμε… στάσιμοι από κάθε είδους όραμα!
Εμείς εξάλλου τέτοια ανάπτυξη δεν την έχουμε ανάγκη· οι επενδύσεις τέτοιου τύπου δεν μας ενδιαφέρουν! Εδώ και μετά βίας προσπαθούμε να φτιάξουμε κάνα σκιάδιο στο λιμάνι αλλά όπως το βλέπω ούτε αυτό θα το καταφέρουμε στο άμεσο μέλλον.
Οσο για έργα πνοής όπως λόγου χάριν ένα τελεφερίκ ούτε λόγος, πού να μπλέκεσαι με τον… αέρα! Οι Ρώσοι και οι Κινέζοι που επενδύουν 120 εκ. δολάρια για το συγκεκριμένο έργο, δεν ξέρουν!
Τι να μας πουν κι αυτοί. “Σε τα μάς”, που δώσαμε στον κόσμο τον πολιτισμό!
Χανιώτικα νέα (15.11.2017)


Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ


"ΕΦΤΑΞΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΠΟΥ ΠΕΦΤΟΥΝ ΟΙ ΕΛΙΕΣ"






ΤΟ ΛΙΟΜΑΖΩΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ





“Εφταξε ο καιρός καλέ που πέφτουν οι ελιές/ και τα λιόφυτα θα πιάσουν πάλι οι κοπελιές./ Μυλωνάδες και μαζώχτρες θα τα λέμε πότες – πότες/, κι αφορμή θα ‘ναι οι ελιές, να ‘χουμε χρυσές δουλειές/ Φύσηξε βοριά καλέ και ρίξε μια ψιλή βροχή/ και για μας τους μυλωνάδες ήρθε τώρα η εποχή./ Να θωρούμε τις μαζώχτρες να τα λέμε πότες πότες/ κι αφορμή θα ‘ναι οι ελιές να ‘χουμε χρυσές δουλειές./ Ολες οι γειτονοπούλες τα καλάθια θα βαστούν και στη φάμπρικα θα μπαίνουν κάθε τόσο να ρωτούν/ και θα μας παρακαλούνε για τσ’ ελιές τους να ρωτούνε/ κι αναλόγως κάθε μια θα πληρώνει αλεστικά./ Πάρε το καλάθι κι έλα όμορφη μου κοπελιά/ κι εγώ θα βαστώ τη σκάλα ν’ ανεβαίνεις στην ελιά./ Σα γεμίσεις το καλάθι θα πιαστούμε στα φιλιά/ και θα βγάλουμε το λάδι από κάτω στην ελιά». Να το τραγουδώ στεντορεία τη φωνή θυμούμαι, στα μικράτα μου, τέλη Οκτώβρη, αρχές Νοέμβρη, τούτο το τραγούδι του Κώστα Μουντάκη. Αγαπημένο όπως και “Ο Πραματευτής”, “Ο αργαλειός” και τόσα άλλα. Και τότε και αργότερα την περίοδο της εφηβείας.
“Είμαι του ήλιου θυγατέρα/ η πιο απ’ όλες χαϊδευτή/ χρόνια η αγάπη του πατέρα/ σ’ αυτό τον κόσμο με κρατεί/ Οσο να γείρω νεκρωμένη/ αυτόν το μάτι μου ζητεί/ Είμαι η ελιά η τιμημένη! […]. Εδώ στον ίσκιο μου αποκάτου/ ήλθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί/ κι ακούσθηκε η γλυκειά λαλιά του/ λίγο προτού να σταυρωθεί/ Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη/ έχει στη ρίζα μου χυθεί/ Είμαι η ελιά η τιμημένη!/ Και φως πραότατο χαρίζω/ εγώ στην άγρια νυκτιά./ Τον πλούτο πια δεν τον φωτίζω/ συ μ’ ευλογείς, φτωχολογιά/ κι αν απ’ τον άνθρωπο διωγμένη/ θα φέγγω μπρος στην Παναγιά/ Είμαι η ελιά η τιμημένη!” Και να απαγγέλω ξανά και ξανά, τα χρόνια εκείνα όντας μαθητής της Τετάρτης Δημοτικού, το ποίημα “Η Ελιά” του Κωστή Παλαμά, με θυμούμαι…
Επιστροφή σε κάποιες απ’ τις “ακριβές” θύμησες της παιδικής μου ηλικίας που έχουν να κάνουν με τα ελιδομαζώματα, τη “συλλογή του ελαιοκάρπου”, για να το πω στην απλή καθαρεύουσα, καθώς “έφταξε ο καιρός”, κι εφέτος που “μαζεύουμε”, όσοι έχουμε τις ελιές. Σε κάποιες άγνωστες για τα σημερινά παιδιά λέξεις “μαζώχτρες”, “λιοτριβιδιάρηδες”, “φάμπρικες”, “ραβδιστήρια”, “παλέτσες”, “γιγούμια”, “μίστατα”, “συζεψιές”, “ντορμπάδες”, “κουκολόγια”, που δεν χρειαζόμασταν κανέναν για να μας τις εξηγήσει. Στο ιερό κοιμητήριο των εικόνων και των ήχων, μιας άλλης τόσο κοντινής, μα και τόσο μακρινής ταυτόχρονα εποχής… Κι αν έχω να διηγηθώ ιστορίες…




Ο Γερμανός πρέσβης και οι πολεμικές αποζημιώσεις




Ηλθε, είδε και απήλθε; Οχι δεν ισχύει αυτό σχετικά με την πρόσφατη επίσκεψη του νέου (και σε ηλικία) Γερμανού πρέσβη στην Αθήνα Γενς Πλαίτνερ στην Κρήτη και ιδιαίτερα στα Χανιά. Και άκουσε (πολύ) και μίλησε αρκετά και με σαφήνεια, αλλά και εγκωμιαστικά για το νησί μας, πριν απέλθει αφήνοντας άριστες εντυπώσεις. Πραγματικά φιλέλληνα και λάτρη της Κρήτης τον χαρακτήρισε, σε κουβέντα που κάναμε μια φίλη, που ήταν μεταξύ εκείνων που συναντήθηκαν και συνομίλησαν μαζί του. Καμία αντίρρηση. Τα συναισθήματα είναι συναισθήματα και δεν κρύβονται, ωστόσο…
Ενας πρέσβης, πρωτίστως, είναι ένας πρέσβης, μην ξεχνιόμαστε. Τα συμφέροντα της χώρας του υπηρετεί, όπως αυτά οι συγκυρίες τα προσδιορίζουν και όπως η κυβέρνησή της του τα υπαγορεύει. Παρεκκλίσεις σε σοβαρά ζητήματα, όπως αυτό των  πολεμικών αποζημιώσεων – επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου για παράδειγμα, δεν επιτρέπονται… Σαφής στο θέμα αυτό ο Γερμανός πρέσβης στη συνέντευξη που έδωσε για την εφημερίδα μας στον Δημήτρη Μαριδάκη: «Σχετικά με το ζήτημα των αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου, δεν αποτελεί μυστικό το γεγονός ότι επ’ αυτού υπάρχουν διαφορετικές νομικές εκτιμήσεις». Από κει και πέρα… εντάξει δεν μηδενίζουμε όλα τ’ άλλα που είπε, έτσι όπως τα είπε, αλλά…
Αν ο σημερινός συγκεκριμένος πρέσβης γινόταν κάποτέ κυβερνήτης της χώρας του… Αν οι ποιητές και οι φιλόσοφοι έπαιρναν στα χέρια τους την εξουσία… Αν το νόμιμο δεν μπορούσε να σταθεί χωρίς ηθική βάση διεθνώς…

Χανιώτικα νέα (14.11.2017)