ΕΥΘΥΜΙΑ ΣΕΡΛΕΤΗ - ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΛΜΟΥ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΩΝ ΗΛΙΚΙΩΜ¨ΕΝΩΝ

Καλοί µου φίλοι, καλό Σαββατοκύριακο!
«Η ιστορία του βιβλίου αναφέρεται στις ανάγκες των ηλικιωµένων ανθρώπων. Ποιες είναι αυτές; Πώς αντιµετωπίζονται ή πώς µπορούν να αντιµετωπιστούν; Πώς νιώθουν και τι θέλουν οι ίδιοι; Μια τρυφερή και αισιόδοξη ιστορία για τη µοναξιά που νιώθουν οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας». Για την ιστορία του βιβλίου «Πάντα µαζί» που έγραψε η συντ. σχολική σύµβουλος Ευθυµία Σερλέτη και εικονογράφησε η γνωστή στους αναγνώστες της στήλης επίσης συντ. σχολ. σύµβουλος Αγγέλα Μάλµου ο λόγος. Απ’ το οπισθόφυλλο του βιβλίου που κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις «Κοµνηνός», η εισαγωγή. Η Παυλίνα, µια ηλικιωµένη αρκουδίνα, ο Μέµης ο Μέρµηγκας, ο Λάκης ο γαιοσκώληκας και ο Βάσος ο ασβός, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας που φιλοξενούµε αποσπάσµατά της µε τις σχετικές εικόνες. Πολλές- πάµπολλες- οι δραστηριότητες που µπορούν να κάνουν τα παιδιά όλων των τάξεων του ∆ηµ. Σχολείου αξιοποιώντας το περιεχόµενο του βιβλίου. Συγχαρητήρια και στη συγγραφέα και στην εικονογράφο!
Σας χαιρετώ µε αγάπη όλους!
Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης, δάσκαλος - λογοτέχνης
Στα βάθη ενός δάσους ζούσε µόνη η Παυλίνα.
Ήταν µια ηλικιωµένη αρκουδένα. Φορούσε ακουστικά και πότε-πότε γυαλιά. Πάντα όµως κρατούσε ένα µπαστούνι στο χέρι της, γιατί αν έπεφτε και ράγιζε κάποιο κόκαλο, ποιος θα την έβλεπε.
Ο γιος της, η νύφη της και η εγγονή της η Σέβη την παρακαλούσαν να πάει να ζήσει µαζί τους, αλλά η Παυλίνα δεν ήθελε µε τίποτα να φύγει από το σπίτι της.
Όταν όµως έτρωγε στο µεγάλο τραπέζι της, σκεφτόταν:
Αν είχα µια συντροφιά, το φαγητό θα είχε άλλη νοστιµιά.
Και τα βράδια, στο άδειο σαλόνι της, παρέα µόνο µε την τηλεόραση, αναστέναζε κι έλεγε:
«Η µοναξιά δεν έχει χάρη, ούτε χαρά µεγάλη».
(σελ. 8)
***
Ο Μέµης ο µέρµηγκας, ο Λάκης ο γαιοσκώληκας και ο Βάσος ο ασβός αποφάσισαν αµέσως να βοηθήσουν την Παυλίνα. Και µια µέρα που συναντήθηκαν µες τις υπόγειες στοές, κοντοστάθηκαν, κοιτάχτηκαν και είπαν µε µια φωνή:
«Κάτι πρέπει να κάνουµε για την Παυλίνα».
«Εγώ µπορώ να παίρνω πρωινό µαζί της και να καθαρίζω το σπίτι της από τα ψίχουλα», προσφέρθηκε ο Μέµης.
«Εγώ µπορώ να τρώω µεσηµεριανό µαζί της και να µένω για λίγο εκεί», πρότεινε ο Λάκης.
«Εγώ µπορώ να περνώ το βράδυ από το σπίτι της και να της λέω µια γλυκιά καληνύχτα», πρόσθεσε κι ο Βάσος.
Το ‘παν και το ‘καναν. Έτσι η Παυλίνα δεν ήταν συνέχεια µοναχή και δεν στενοχωριόταν τόσο.
(σελ. 12)
***
Η Παυλίνα άρχισε ξανά να νιώθει µοναχή. Σκεφτόταν όλο και περισσότερο το σπίτι της και αναστέναζε.
Κάποιο βράδυ, δάκρυα κύλησαν στα µάγουλά της, έπεσαν στο πάτωµα και τρύπωσαν στη γη.
Καθώς πήγαιναν και πήγαιναν, έφτασαν µες τις υπόγειες στοές, εκεί που βρίσκονταν ο Μέµης ο µέρµηγκας, ο Λάκης ο γαιοσκώληκας και ο Βάσος ο ασβός κι έπεσαν στην αγκαλιά τους.
«Πάλι εσείς; Τι θέλετε;» ρώτησαν αυτοί.
«Ήρθαµε να σας πούµε πως η Παυλίνα παρέα πάλι λαχταρά».
Συναντήθηκαν ξανά και οι τρεις και είπαν µε µια φωνή:
«Κάτι πρέπει να κάνουµε για τη φίλη µας».
Το ‘παν και το ‘καναν. Την επισκέφτηκαν και κουβέντιασαν ώρες µαζί της.
«Στο σπίτι µου θέλω να γυρίσω, στο δάσος µου να ζήσω. Με παρέα ταιριαστή, γλυκά θα κυλάει εκεί η ζωή», τους έλεγε και τους ξαναέλεγε.
«Εµείς όµως δεν µπορούµε να βρισκόµαστε συνέχεια µαζί σου, Παυλίνα», απάντησαν εκείνοι στενοχωρηµένοι.
Η Παυλίνα τους αγκάλιασε τρυφερά και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα µάτια όλων.
Κι έτσι αγκαλιασµένοι, σκέφτονταν και σκέφτονταν µπας και βρουν καµιά λύση. Η ώρα όµως περνούσε χωρίς να µιλάει κανένας τους. Κάποια στιγµή η Παυλίνα φώναξε: «Βρήκα τη λύση!»
Σκούπισε τα δάκρυά της και χωρίς να πάρει ανάσα τους φανέρωσε τις σκέψεις της.
(σελ. 18,20)***
Κάποιο βράδυ, δάκρυα κύλησαν στα µάγουλά της, έπεσαν στο πάτωµα και τρύπωσαν στη γη.
Καθώς πήγαιναν και πήγαιναν, έφτασαν µες τις υπόγειες στοές, εκεί που βρίσκονταν ο Μέµης ο µέρµηγκας, ο Λάκης ο γαιοσκώληκας και ο Βάσος ο ασβός κι έπεσαν στην αγκαλιά τους.
«Πάλι εσείς; Τι θέλετε;» ρώτησαν αυτοί.
«Ήρθαµε να σας πούµε πως η Παυλίνα παρέα πάλι λαχταρά».
Συναντήθηκαν ξανά και οι τρεις και είπαν µε µια φωνή:
«Κάτι πρέπει να κάνουµε για τη φίλη µας».
Το ‘παν και το ‘καναν. Την επισκέφτηκαν και κουβέντιασαν ώρες µαζί της.
«Στο σπίτι µου θέλω να γυρίσω, στο δάσος µου να ζήσω. Με παρέα ταιριαστή, γλυκά θα κυλάει εκεί η ζωή», τους έλεγε και τους ξαναέλεγε.
«Εµείς όµως δεν µπορούµε να βρισκόµαστε συνέχεια µαζί σου, Παυλίνα», απάντησαν εκείνοι στενοχωρηµένοι.
Η Παυλίνα τους αγκάλιασε τρυφερά και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα µάτια όλων.
Κι έτσι αγκαλιασµένοι, σκέφτονταν και σκέφτονταν µπας και βρουν καµιά λύση. Η ώρα όµως περνούσε χωρίς να µιλάει κανένας τους. Κάποια στιγµή η Παυλίνα φώναξε: «Βρήκα τη λύση!»
Σκούπισε τα δάκρυά της και χωρίς να πάρει ανάσα τους φανέρωσε τις σκέψεις της.
(σελ. 18,20)***
Ο Μέµης, ο Λάκης και ο Βάσος ανασκουµπώθηκαν αµέσως και στρώθηκαν στη δουλειά. Ο Λάκης και ο Βάσος οληµερίς και ολονυχτίς έσκαβαν µε βιάση και ο Μέµης κουβαλούσε τα χώµατα ασταµάτητα.
Βιάζονταν να τελειώσουν για να πραγµατοποιήσουν την επιθυµία της φίλης τους. Λίγο πριν µπει το καλοκαίρι, άλλες τρεις σπηλιές γύρω από της Παυλίνας ήταν έτοιµες.
Όλες επικοινωνούσαν µεταξύ τους και στη µέση είχαν ένα µεγάλο σαλόνι, µε θέα το πυκνόφυτο δάσος. Αµέσως κιόλας κατοικήθηκαν. Τότε επέστρεψε και η Παυλίνα στο σπίτι της.
(σελ. 22)
***
Βιάζονταν να τελειώσουν για να πραγµατοποιήσουν την επιθυµία της φίλης τους. Λίγο πριν µπει το καλοκαίρι, άλλες τρεις σπηλιές γύρω από της Παυλίνας ήταν έτοιµες.
Όλες επικοινωνούσαν µεταξύ τους και στη µέση είχαν ένα µεγάλο σαλόνι, µε θέα το πυκνόφυτο δάσος. Αµέσως κιόλας κατοικήθηκαν. Τότε επέστρεψε και η Παυλίνα στο σπίτι της.
(σελ. 22)
***
Επιτέλους, η Παυλίνα είχε βρει την παρέα που λαχταρούσε.
Περνούσε όµορφα µαζί τους και δεν ένιωθε µοναξιά.
Άφησε µάλιστα στην άκρη το µπαστούνι της και περπατούσε ξέγνοιαστη, αφού δεν ήταν πια µόνη.
Συχνά, η Κατρίν, ο Ιβάν, ο Αττίκ και η Λίλη έδιναν παραστάσεις και µετά γλεντούσαν µέχρι το πρωί όλοι µαζί. Η Παυλίνα τότε χόρευε χωρίς φόβο κι ευχαριστιόταν τον χορό που τόσο αγαπούσε.
(σελ. 26)
***
Εκείνο το βράδυ ξάπλωσε στο κρεβάτι της µε πολύ όµορφες σκέψεις.
Τι ωραία! Επιτέλους, θα µπορώ να βλέπω τα παιδιά µου ακόµη κι όταν είναι µακριά µου! Και θα µπορώ να µάθω και πολλά πράγµατα, όπως είπε η Σέβη µου. Αλήθεια, µήπως να κάνω µαθήµατα χορού; Η µήπως µαθήµατα για τροµπέτα; Ή µήπως...
Ένα χασµουρητό διέκοψε τους συλλογισµούς της και έγειρε στο µαξιλάρι της. Στον ύπνο της, δάκρυα κύλησαν πάλι στα µάγουλά της, αλλά αυτή τη φορά ήταν δάκρυα χαράς. Τρύπωσαν στη γη και έφτασαν κάτω στις υπόγειες στοές που βρίσκονταν ο Μέµης ο µέρµηγκας, ο Λάκης ο γαιοσκώληκας και ο Βάσος ο ασβός.
Εκείνοι, µέσα στα δάκρυα αυτά, είδαν την Παυλίνα να κοιµάται χαµογελαστή και χάρηκαν πολύ, σαν καλοί φίλοι που ήταν.
(σελ. 32)
(Χανιώτικα νέα (Σάββατο, 7.3.2026)
.jpg)
.jpg)
.jpg)




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου