ΕΛΕΝΗ ΚΟΚΟΤΣΑΚΗ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ:
«Μου αρέσει να αφήνω τους ήρωές μου να αμφιβάλλουν»
Γράφει ο Νεκτάριος Ευ. Κακατσάκης
Η
Ελένη Κοκοτσάκη - Παρασκευοπούλου ζει
και εργάζεται στα Χανιά, και το “Ρήγµα”
είναι το πρώτο της βιβλίο, γραµµένο σε
µία σπανίζουσα στις µέρες µας γλώσσα
αυθεντικής-κλασικής λογοτεχνίας που
συγχρόνως αποδίδεται µε πολύ σύγχρονο
τρόπο! Εξάλλου η αρτιότητα στη χρήση
της γλώσσας, το πλούσιο λεξιλόγιο αλλά
και η εκπληκτική περιγραφική ικανότητά
της, η ενδελεχής παρουσίαση των χαρακτήρων
των ηρώων της δηµιουργούν ένα ιδιαίτερο
πλαίσιο -ένα παράλληλο σύµπαν- στο οποίο
ο αναγνώστης έλκεται να εξερευνήσει
είτε εντός του είτε ως παρατηρητής εκτός
αυτού.
Με
αφορµή τη συνάντηση µε τους αναγνώστες
της και την “Yπογραφή βιβλίου” της,
αύριο Κυριακή(Σ. Σύνταξης στις 20:00 στο Παλαιό Σχολείο
στα Μεγάλα Χωράφια (Σ.Σ: , συζητήσαµε µαζί της
για το “Ρήγµα” που κυκλοφορεί από τις
Εκδόσεις Agrafina, για τη συγγραφή, τη
δηµιουργία των ηρώων της αλλά και την
ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται µεταξύ
εκείνων και των αναγνωστών των ιστοριών
της.
“Κάθε
άνθρωπος κουβαλά µια θάλασσα µέσα του.
Κάποια βράδια χωρίς λόγο αυτή η θάλασσα
φουσκώνει”, γράφεις στο οπισθόφυλλο
του βιβλίου. Τι συµβολίζει για σένα αυτή
η… θάλασσα;
Για
µένα, αυτή η θάλασσα είναι ο εσωτερικός
µας κόσµος. Όλα αυτά που ζούµε, θυµόµαστε,
φοβόµαστε ή επιθυµούµε και πολλές φορές
δεν τα µοιραζόµαστε µε κανέναν. Υπάρχουν
στιγµές που τα κρατάµε µόνο για µας και
άλλες που, χωρίς να το περιµένουµε,
βγαίνουν σαν χείµαρρος. Αυτή τη στιγµή
περιγράφει για µένα η «θάλασσα» του
βιβλίου.
Μέσα
στο βιβλίο σου βρίσκουµε πολλούς
διαφορετικούς χαρακτήρες που οι
περισσότεροι από αυτούς έρχονται
αντιµέτωποι µε τον ίδιο τους τον εαυτό!
Υπάρχουν νικητές και νικηµένοι σε αυτήν
τη µάχη;
∆εν
νοµίζω ότι υπάρχουν πραγµατικοί νικητές
και νικηµένοι. Η αναµέτρηση µε τον εαυτό
µας δεν είναι µια µάχη που τελειώνει
οριστικά. Κάποιες φορές κερδίζουµε,
κάποιες φορές χάνουµε και κάποιες φορές
απλώς µαθαίνουµε να ζούµε µε όσα δεν
µπορούµε να αλλάξουµε. Οι ήρωες του
«Ρήγµατος» βρίσκονται σε διαφορετικές
στιγµές αυτής της προσπάθειας και,
τελικά, αυτό που µε ενδιαφέρει είναι η
στιγµή που ο καθένας αναγκάζεται να
κοιτάξει τον εαυτό του κατάµατα.
Οι
ήρωες που συναντούµε στο “Ρήγµα”
φαίνεται ότι ακολουθούν σε πολλές
περιπτώσεις τη µοναχικότητα αλλά και
τη µοναξιά. Τι σε ώθησε να καταπιαστείς
αλλά και να αναλύσεις αυτές τις δύο
έννοιες;
Η
µοναχικότητα και η µοναξιά είναι δυο
διαφορετικές έννοιες. Η µοναξιά είναι
κάτι που, µε τον έναν ή τον άλλον τρόπο,
αφορά όλους µας. Μπορεί να είµαστε
ανάµεσα σε ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά
να νιώθουµε µόνοι. Η µοναχικότητα, από
την άλλη, µπορεί να είναι και επιλογή,
ένας τρόπος να µείνει κάποιος λίγο
µόνος. Αυτή η διαφορά µε ενδιέφερε πολύ
και ήθελα να τη δω µέσα από διαφορετικούς
ανθρώπους και διαφορετικές ιστορίες.
Νοµίζω πως πολλές φορές, όταν µένουµε
µόνοι, ερχόµαστε αντιµέτωποι µε πράγµατα
που µέσα στην καθηµερινότητα αποφεύγουµε
να αναλύσουµε.
Στοιχεία
αστυνοµικής λογοτεχνίας, στοιχεία
ψυχοδράµατος είναι επίσης έκδηλα µέσα
στις ιστορίες που µας παρουσιάζεις.
Πόσο εύκολη ήταν η “καταβύθιση” στο
µυστήριο (µιας ιστορίας σου) και στο
υποσυνείδητο (των ηρώων σου) καθώς
έγραφες;
Λοιπόν.
Το µυστήριο και το ψυχολογικό στοιχείο
δεν προέκυψαν από κάποιου είδους µυστική
συνταγή! ∆εν έχω τέτοιες. Ξεκινώ και
όπου µε πάει. Και σε καµιά περίπτωση δεν
ήταν εύκολο. Γιατί από τη µια µεριά µε
πήγαινε το µυστήριο και µετά ερχόταν ο
εσωτερικός κόσµος του ήρωα και µε πήγαινε
από την άλλη. Προσπαθούσα κάθε φορά να
µπω στη θέση τους και να καταλάβω όχι
µόνο τι κάνουν, αλλά κυρίως γιατί το
κάνουν. Κάποιες ιστορίες µάλιστα µε
οδήγησαν σε σηµεία που δεν είχα αρχικά
σχεδιάσει. Ίσως αυτό να είναι και το πιο
όµορφο κοµµάτι της γραφής: να ξεκινάς
γνωρίζοντας περίπου πού θέλεις να πας
και στην πορεία να σε εκπλήσσει ακόµη
και η ίδια η ιστορία.
Σε
κάποιες από τις ιστορίες σου ο αναγνώστης
βρίσκεται ενώπιον ενός ιδιόµορφου
κόσµου που µπορούµε να πούµε ότι…
κινείται στα όρια µιας “µη πραγµατικότητας”.
Λέξεις - έννοιες όπως αλλόκοτο, ψυχεδέλεια,
ιδρυµατοποίηση, αποασυλοποίηση, παράνοια
και… “µη.. τέλος”, µοιάζουν να δηµιουργούν
ένα γοητευτικό τόπο για τη συγγραφέα.
Τι λες;
Οµολογώ
ότι, διαβάζοντας όλες αυτές τις λέξεις
µαζεµένες, σκέφτηκα ότι µάλλον πρέπει
να ανησυχήσω λίγο για το δικό µου το
µυαλό! (Γέλια). Στην πραγµατικότητα, αυτό
που µε γοητεύει είναι το όριο ανάµεσα
σε αυτό που θεωρούµε πραγµατικό και σε
αυτό που δεν µπορούµε εύκολα να εξηγήσουµε.
Μου αρέσει να αφήνω έναν ήρωα να αµφιβάλλει
για όσα βλέπει και, µαζί του, να αµφιβάλλει
και ο αναγνώστης.
∆εν
µε ενδιαφέρει όµως το αλλόκοτο απλώς
και µόνο επειδή είναι αλλόκοτο. Θέλω
πάντα να υπάρχει ένας άνθρωπος από πίσω,
ένα συναίσθηµα ή µια κατάσταση που να
το δικαιολογεί. Κάποιες φορές, µάλιστα,
δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτό που συµβαίνει
είναι πραγµατικό ή αν το βλέπει έτσι ο
ήρωας. Εκεί νοµίζω πως υπάρχει και η
γοητεία. Μπορείς να µετακινήσεις λίγο
τα όρια της πραγµατικότητας και να
αφήσεις τον αναγνώστη να αποφασίσει
µόνος του πού τελειώνει το πραγµατικό
και πού αρχίζει το ‘‘άλλο’’.
Γιατί
ξεκίνησες να γράφεις; Τι σου προσφέρει
το γράψιµο - η συγγραφή;
Από
µικρή µου άρεσε να γράφω. Μάλιστα κάπου
στο πατρικό µου ίσως να υπάρχουν ακόµα
κάπου καταχωνιασµένα, µικρά κοµµατάκια
που έγραφα σε ένα απλό µπλε τετράδιο.
Αν κάποιος, όταν ήµουν µικρή, µου έλεγε:
«Το ξέρεις Ελένη ότι όταν µεγαλώσεις
µπορεί να γράψεις και το δικό σου
βιβλίο;», σίγουρα θα γελούσα και θα του
έριχνα και µια φάπα! Η συγγραφή τελικά
έγινε ένας τρόπος να ξεφεύγω από την
καθηµερινότητα και τα προβλήµατά της.
Με απορροφούσε τόσο, ώστε για λίγο
ξεχνούσα τα ιατρικά προβλήµατα των
γονιών µου, τις αγωνίες και όλα όσα µε
απασχολούσαν. Και αργότερα, όταν ήρθε
η απουσία της µητέρας µου, το γράψιµο
έγινε ένας διαφορετικός τρόπος να
διαχειριστώ αυτή την απώλεια. ∆εν
εξαφάνισε τον πόνο, σε καµία περίπτωση,
αλλά για λίγο δηµιούργησε έναν άλλο
χώρο στον οποίο µπορούσα να αναπνεύσω
χωρίς αυτό το αβάσταχτο ‘‘αχ’’ που
µου στεκόταν στο λαιµό. Λίγο - λίγο το
κουκούλωνε.
Το
γεγονός ότι η ενασχόλησή σου µε τη
συγγραφή είναι πολύ πρόσφατη, οµολογώ
ότι εκπλήσσει τον αναγνώστη δεδοµένου
του άρτιου αποτελέσµατος που διαφαίνεται
στο “Ρήγµα”. Τι σε ώθησε να ασχοληθείς
τώρα µε τη συγγραφή και µάλιστα να
εκδώσεις σχετικά πολύ σύντοµα το πρώτο
σου βιβλίο;
Βασικά
πιστεύω πως δεν υπάρχει συγκεκριµένο
«τώρα» για τη συγγραφή. Στη δική µου
περίπτωση ήρθε σε µια περίοδο της ζωής
µου που είχα ανάγκη από “κάτι”, µακριά
από τις αγωνίες της καθηµερινότητας.
Ξεκίνησα χωρίς να σκέφτοµαι την έκδοση
ενός βιβλίου. Έγραφα γιατί µου έκανε
απλά καλό. Όταν άρχισαν να δηµιουργούνται
οι ιστορίες του «Ρήγµατος», κατάλαβα
ότι είχαν γίνει κάτι περισσότερο από
µια προσωπική διέξοδος. Είχαν αρχίσει
να αποκτούν τη δική τους ζωή. Ίσως γι’
αυτό όλα έγιναν τόσο γρήγορα. ∆εν υπήρχε
από πριν ένα σχέδιο να γίνω συγγραφέας,
και ούτε πιστεύω πως είµαι. Υπήρχε µόνο
η ανάγκη να γράψω. Τα υπόλοιπα ήρθαν
στην πορεία.
Πώς
θα χαρακτήριζες ως βιβλίο το “Ρήγµα”,
πώς θα το παροµοίαζες;
Το
«Ρήγµα» είναι για µένα ένα βιβλίο για
τους ανθρώπους και τα γεγονότα που
µπορούν να τους αλλάξουν. Είκοσι δύο
ιστορίες διαφορετικές µεταξύ τους,
άλλες πιο σκοτεινές, άλλες πιο ανατρεπτικές,
που όµως όλες ξεκινούν από κάτι πολύ
ανθρώπινο. Αν έπρεπε να το παροµοιάσω
µε κάτι, θα έλεγα πως είναι ένα κουτί µε
σοκολατάκια µε διάφορα σχήµατα. Ξέρεις,
από αυτά τα µικρούλικα µε τις διάφορες
γεύσεις. Το κουτί δεν σου γράφει απ’
έξω τι γεύση έχει το καθένα µέχρι να
πιάσεις το πρώτο και να δαγκώσεις. Και
επειδή η περιέργεια είναι και αυτή
ανθρώπινη, θα καταλήξεις να φας όλα τα
σοκολατάκια για να σου φύγει η
περιέργεια!
Έχεις
κάτι άλλο στα σκαριά;
Ναι,
υπάρχει κάτι άλλο στα σκαριά. Είναι µια
ιστορία που έχει ήδη αρχίσει να παίρνει
µορφή, αλλά δεν θέλω ακόµη να αποκαλύψω
πολλά. Αυτή τη φορά, µάλιστα, χρειάζεται
περισσότερη δουλειά και υποµονή. Θα πω
µόνο πως, αν όλα πάνε όπως τα έχω φανταστεί,
θα είναι ένα βιβλίο αρκετά διαφορετικό
από το «Ρήγµα». Ας κρατήσουµε λοιπόν
λίγο το µυστήριο… αν στα πω όλα, τι θα
γράψω µετά;
Χανιώτικα νέα (Διαδρομές, Σάββατο, 29.8.2026)
%20(1).jpg)