Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ




Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη/ ξαρμάτωτη την ήβρηκες και λείπαν τα παιδιά της/ στα ξένα πολεμούσανε πάνω στην Αλβανία,/ μα πάλι πολεμήσανε… Στη “δια πασών” την περασμένη εβδομάδα το γνωστό ριζίτικο τραγούδι στις εκδηλώσεις για τη Μάχη της Κρήτης, που ξεκίνησαν με τα εγκαίνια της εγκατάστασης – έκθεσης ζωγραφικής του Δημήτρη Αστερίου στο Γιαλί Τζαμισί, την Τρίτη 16 Μαΐου, συνεχίστηκαν σε πολλές γωνιές της Περιφερειακής μας Ενότητας και κορυφώθηκαν προχθές Κυριακή 21 Μαΐου στο Αεροδρόμιο Μάλεμε και στο Μνημείο Μάχης Κρήτης με την καθιερωμένη ρίψη αλεξιπτωτιστών από την 1η ΜΑΛ.

Ξαρμάτωτη την ήβρηκε (ας όψεται ο Μεταξάς) την Κρήτη, τον Μάη του 1941, ο Χίτλερ. Δίχως τα παιδιά της, τα παλικάρια της, που πολεμούσανε πάνω στην Αλβανία. Κι όμως η Κρητική ψυχή ξεσηκώθηκε. «Δεν την πατείτε σεις μωρέ την Κρήτη ανάθεμά σας!» φώναξαν στους αλεξιπτωτιστές τους που μόλυναν τον κρητικό ουρανό, οι γέροντες, οι γυναίκες και τα παιδιά, κάνοντας όπλα τις κατσούνες και τα θρινάκια. Ξαρμάτωτη βρήκανε και την Ελλάδα (ας όψονται οι φταίχτες πολιτικοί) γι’ άλλη μια φορά τον Μάη του 2011, οι διεθνείς αγορές, κι ήρθαν οι κάθε λογής σωτήρες, όπως είχα γράψει και τότε “Στα πεταχτά” (“Χ.Ν.”, 17.5.2011) για να μας σώσουν. Άλλη, μεγάλη κουβέντα αυτή. Όλο μας “σώζουν” και σωζόμαστε, κι όλο του χαμού είμαστε. “Βουβοί, μοιραίοι, κι άβουλοι αντάμα,/ προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα”, για να θυμηθώ τους “Μοιραίους” του Κώστα Βάρναλη.

Επιστροφή στις ημέρες εκείνες. Στις ημέρες που οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, οι πατεράδες και οι μανάδες μας, για να χρησιμοποιήσω στίχους από το ποίημά μου “Αθανασία”, “αντί για ψωμί”, “δείπνησαν τη λεβεντιά”, ήπιαν το κρασί της δόξας”, “έτσι χορτάτους τους βρήκε ο θάνατος”. Στις ημέρες εκείνες που «η Κρήτη φόρεσε το μαύρο τσεμπέρι της κι έψαλλε το “Χριστός Ανέστη!”» “Μνήμη Αγίου, μίμησις Αγίου”, συνήθιζε να λέει σε ανάλογες περιπτώσεις ο μακαριστός παπά Γιώργης Χιωτάκης.



Να μην επαναληφθούν ποτέ πια








Εδώ είναι θαμμένα τα σκληρά εμβατήρια/ τα λυκίσια μάτια τα επηρμένα./ Κλείνει ο αιώνας κι είναι ακόμη είκοσι χρονών/ η λεηλατημένη νιότη τους/ πρώιμος ανθός, καρπός υποταγής./ Υπομονή. Η γη τους υποφέρει/ θέλει να τους πετάξει ως ξένο σώμα/ κι εγώ την αγωνία της μαρτυρώ/ μα κάποτε θα σπάσω το κλουβί του ελέους/ θα βάλω το στάρι να τους πνίξει/ κι ας έρθει συφάμελο να με πάρουν./ Ας στήσουνε το στεν να μ’ εκτελέσουν πάλι”. Από την ποιητική συλλογή “Αρειος Ύπνος”, της Βικτωρίας Θεοδώρου.

«Εμπνευσμένος από το επιβλητικό μα φρικαλέο κοιμητήριο των Γερμανών στο “Ύψωμα 107” που δεσπόζει στον κάμπο του Μάλεμε», είναι ο “Άρειος Ύπνος”, όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου που κυκλοφορήθηκε το 1983. “Σαν Ύβρη και βάση πολέμου”, το βλέπει η Βικτωρία Θεοδώρου κι επικαλείται “την Ποίηση να την συντρέξει για να εκφράσει καίρια και ανεξίτηλα τα συμβάντα που χάραξαν την γενιά της, για να μην επαναληφθούν ποτέ πια”. Όλων μας η ευχή. Να μην επαναληφθούν ποτέ πια!

          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου