Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

Η ΑΣΗ ΓΩΝΙΑ (ΚΙ) Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ 


“Ροζοναρίσματα τσ’ Ασηγωνιώτικης Ρίζας”, ο τίτλος του 190 μεγάλου σχήματος και διανθισμένου με πλούσιο φωτογραφικού υλικού σελίδων, τελευταίου βιβλίου (του 5ου κατά σειρά για το χωριό του) που “έβγαλε” πρόσφατα ο εκλεκτός συνεργάτης των “Χανιώτικων νέων” Σήφης Ι. Πετράκης. Ύστερα  από τις “Ιστορίες τσ’ Ασηγωνιώτικης Ρίζας”, “Αθιβολές” και τα “Μαδαρίτικα αναστορήματα”. Η Ασή Γωνιά (κι) ο κόσμος όλος για τον φίλο μου! Ασή- Γωνιά και πάσης οικουμένης! Των αδυνάτων αδύνατο να σταματήσει ο Σήφης να γράφει αση-γωνιώτικες ιστορίες, διασώζοντας το πρόσωπο της “Απάνω Κρήτης” κατά Νίκο Καζαντζάκη, έγραψα πριν από 16 χρόνια στη στήλη που είχα τότε στην εφημερίδα (“εύφημες μνείες”, 28.11.2005). Το ξαναγράφω. Ο επιμένων ορεινά… Ο επιμένων μαδαρίτικα… Ο επιμένων αση-γωνιώτικα… Ενόσω ζει, αναπνέει και σωφρονεί για να χρησιμοποιήσω τη γνωστή φράση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τον “Λαμπριάτικο ψάλτη”. Εις μνημόσυνον, αιώνιου του πατέρα του Γιάννη και της μητέρας του Στέλλας, αλλά και όλων των Ασηγωνιωτών που έχουν φύγει στην Επουράνια Μαδάρα.

 

«Ο Μανούσος ήταν ένα κοπέλι άκακο με όχι και τόσο μεγάλη νοημοσύνη. Έλεγε ναι, έκανε μπουνταλές. Συχνά ήταν στο καφενείο του Ψευτοστελή στη Μεσοχωριά, το κέντρο της κουβέντας. Ειδικά, μερικών γέρω-μασκαρτζήδων, που ψάχνανε κάποιο σαν τον Μανούσο να γελάσουν, μια που εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε τηλεόραση ούτε ραδιόφωνο. Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, βρίσκονταν στο καφενείο οι “αρχηγοί” των μασκαρατζήδων, ο γέρω- Γλετζομιχάλης, ο Γυπαρόπετρος και ο Κυμιαναλέξαντρος. Ήταν επίσης και αρκετοί νεότεροι θαμώνες στο καφενείο. Ένας απ’ αυτούς, ο Γιώργης ο Αγγελάκης, ο Κιουλαδογιώργης, που μου είπε την ιστορία». Η αρχή από το πρώτο “ροζονάρισμα” που έχει τίτλο «Ο Μανούσος Κουτσουδοβαρδάκης ή Λαφάσης παρολίγον “παπάς” τσ’ Αγιάς Βαρβάρας». Σαν δείγμα γραφής και σαν “πρό(σ)κληση” ανάγνωσης. Ο συγγραφέας με την απλή ιδιόλεκτη, οικεία ντοπιολαλιά μετουσιώνει το αδρό, σκληρό, πέτρινο σε λυρική έξαρση. Βυθίζεται συχνά στους λαβυρίνθους του χρόνου και συναντά μια ατελεύτητη σειρά προγόνων, αγριωπών, βασανισμένων, μα περήφανων να κινούν τη φωτογραφία και να αναμοχλεύουν τη μνήμη», γράφει, μεταξύ των άλλων, στο “αντί προλόγου κείμενο του για την “ιδιότυπη” γραφή του Σήφη, ο γνωστός δάσκαλος- λογοτέχνης Χρήστος Κωσταντουδάκης απ’ το κοντινό στην Ασή- Γωνιά, χωριό, Αλώνες Ρεθύμνου.

 

«Κι ας μίσεψες απ’ τη ζεστή του τόπου σου αγκαλιά/ και σε γωνιά(ν) απάνεμη έπλεξες τη φωλιά σου,/ ως τα διαβατάρικα γυρίζεις τα πουλιά/ και δεν λησμόνησες ποτέ τις ρίζες της γενιάς σου!// Με το μελάνι της καρδιάς γράφουν τα δυο σου χέρια/ συνήθειες, ήθη κι έθιμα του τόπου σου στολίδια,/ μην ξεθωριάσει η λάμψη τους, να παραμείνει ακέρια,/ να μη γενούν της λησμονιάς στάχτες κι αποκαΐδια». Οι δύο πρώτες (απ’ τις πέντε) στροφές ενός ποιήματος που έγραψε για τον Σήφη, ο γνωστός Χανιώτης ποιητής Δημήτρης Κ. Τυραΐδης. Καλοτάξιδο κι αυτό σου το βιβλίο, φίλε!

 

                                                            ΚΑΙ... ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ

 


Ο κύβος ερρίφθη! “Και… στα πεταχτά” ο τίτλος του δεύτερου μέρους της στήλης, αν και όταν βρίσκει θέση στις Στάσεις. Για να δούμε… Πάντως τέρμα και τελείωσαν τα “Κορωνοϊκά… στα πεταχτά”, σαν τίτλος. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν “κορωνοϊκά” πεταχτά. Δυστυχώς, εξακολουθεί και θα εξακολουθήσει να μας απασχολεί με τα καμώματα του η Αυτού Μικρότης, ο Covid 19, με τις μεταλλάξεις του.

 

«Τα κρούσματα μειώθηκαν, και αισιοδοξούμε/ θα διώξουμε τον κορωνιό, ελεύθεροι να ζούμε.// Τη μάχη την κερδίζουμε, ο κορωνιός θα χάσει,/ να μας αδειάσει τη γωνιά, η μπόρα να περάσει.// Το Βατερλώ του κορωνιού, ντελόγο πλησιάζει/ ήλιος τσ’ ελπίδας άρχισε στη χώρα μας να λιάζει». Διάχυτη η αισιοδοξία στις σημερινές μαντινάδες που μου έστειλε, μέσω κινητού, όπως συνήθως, η Νεκταρία Θεοδωρογλάκη. Φτου ξελευτερία, Νεκταρία! Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα… ξεσαλώσουμε.

 

“Ανακάλυψα πως υπάρχει ο άνθρωπος/ στον οποίο μιλώ./  Είδα μέσα στα μάτια/ των παιδιών σαν μι’ ανταύγεια υγρή/ τη φωνή μου./ Έδειχναν ως ν’ ακούγανε μια/ λειτουργία όπου μέσα της το ακουστό/ είναι λίγο, πολύ το ανάκουστο.// Κι αυτό το μικρό λουλούδι που απλώνοντας τέλος μου πρόσφερναν,/ από πόσο βαθιά/ κι από πόσο μακριά ερχότανε/ το ‘βλεπα./ Το ‘βλεπα/ πως με βράβευε ο ήλιος”. Το ποίημα “Τιμητική διάκριση” του Νικηφόρου Βρεττάκου (από την ποιητική συλλογή “Ηλιακός λύχνος”).

Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 12.6.2021) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου