Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ


ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΙ ΙΣΟΣ Σ'ΟΛΕΣ ΤΟΥ ΤΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ, ΕΤΩΝ 93




Μυρίζουν οι βασιλικοί, μυρίζουν κι οι βαρσάμοι,\ μα σα μυρίζει ο φρόνιμος βαρσάμια δε μυρίζουν,  \ βαρσάμια ουδέ βασιλικό, μηδέ καρεφυλλάτα.\ Μυρίζει εκειά που πορπατεί, μυρίζει εκειά που στέκει, \ μυρίζει και όντε μιλεί… 
Μ’ αυτό  το ριζίτικο τραγούδι που τραγουδιέται ακόμη στην τάβλα, στα χωριά των Χανιών, αρχίζω τον αποχαιρετισμό μου , εκ μέρους της ευρύτερης οικογένειας των Κακάτσηδων, στον Καπετάνιο μας, ὀπως μου άρεσε να τον αποκαλώ, τον Αντώνη Γεωργίου και Δέσποινας Κακατσάκη,  που έφυγε προχθές στα 93 του χρόνια, για το άλλο ημισφαίριο της ζωής ακολουθώντας , ύστερα από 80 μέρες, την ακριβή του συντρόφισσα , την Βάσω, μην μπορώντας να κάμει δίχως της. Για να συνεχίσω μετά μ’ ένα δημοσίευμα από μια κρητική εφημερίδα του 1954, που τον αφορά και τους πρώτους στίχους του Κωνσταντίνου Καβάφη, από το ποίημα «Θερμοπύλες», και να κλείσω μ’ ένα νεοριζίτικο.
Φρόνιμος παιδιόθεν και μέχρι τέλους, με την κρη(ι)τική έννοια της λέξης ο Καπετάνιος μας. Λόγοις και πράξεσι. Κατά κοινήν ομολογία όλων όσοι τον γνώρισαν και τον συναναστράφηκαν, έστω για λίγο. Και στην ιδιωτική του ζωή και στον δημόσιο βίο του. Δημοκρατικός, Δημιουργικός, Δυναμικός, Δοτικός. Τα τέσσερα με Δέλτα κεφαλαίο επίθετα που τον χαρακτήριζαν. Δάσκαλος ζωής ο Καπετάνιος μας.
Ο Αντώνης Γ. Κακατσάκης γεννήθηκε στον Αλικιανό Χανίων, όπου υπηρετούσε ως αξιωματικός Χωροφυλακής ο πατέρας του, και πριν από την εισαγωγή του στην Πάντειο, έκανε μαζί με τα εγκύκλια μαθήματα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, ξεχωριστές σπουδές στη Βενιζελική Σκέψη, για να γίνει αργότερα πρόεδρος της Νεολαίας του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Δημοκρατικός, κατ’ όνομα και κατά χάρη, λοιπόν, Δημιουργικός και Δυναμικός, πάνω απ’ όλα, ωστόσο, Δοτικός. Διά βίου και προς όλους. Για τους γονείς και τα αδέλφια του. Για την σύντροφο της ζωής του -  εδώ πρόκειται για έναν έρωτα μεγάλο, για μια αγάπη που αξίζει να γίνει ταινία. Για τα παιδιά και τα εγγόνια του. Για τους συγγενείς – είναι για όλους το αποκούμπι μας, μου είχε πει, πριν από πολλά χρόνια μια ξαδέλφη μας – και για τους πάμπολλους φίλους του. Για τους συναδέλφους του στην Εφορεία και στον Συνδικαλισμό -  ήταν για πολλά χρόνια Πρόεδρος του Συλλόγου των Εφοριακών και Αντιπρόεδρος της ΑΔΕΔΥ. Για όλους που του ζητούσαν βοήθεια. Δοτικός προπάντων για τον εμπερίστατο συνάνθρωπο – δεν επεκτείνομαι περισσότερο…
Βρισκόμαστε στα 1954 και τα Κρητικά Σωματεία της Αθήνας γιορτάζουν  στο «ΠΑΛΛΑΣ» την επέτειο της Μάχης της Κρήτης και ο Αντώνης είναι ο ένας από τους δυο κεντρικούς ομιλητές. Διαβάζω από το υπ ’αρ. 1725 φύλλο της εγκρίτου εφημερίδας των απανταχού Κρητών  «Κρητική Ενότης» (9.6. 1954) τα που τον αφορούν: “ Ο φέρελπις νέος κ. Κακατσάκης υπήρξε μια πραγματική αποκάλυψις διά το κοινόν. Είχε κλείσει στα στήθη του ολόκληρον την Ελλάδα, με όλην την λάμψιν και την δόξαν της. Ο κ. Κακατσάκης με παλμόν και τόνον, με ευφράδειαν και ιδιαιτέρως εύληπτον διατύπωσιν, με έξαρσιν μεγάλου αγορητού, συνήρπασε τους παρισταμένους και επροκάλεσεν ασυνήθη ενθουσιασμόν. Εν μέσω συνεχών διακοπών και ραγδαίων χειροκροτημάτων ωμίλησεν επί 20 λεπτά της ώρας δημιουργήσας όντως ατμόσφαιραν εθνικής υπερηφανείας. Ο ενθουσιασμός και αι εκδηλώσεις του κοινού υπερέβησαν παντός είδους πρόβλεψιν, όταν ο μάγος της ημέρας κ. Κακατσάκης έφερεν τον λόγον του προς την ομογάλακτον αδελφήν της Μεγαλονήσου Κρήτης, την υπόδουλον Κύπρον και ηξίωσεν την απόδοσίν της εις την μητέρα Ελλάδα. Τα σπουδαστικά νειάτα, είπε, αξιούν την Κύπρον ελευθέραν και εις τας αγκάλας της μητρός Ελλάδος. Αυτό πρέπει να το πληροφορηθεί όλος ο κόσμος και να το εννοήση ιδιαιτέρως η Μεγάλη σύμμαχος Αγγλία. Συμβιβασμός δεν χωρεί και οιαδήποτε θυσία, που τυχόν θα χρειασθεί, θα είναι μεγάλη». Αυτά μόνον για να κρίνουμε «εξ όνυχος τον λέοντα»…
Όχι, ο «φέρελπις νέος» δεν έγινε πολιτικός, όπως όλοι περίμεναν. «Παραήμουν συναισθηματικός γι’ αυτό το άθλημα, μου είπε κάποτε, όταν του εξομολογήθηκα, ότι λειτουργούσε σαν υπόδειγμα στα μικράτα μου.
Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωήν των\ όρισαν να φυλάγουν Θερμοπύλες.\ Ποτέ από το χρέος μη κινούντες. \ Δίκαιοι κι ίσοι σ’ όλες των τες πράξεις\αλλά με λύπην κιόλας κι ευσπλαχνία»… Τα που μας λέει στην αρχή του ποιήματός του «Θερμοπύλες» ο Αλεξανδρινός Ποιητής. Γι ανθρώπους σαν τον Αντώνη Γεωργίου Κακατσάκη, το έγραψε. Γι ανθρώπους που για να χρησιμοποιήσω μια κρητική μαντινάδα στέκονται όρθιοι στα μετερίζια της ανθρωπιάς και στης τιμής το χρέος, ακόμα κι όταν είναι σίγουροι, ότι οι κάθε λογής Μήδοι, έχουν ήδη περάσει τα σύνορα και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Είχαμε μια μεγάλη από τηλεφώνου κουβέντα γι’ αυτό το θέμα, πριν ένα χρόνο περίπου, με αφορμή μια ερώτηση που του έκαμα, για τους διωγμούς που υπέστη τα χρόνια της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Δεν είναι της ώρα για περισσότερα…
Παιδαγωγικό μυθιστόρημα ο βίος και η πολιτεία, τα έργα και οι ημέρες του πρώτου από τα τέσσερα ξαδέλφια που πήρε το όνομα του παππού μας, που αγωνίστηκε μια ζωή, δίπλα στο αδελφό του, τον οπλαρχηγό Θεοκλή Κακάτση, για τη λευτεριά της Κρήτης και την Ένωσή της με την Ελλάδα. Έζησε μια γεμάτη ζωή ο Αντώνης. Ἀντεξε σε μπόρες και καταιγίδες, απόλαυσε, ωστόσο, και λιακάδες. Πέρασε δικτατορίες και πολέμους, κάθε λογής καταστάσεις. Αγάπησε και αγαπήθηκε. Πολύ αγάπησε και πολύ αγαπήθηκε…
Κλείνω με το νεοριζίτκο – ακόμη φτιάχνουμε τέτοια λογής τραγούδια στο Νίππος , το χωριό μας, που βρίσκεται στις ρίζες των Λευκών Ορέων και βιγλίζει τον Ψηλορείτη. Προπάντων την παραμονή της Χάρης του Αγίου Πνεύματος, της εκκλησίας της γειτονιάς μας, τις Κατούνες… Ένα από αυτά, παράλλαξα το πρωί ερχόμενος από τα Χανιά με το αεροπλάνο για την κηδεία: Εις τις Κατούνες πάντοτε στσ΄αυλές τ’ Αγιού Πνευμάτου\αναρωτιούνται τα πουλιά που γύρω του φωλιάζουν\ αν βλέπουν τους φευγάτους μας στου ουρανού το δώμα. \Κι ένα πουλί, μικρό πουλί, μια γλυκοποταμίδα\ τους λέει πως τους συναντά μόλις η νύχτα πέσει\ γι αυτό κι ομορφοκελαηδεί…
Δεν πεθαίνουν οι αγαπημένοι μας, όσο τους θυμούμαστε. Το ξέρετε καλά αυτό, Γιώργο, Δέσποινα και Μπάμπη με τα παιδιά σας… Όλοι όσοι βρισκόμαστε σήμερα εδώ και αποχαιρετούμε τον Αγαπημένο μας, το ξέρουμε… Αντωνίου Κακατσάκη του Γεωργίου και της Δέσποινας, Αιωνία η Μνήμη!

Σημείωση: Επικήδειος λόγος στον Ιερό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών της Άνω Γλυφάδας.( 5 Μαρτίου 2020)
ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ




Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ, ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

Ο ΜΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΕΛΙΔΟΝΙΩΝ

"Καθ' οδόν (7.30 πρωινή προς εργασίαν) συναντώ τον Μάρτιο/ ευδιάθετον,/ υπαινιγμών πλήρη/ περί ανοίξεως και λοιπά/ αναβάλλω την υπόστασή μου/ ανακόπτω τη σύμβασή μου με το χειμώνα/ και διασπείρομαι σε χώμα/ Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,/ ξαπλωμένη, απλωμένη/ απέναντι στο/ καθ’ όλα σύμφωνο/ σύμπαν./ Φυτεύομαι άνθη,/ ανθίζω συναισθήματα/ και είμαι πολύ καλά/ εις άπλετον προορισμόν/ και τοποθέτησιν./ “Απαγορεύεται η άνοιξις!”/ ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο/ απειλεί. Αμέσως/ μια βροχή άρχισε κι έλεγε/ εις βάρος της ανοίξεως και εις βάρος μου, ένας δύσθυμος άνεμος/ μου κατάσχει τα άνθη,/ μου κατάσχει τα συναισθήματα/ και μ’ οδηγεί στο Γραφείο». Από το ποίημα “Ουτοπίες” της Κικής Δημουλά.
Μάρτης είναι, νάζια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει… Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος πέντε φορές εχιόνισε και πάλι το μετάνιωσε πως δεν εξαναχιόνισε… Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης… Και σ’ αυτές τις παροιμίες για τον επονομαζόμενο και “Τρελό”, τρίτο μήνα του χρόνου, μας παραπέμπει σ’ ένα πρώτο επίπεδο, με το παραπάνω της ποίημα η πρόσφατα απελθούσα για τη Χώρα των Μακάρων, σπουδαία Ελληνίδα ποιήτρια. Ανοίγω παρένθεση. Οι ποιητές φεύγουν οι ποίησή τους μένει εσαεί λειτουργούν και λειτουργούνται τα ποιήματά των, αν αξίζουν λειτουργίας. Κλείνω την παρένθεση. Από παροιμίες ο Μάρτης… να φάνε και οι κότες. «Απού ‘χει κόρη ακριβή, του Μάρτη ο ήλιος μην την δει», αυτή που μου έρχεται στο νου. Μάλλον γιατί, λίγο πριν αρχίσω να γράφω τη στήλη, μια δασκάλα, καλή μου φίλη, μου είπε σε τηλεφωνική μας επικοινωνία, πόσο χάρηκαν τα “πρωτάκια” της, με τους “μάρτηδες” στα χεράκια των. Καλά κρατεί το έθιμο τούτο που φαίνεται να έχει την αρχή του στην αρχαιότητα. Κλωστές, κόκκινες κι άσπρες, φορούσαν στα χέρια τους, λένε διάφορες μαρτυρίες, και οι αρχαίοι, για να διώχνουν το κακό. Κακό, εν προκειμένω, ο μαρτιάτικος ήλιος που καίει τα πρόσωπα των παιδιών και τα κάνει άσχημα. Ιδιαίτερα των κοριτσιών…
Και για τα “χελιδονίσματα”, τα κάλαντα που λέγανε πάλαι ποτέ την Πρωτομαρτιά (κάποτε ήταν και Πρωτοχρονιά) τα παιδιά μιλήσαμε με τη φίλη δασκάλα. Ένα απόσπασμα από μια παραλλαγή τους, που κατέγραψε ο Νίκος Ψιλάκης το 2985 στη Μονή Κρεμαστών Μεραμπέλου (βλ. βιβλίο του “Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη”, εκδ. “Καρμάνωρ”) παρακάτω. Και γιατί κατ’ εξοχήν μήνα των χελιδονιών επιμένουμε εν Ελλάδι να θεωρούμε τον Μάρτιο. Πάμε, λοιπόν… «Εβγα Φλεβάρη να μπει ο Μάρτης/ να ‘ρθει το χελιδόνι απού τη θάλασσα./ Τα δέντρα ανθούσι/ μοσκοβολούσι./ Η γη βλαστάνει/ καρπούς μας βγάνει/ και ρόδα κι άνθη/ η ψ’η (ψυχή) ευφράνθη/ ήρθεν ο Μάρτης/ πάει ο Φλεβάρης./ Καλές κεράδες/ και νιες και γράδες,/ τα μελιδόνια/ τα χελιδόνια/ όπου πετούσι/ και κελαϊδούσι/ ταΐσετέ τα/ ποτίσετέ τα/ καληνωρίσετέ τα».

"ΧΑΙΡΕ ΚΟΡΩΝΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ, ΣΤΕΜΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΤΗΣ"


"Χαίρε, κορώνα της κυριάς, στέμμα της παρθενιότης·/ χαίρε, καντήλα τσ’ ομορφιάς, χαίρε, δένδρον της νιότης/ χαίρε, πύργος εις την τιμήν, πουλάκιν της σπλαχνιότης·/ χαίρε, παλάτιον του Χριστού και κάστρο της θεότης./ Χαίρε, σκάλα του ουρανού, πόρτα του παραδείσου/ χαίρε σπαθί με δύναμιν αντίδικα τσ’ αβύσσου·/ χαίρε, όπου λυτρώθημεν διά του μονογενή σου·/ χαίρε, όπου εζήσαμεν, Μαρία, τη ζωή σου./ Χαίρε, γούρνα της Βάπτισης, λάδι του μυρωμάτου·/ χαίρε, πηγή αφύρατος συ του αγιασμάτου·/ χαίρε, πίστις των Χριστιανών, θύρα τ’ αγίου πνευμάτου·/ χαίρε, Μαρία δέσποινα, μήτηρ του αοράτου./ Χαίρε, λιβάδιν πράσινον, των αρχαγγέλων σκόλη·/ χαίρε, να σε δοξάζωμεν καματερήν και σκόλη·/ χαίρε, Μαρία, να κράζωμεν, να σε παινούμεν όλοι./ Χαίρε μήτηρ ελεούσα, χαίρε πολλών Βοηθεία·/ χαίρε εις την γραμμάτισιν και εις την γνώσιν θεία·/ χαίρε, κορώνα θαυμαστή κι αγιοσύνη θεία./ Χαίρε, οπού μας έβγαλες εκ των εχθρών τα χέρια./ Χαίρε, οπού επροφήτευσεν για σένα η Σιβύλλα·/ χαίρε, οπού οι άγγελοι στην Αίγυπτον σε στείλαν·/ χαίρε, όπου όντεν επέφτασιν τα άνθη και σε σεν τα φύλλα/ και κάμασί σου την άδειαν οι πέτρες και τα ξύλα». Ενας λαϊκός, κρητικός “Ακάθιστος Υμνος” του 15ου αιώνα που δημοσιεύθηκε το 1969 απ’ τον καθηγητή Κ. Μητσάκη. «Είναι μια περίπτωση που καταδεικνύει εμφαντικά το εύρος των επιδράσεων του περίφημου βυζαντινού υμνογραφικού κειμένου», επισημαίνει ο μακαριστός Ι.Μ. Χατζηφώτης στο βιβλίο του “Ο Ακάθιστος ύμνος” που εκδόθηκε το 1994 απ’ τις εκδόσεις “Αλκυών, απ’ το οποίο το “αλίευσα”. Κι αν έχει έναν «θερμό και οικείο τόνο», για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του, το εν λόγω κείμενο.
Πρώτη Παρασκευή της Μεγάλης Σαρακοστής σήμερα και οι Α’ Χαιρετισμοί της Παναγίας. Οι πρώτοι 6 απ’ τους 24 οίκους στην “κορώνα της κυριάς” και στο “στέμμα της παρθενιότης”, όπως αποκαλεί την Πάντων Χαρά στον πρώτο στίχο του ύμνου του ο ανώνυμος Κρητικός ποιητής…
Χανιώτικα νέα (Παρασκευή, 6.3.2020)
http://www.haniotika-nea.gr/martis-o-minas-ton-chelidonion/

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

ΠΡΙΝ ΑΠΟ 9 ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011


ΣΤΑ ΠΕΤΑΧΤΑ



Φίλες και φίλοι, καλημέρα!

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΑΔΕΣ που κουζουλαίνονται (ή αν θέλετε κουζουλαίνονταν) οι γράδες αύριο, η Καθαρή Δευτέρα που εξακολουθούμε να δίνουμε, καιρού επιτρέποντος, του αετού μας αέρα μεθαύριο και απ' την Τρίτη τα κεφάλια μέσα. Ο,τι καρναβαλιστήκαμε, καρναβαλιστήκαμε, ό,τι πίτες κόψαμε, κόψαμε, ό,τι χορούς κάναμε, κάναμε. Του χρόνου πάλι.

ΕΠΙΜΗΚΥΝΣΗ ΤΗΣ Αποκριάς, πάντως, δεν προβλέπεται. Ούτε μείωση του επιτοκίου του δανείου που τυχόν πήραμε για να αποκρυγιώσουμε. Καλή Σαρακοστή!

ΠΕΝΗΝΤΑ ΜΕΡΕΣ (49 για την ακρίβεια) από την Καθαρή Δευτέρα μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο τραβάει η Μεγάλη Σαρακοστή. Αρχικά κρατούσε σαράντα μέρες γι' αυτό και το όνομα Σαρακοστή (Τεσσαρακοστή). Είναι να μη σου βγει το όνομα...

ΑΛΛΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ κι άλλο η χάρη, βέβαια. Λίγοι, πολύ λίγοι, νηστεύουνε όπως νηστεύανε (νηστεύαμε) οι παλιοί. Ούτε λάδι δεν βάζανε οι νοικοκυράδες στα φαγητά τα Τετραδοπαράσκευα. Αλλες εποχές.

ΗΜΕΡΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ του πρωθυπουργού με τους πολιτικούς αρχηγούς την προσεχή Τρίτη. Να βάλω από τώρα τίτλο 'Στρίβειν... δια της συμμετοχής' ή να δω το ποτήρι μισογεμάτο; Πάντως πάει πολύ, για να παραφράσω κάπως τα λόγια του Αισώπου, της οικίας ημών εμπιμπραμένης ούτοι να άδουν, ο καθένας το άσμα του.

'Η ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ είναι δύσκολο πράγμα, αλλά, αν εξαλείφεται η δυσπιστία, το βήμα είναι ήδη μεγάλο. Είναι το πρώτο που πρέπει να γίνει ανάμεσα σε ανθρώπους από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς, επίσης πρέπει να προχωρεί κανείς χωρίς πονηριά, διαφορετικά θα είναι μια συνταγή, ένας υπολογισμός, δηλαδή'. Ζαν Μονέ 'Απομνημονεύματα'.

ΩΣΤΟΣΟ ΤΟ ΜΑΚΕΛΕΙΟ στη Λιβύη συνεχίζεται. Σε χιλιάδες μετριούνται τώρα πια κι όχι σ' εκατοντάδες οι νεκροί στη Λιβύη του Καντάφι. Πόση ποσότητα πετρελαίου κοστίζει, αλήθεια, μια ανθρώπινη ζωή;

Ο ΚΑΘΕΙΣ ΔΗΜΟΤΗΣ και ο Συμπαραστάτης του, κύριε διευθυντά! Γιατί δεν ψηφίζονται τόσοι Συμπαραστάτες όσοι και οι Δημότες να τελειώνουμε;

ΦΙΛΕ, ΜΟΛΥΒΙ και χαρτί, ποτές να μη σου λείπει/ να κάνεις μαντινάδα σου, κάθε χαρά και λύπη. Πιστός στο καθημερινό του ραντεβού με τη μαντινάδα του ο Ηλίας ο Σταματάκης. Μολυβάκι και χαρτί θέλουν και τα 'Πεταχτά' Ηλία!

ΣΤΟ ΘΕΡΙΣΟ ΣΗΜΕΡΑ. Εκεί όπου, πριν από 106 χρόνια ο Ελευθέριος Βενιζέλος, σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης κατά του πρίγκηπα διδάσκοντας -εκτός όλων των άλλων- και τι πάει να πει 'συγκρητισμός'.
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του Θερίσου οι οπλαρχηγοί όλων των Νομών της Κρήτης έστειλαν στον Βενιζέλο ένα πολύ φιλοφρονητικό γράμμα. Αυτός έστειλε, για απάντηση, σε όλους την ίδια μαντινάδα: 'Σεις είστε ρόδα καστρινά κι αθοί τω Ρεθεμνιώτω,/του Μεραμπέλου γιασεμιά και βιόλες τω Χανιώτω'.

'[...] Μεγάλος είσαι. Και θα πεθάνεις/ και θα σε θάψουν. Και θα σου φτύνει/ κι ο τιποτένιος κι ο μπεχλιβάνης/ την τρανοσύνη./ Και θα πεθάνεις. Κι άλλο το αστέρι/ της τρανοσύνης σου, δε θα γίνει/ παρά κεράκι σε παιδιού χέρι/ Να τρεμοσβήνει/ Μόνο το ανάθεμα που θα στήσει/ Μια οργή στον ίσκιο, στα κόκκαλά σου/ θα πάει σε ψήλος που θα θυμίσει/ Το ανάστημά σου'.
Από το ποίημα του Κωστή Παλαμά 'Μεγάλος είσαι'.

ΧΑΙΡΕΤΩ ΣΑΣ ΚΙ ΑΓΑΠΩ ΣΑΣ!
(http//:petaxta.blogspot.com)

Χανιώτιακα νέα (05.03.11)

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

ΟΠΩΣ ΤΟ ΨΩΜΙ


ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΟΤΣΑΚΟΣ
Βαγγέλη Κακατσάκη, " Όπως το ψωμί": Ένας απλός αλλά και αινιγματικός τίτλος *



Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι καλησπέρα σας.
Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους διοργανωτές της βραδιάς, ακόμη πιο θερμά όλους εκείνους που εργάστηκαν γι’ αυτήν, είτε στο προσκήνιο είτε στο παρασκήνιο, κυρίως όμως ευχαριστώ όλους εσάς που μας συντροφεύετε απόψε στο ποιητικό αυτό ταξίδι. Ξεχωριστά όμως ευχαριστώ θερμότατα τον κύριο Βαγγέλη Κακατσάκη.
Επέλεξα να μιλήσω για την τελευταία ποιητική του συλλογή που φέρει ως τίτλο  «Όπως το ψωμί». Είναι ένας απλός τίτλος, αλλά και αινιγματικός. Αυτός ελήφθη από το ομότιτλο ποίημα που καταχωρίζεται εκτός του ποιητικού σώματος και πρόκειται ουσιαστικά για ένα ποίημα το οποίο αναφέρεται στην ποίηση. Όπως το καλό προζύμι, λοιπόν, όπως το καλό ψωμί, έτσι επιθυμεί ο Βαγγέλης Κακατσάκης να είναι τα ποιήματα που γράφει, όπως προσλαμβάνουμε από το ομώνυμο ποίημα.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί ουσιαστικά ένα σώμα - corpus που συναποτελείται από 54 ποιήματα, τα περισσότερα από αυτά μικρής φόρμας. Τα θέματα και τα ποιητικά μοτίβα που χειρίζεται ο ποιητής αντλεί, κυρίως, από την καθημερινότητα, αλλά εγγράφει αξιολογικά και μορφές ιδεών, καθώς και στιγμιότυπα από αυτήν, τα οποία συσσωματώνει στη γραφή του, κυρίως, σαν αυτά να είναι θραύσματα της ζωής. Τα χρησιμοποιεί, δηλαδή, σαν αποσπάσματα για να τα μεγεθύνει ποιητικά, για να τα αναπτύξει. Με άλλα λόγια ο Κακατσάκης συλλαμβάνει μικρά ποιητικά σενάρια τα οποία αποτελούν τη βάση έκφρασής του, ώστε να συνεγείρει με τον τρόπο αυτό τη φαντασία, την ανάμνηση, τελικώς την ίδια τη γραφή. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η αναφορά του στην ποίηση, σε αρκετά ποιήματά του, όπως αντιλαμβανόμαστε καθώς διαβάζουμε το βιβλίο του. Άλλοτε βλέπει την ποίηση ως αντικειμενική διαμεσολάβηση, όπως  στο ποίημα «Σε ρόλο Σίμωνος Κυρηναίου», άλλες φορές σαν ένα παιχνίδι ανάμεσα στις λέξεις που οδηγούν στην πολυσημία της ποίησης, αλλά και στο δέος της ποιητικής γραφής, όπως αποκαλύπτεται στο ποίημα «Το βάρος των λέξεων», ενώ άλλες φορές σαν την μοναδική «πατρίδα» που εγκιβωτίζει αισθηματικά φορτία, έτσι όπως αυτά προσλαμβάνονται στο ποίημα «Πατρίδα του ποιητή». Τα ποιήματά αυτά, με έναν άλλο τρόπο πρόσληψης, θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ποιήματα ποιητικής, ποιήματα που εμπεριέχουν την αυτοαναφορικότητα, μας δείχνουν, δηλαδή, τον τρόπο και την αντίληψη του δημιουργού για την ίδια την ποίηση, για την ποίηση που ο ίδιος γράφει, αλλά και για την ποιητική του, την τεχνική του γενικότερα.
Η ποίηση του Κακατσάκη είναι ποίηση ενός καθαρού ρεαλισμού. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι λίγες οι φορές που, αίφνης, στους στίχους του υποκρύπτεται, θα έλεγα, ένα πηγαίο αίσθημα ενός ιδιαίτερου λυρισμού που όμως δεν εκτοπίζει τη ρεαλιστική ποιητική του δυναμική. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό χαρακτηριστικό της ποίησης και της ποιητικής του, δεν αποστειρώνει τον λόγο και, κυρίως, δεν κάνει τον ποιητή έναν αντικειμενικό παρατηρητή της πραγματικότητας, αλλά συμμέτοχο και πάσχoντα άνθρωπο στο τραγικό γεγονός που περιγράφεται ποιητικά.
Η έννοια της «τραγωδίας» εμπεριέχει πολλές όψεις και ερμηνείες. Η έννοια αυτή στην ποίηση του Κακαυσάκη και, εν προκειμένω, στην ποιητική συλλογή «Όπως το ψωμί», έχει να κάνει με την τραγωδία της καθημερινότητας. Αυτή εγγράφεται και διατυπώνεται ρητώς μια που οι «ήρωες» των ποιημάτων του είναι άνθρωποι, μορφές και δομές του κοινωνικού ιστού, είναι δηλαδή άνεργοι, άστεγοι, διαδηλωτές, πρόσφυγες, παιδιά των φαναριών κ. ά.
Ο ποιητής εγγράφει στα ποιήματά του τον κόσμο που αλλάζει, έναν κόσμο που δεν είναι τίποτε άλλο παρά είναι ιστορικό είδωλο, αποτέλεσμα μιας ιστορικής φάρσας, έναν κόσμο που μεταγράφει την αλήθεια με τον μανδύα του ψέυδους. Η «τραγωδία» στην ποίηση του Κακατσάκη είναι αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της συνθήκης: της κοινωνίας που μεταλλάσσεται. Στο πλαίσιο αυτό η ποίησή του είναι και ποίηση κοινωνική, δηλαδή, εξόχως ανθρωποκεντρική.
Ο ποιητής ταξινομεί τις κοινωνικές αντιδικίες, την πολιτική και κοινωνική ανομία, ενώ δημιουργεί ποιητικά τοπία προσπαθώντας να ερμηνεύσει τη μυθολογία που διαμορφώνει η πραγματικότητα. Οι οξύτατες αυτές κοινωνικές αντιθέσεις, οι οποίες διατυπώνονται στα ποιήματά του, η υποκρισία, επίσης, της ανθρώπινης διάνοιας και συμπεριφοράς, οδηγούν τον ποιητή στην έκφραση εννοιολογικών και βιωματικών σχέσεων με την ιστορία και την μυθολογία. Ο μύθος συμπλέκεται με το σήμερα δημιουργώντας καίριες σημάνσεις, εκδοχές, εντυπώσεις και συγκρίσεις. Στο βάθος υποκρύπτεται ο μύθος - σύμβολο που οριοθετεί το σήμερα, την καθημερινότητα και την πραγματικότητα. Η συμπλοκή αυτή του μύθου με το σήμερα εξεικονίζεται με χαρακτηριστικό τρόπο στο ποίημα με τίτλο «Στο ταμείο ανεργίας». Σε αυτό, συμφύρεται και αποσυμβολίζεται η πραγματικότητα μέσα από τη «Σκύλλα και τη Χάρυβδη», ενώ ο τελευταίος σύντροφος του Οδυσσέα, ανακαλεί σε μας το γνωστό ποίημα του Τάκη Σινόπουλου «Ελπήνωρ». Στο ποίημα «Στο ταμείο ανεργίας» απογυμνώνονται τελικώς όλα, καταπίπτουν, το ταξίδι τελειώνει, ο ρόλος του συντρόφου του Οδυσσέα ουσιαστικά έχει συντελεστεί, είναι προδιαγεγραμμένος. Για τον λόγο αυτό ο «σύντροφος» -η πολύσημη αυτή διαχρονική και συγχρονική έννοια- ο σύντροφος λοιπόν, οδηγείται «Πάλι στο ταμείο ανεργίας». Στο σημείο αυτό ο ποιητής παρομοιάζει την ίδια την ιστορία σαν ένα τεράστιο ταμείο ανεργίας.
Τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ποιητικής του βιβλίου συμπληρώνουν τα έκδοχα και κατηγορήματα που συνευρίσκονται στα ποιήματά του Κακατσάκη. Ανιχνεύονται, δηλαδή, στοιχεία και δομές ειρωνείας, όπως για παράδειγμα -και εντελώς ενδεικτικά- στα ποιήματα με τίτλους «Ρητορικές ερωτήσεις», «Μια ζωή πλατεία», και «Ανορθογραφία», ενώ διακρίνεται πολλές φορές ένα ιδιότυπο χιούμορ, εντελώς γυμνό από κάθε φορτίο.
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι. Η ποίηση του Βαγγέλη Κακατσάκη είναι ποίηση μιας ανοιχτής συνομιλίας. Είναι ποίηση που διαλέγεται με τη φύση και τον άνθρωπο, με την ανάμνηση και την ιστορία, με τον μύθο και την πραγματικότητα. Είναι ποίηση ενός ανοιχτού κόσμου, τελικώς, που μετεωρίζεται ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, στο βίωμα και την έννοια.
Ο Κακατσάκης χειρίζεται μια γλώσσα άμεση, ζέστη, λιτή, χωρίς εκζητήσεις. Με την ποίησή του κατακυρώνεται η απλή φιλοσοφία της ζωής, έτσι όπως μπορεί να την αντιληφθεί ο πάσχων άνθρωπος, εκείνος, δηλαδή, που βιώνει την καθημερινότητα της ζωής, που αντιστέκεται στο ψέμα και στις πραγματιστικές αντινομίες.
Στο βάθος όμως διαπιστώνεται μια μεταφυσική ενός θρησκευτικού αισθήματος, θα έλεγα μιας βιωμένης αγνότητας που έρχεται από την πιο ειλικρινή και αυθεντική θέαση της ζωής, εκείνη, δηλαδή, της παιδικής ηλικίας. Ίσως αυτή να είναι και η απάντηση στον κόσμο που διαρκώς αλλάζει.
Εύχομαι στον Βαγγέλη Κακατσάκη, τον οποίο ευχαριστώ θερμότατα άλλη μια φορά, να συνεχίσει να μας χαρίζει με τη γραφή του δώρα πνεύματος και ποιητικές συγκινήσεις.
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι σας ευχαριστώ θερμά άλλη μια φορά για την προσοχή σας.
Σημεἰωση: O Ζαχαρίας Κοτσακός είναι ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας 

* Πολύκεντρο Δήμου Ηρακλείου, 17 Φεβρουαρίου 2020 .Στη φωτογραφία από αριστερά: Νίκος Ψιλάκης, Ζαχαρίας Κοτσακός και Κωστής Λαγουδιανάκης

                                                                          Ζαχαρίας Κατσακός
Ποιητής - Κριτικός Λογοτεχνίας

ΕΥΘΥΒΟΛΑ ΚΑΙ ΜΗ

JE SUIS GREC?*


Γράφει Νεκτάριος Ευ. Κακατσάκης
Χάθηκε κι αυτή η ευκαιρία να ομονοήσουμε! Για τα αυτονόητα! Αυτά τα αυτονόητα δυστυχώς για… κάποιους! Δεν είναι δυνατόν ο ένας να τραβά προς τα πάνω κι ο άλλος προς τα κάτω! Είναι μια διαπίστωση οδυνηρή! Η Ελλάδα, τούτος ο τόπος παραμένει διχοτομημένος! Ανάμεσα σε “Ελληναράδες” και “αληλέγγυους”, αλλά και ακόμη τόσες και άλλες τόσες εντός εισαγωγικών ιδιότητες-χαρακτηρισμούς! Χαρακτηρισμοί που απέχουν από το -στις καρδιές και ψυχές κάποιων- στο διηνεκές αληθές!
Αδερφοκτόνος κοινωνία η σημερινή ελληνική, με το δίκιο τους τρίβουν τα χέρια οι όποιοι εχθροί!
Εχθροί υπάρχουν ως πάντα υπήρχαν! Και ένας από αυτούς τους εχθρούς του Ελληνα είναι τελικά ο ίδιος ο εαυτός του! Αποδεικνύεται ακόμη κι αυτή τη στιγμή που θα ’πρεπε -έστω για τα μάτια του κόσμου- να δείξουμε όλοι μια γροθιά! Φευ!
Τελώ εν πλήρη απογνώσει!
Ωστόσο την ίδια αυτή τη στιγμή όλα ξεδιαλύνονται!
Je suis με τις γιαγιάδες της Λέσβου που προτάθηκαν το μακρινό 2016 για το Νόμπελ της Ειρήνης και μετά τις… ξέχασαν όπως και τους κατοίκους του νησιού που είδαν τις ανθρώπινες αντοχές τους να εξασθενούν! Je suis ενάντια όλων εκείνων των κοράκων ΜΚΟ, που ακόμη και τώρα εποφθαλμιούν το χρήμα στις πλάτες των κακομοίρηδων τούτου του κόσμου! Je suis με τους γέροντες και τους νοικοκυραίους που δεν μπορούν να ξεμυτίσουν από τα σπίτια τους υπό το φόβο των κολασμένων ψυχών που τους ξέβρασαν οι δυνατοί στα νησιά τους! Je suis με τους “κακομοίρηδες” κατοίκους στον Εβρο και τη φωνή τους που πια ακούγεται πιο ήρεμη γιατί ένιωσαν μετά από καιρό ασφαλείς… Je suis η φωνή απόγνωσης των Ακριτών των περιοχών όπως ο Εβρος που μας αρέσει να διαβάζουμε γι’ αυτούς μόνο στα ποιήματα αλλά τους βρίζουμε γιατί κλειδαμπαρώνουν τα σπίτια τους από φόβο! Φόβος τάχα ανύπαρκτος;
Je suis με τους πιλότους της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας που μήνες ολόκληρους τώρα ζουν στα “κόκκινα” αναχαιτίζοντας τους απέναντι με κίνδυνο της ζωής τους, αφήνοντας πίσω συζύγους και παιδιά να ζουν με την αγωνία για τυχόν οδυνηρές εμπλοκές τους σε αερομαχίες!
Και όχι δεν πρόκειται για «σκηνοθετημένα» επεισόδια, όπως ακούστηκε από φωνή αντιπολίτευσης!
Τούτες τις κρίσιμες στιγμές -ποιος μπορεί να ισχυρισθεί το αντίθετο (σ.σ. ξέρω υπάρχουν κάποιοι που το ισχυρίζονται)- που ακόμη και η δυσκίνητη Ε.Ε. μοιάζει να κινητοποιείται επιτέλους, ίσως ήρθε η ώρα που οι δυνατοί θα δουν σοβαρά το μεταναστευτικό πρόβλημα που είναι θέμα όχι μόνο της Ελλάδας, όχι μόνο της Ευρώπης αλλά παγκόσμιο και με απρόβλεπτες συνέπειες αν δεν ασχοληθούμε σοβαρά με αυτό!

* Είμαι Έλληνας

Χανιώτικα νέα (Τετάρτη, 4.3.2020)
http://www.haniotika-nea.gr/je-suis-grec/#respond


Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ , ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΧΑΙΡΕ ΠΑΝΤΟΤΕ
Το πορτρέτο της Κικής Δημουλά από την Έφη Ξένου
"Συμπληρώνω ένσημα, τυφλά υπηρετώ τον σκοτεινό/ εκείνο λόγο – μάγο αλχημιστή – ανακατεύω// το βρασμό της δύναμης του/ Φτιάχνει μαντζούνια από βαθειές/ ρίζες ζωής με ρίζες του αβίωτου/ Βιταμίνες της τυφλής συνέχειας/ Καρτερία γράφουν στα μπουκαλάκια οι ετικέτες/ Δεν είναι καρτερία. Είναι μια συμφιλίωση/ εχθρική ανάμεσα ζωής και αβίωτου/ Είμαι ο τυφλός βοηθός του μάγου λόγου/ Υπνωτίζει πόνον αβάσταχτο σε πόνο/ περιπατητικόν/ Τι άλλο θες τι άλλο θες/ είναι αυτός που πείθει/ εκείνες τις ολόμαυρες μητέρες να ζουν να ζουν/ να ζουν να ζουν ως τα βαθιά γεράματα/ του τάφου των παιδιών τους.” Από το ποίημα “Εχθρική συμφιλίωση” της Κικής Δημουλά (Από την ποιητική συλλογή “Χαίρε ποτέ”, εκδόσεις “Στιγμή”, 1998).
«Κυλώ, και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα. Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μιας πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής. Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ’ ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ό,τι τελοσπάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής. Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμιξή μου στη δημιουργία. Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετακριτή χρόνου». Η Κική Δημουλά αυτοβιογραφούμενη.
«Θα γεμίσουν και πάλι αναρτήσεις/ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης,/ για να μετρηθούν τα “πατήματα”// Ομως τώρα/ τα δικά σου πατήματα,/ ποιανών σημάντορες;../ Και κείνη/ την ακριβή σκυτάλη σου/ ποιός “μολών λαβέ”;…/ Πόθεν πλέον,/ σθεναροί ώμοι/ και ιχνευτές οριζόντων;…// Από την άλλη όχθη,/ στο υψωμένο χέρι,/ το μαύρο μαντήλι,/ κατάλευκο ευχαριστώ.// Απόψε τα μεσάνυχτα./ ένα κοτσύφι κελαηδούσε/ μέσα στη σιγανή βροχή…” Το αφιερωμένο στην Κική Δημουλά ποίημα με τίτλο “Ακριβή σκυτάλη” του Χανιώτη δασκάλου – ποιητή Μανώλη Λεφάκη, που το “αλίευσα” απ’ το Διαδίκτυο.
Στην Κική Δημουλά που έφυγε στις 22 Φεβρουαρίου 2020 για τον Επουράνιο Παρνασσό για να συναντήσει τον Άθω της (τον άνδρα της ζωής της) αλλά και τους άλλους προαπελθόντες Εληνες ποιητές τούτο το μικρό αφιέρωμα. Χαίρε πάντοτε, Ωραία ως Ελληνίδα Ποιήτρια!
ΗΤΑΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ

«Δεν ήταν συνδικαλιστής του μισθού/ Ήταν δημιουργός και φορέας πολιτισμού./ Δεν ήταν αγαθός καταναλωτής ιδεολογιών./ Ηταν ερευνητής της αλήθειας και παραγωγός ιδεών./ Δεν ήταν επαγγελματίας διδακτικών εγχειριδίων/ Ήταν ποιητής τεχνών και βιβλίων/ Δεν ήταν το μακρύ χέρι καμίας εξουσίας./ Ηταν ο αφουγκραστής της λαϊκής αγωνίας./ Δεν ήταν ο ανατροπέας της ειρηνικής κοινωνίας./ Ηταν ο θεμελιωτής της υπεύθυνης ελευθερίας./ Δεν ήταν ο συμβασιούχος της αρετής./ Ήταν ο πρόμαχος της αξιοπρέπειας και της τιμής./ Δεν ήταν της εκπαίδευσης ρηχός τεχνικός./ Ηταν των παιδιών του λαού, μα και της κοινωνίας ο δάσκαλος». Παραφρασμένο σε πρώτο ενικό πρόσωπο και σε παρελθόντα χρόνο το ποίημα ενός δασκάλου – ποιητή, του Κώστα Καλαπανίδα που το έγραψε και για λογαριασμό του Αλέξανδρου Θεοδωρογλάκη, που έφυγε στα 92 του χρόνια στο άλλο ημισφαίριο της ζωής, πριν από λίγες μέρες.
Τον εκ Χαιρεθιανών Κισάμου ορμώμενο και κατοικοεδρεύοντα μια ζωή στη Νέα Χώρα, τη γειτονιά των Ωραίων Δασκάλων, Αλέξανδρο Θεοδωρογλάκη, τον γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όντας στα ίδια μετερίζια των αγώνων για ένα σχολείο ανοιχτό στη ζωή και στην κοινωνία, κι ας μας χώριζαν 20 και πλέον χρόνια. Θεού δώρο, το λέει και το επώνυμο του, η γνωριμία μας. Πρόεδρος του Συλλόγου Δασκάλων του Νομού μας εγώ, προϊστάμενος Γραφείου Εκπαίδευσης αυτός. Ο Δάσκαλος των τεσσάρων Δέλτα στη συνείδηση μου. Δημοκρατικός, Δημιουργικός, Δοτικός, Δίκαιος. Ετοιμος πάντα να κόψει με το σπαθί της Δικαιοσύνης τον όποιο γόρδιο δεσμό, σαν άλλος Μέγας Αλέξανδρος. Αναθυμούμαι κι αναστοχάζομαι πολλά με αφορμή το φευγιό του, από τη γνωριμία μας. Ιδιαίτερα απ’ τις συναντήσεις μας, κάθε χρόνο, στις 28 Οκτωβρίου, στην Σπλάντζια, στο πανηγύρι των Τεσσάρων εκ Μελάμπων Ρεθύμνης Νεομαρτύρων. Κοινός παρανομαστής όλων η φράση του αρχαίου ποιητή Μένανδρου: “Ως χαρίεν εστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος ην”. Οντως χαριτωμένος άνιθρωπος ο φίλος μου, κείμενα του οποίου, ιστορικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος, φιλοξενούνταν συχνά στα “Χανιώτικα νέα”. Και ως οικογενειάρχης (σύζυγός του η αγαπητή σε όλους κυρία Ευαγγελία με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά) και κυρίως ως ενεργός πολίτης… Ηταν ο Δάσκαλος!
Χανιώτικα νέα (Τρίτη, 3.3. 2020)
http://www.haniotika-nea.gr/chaire-pantote/



Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΝΙΚΟΣ ΨΙΛΑΚΗΣ
               ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗ* 

"Αρπάζουμε στις χούφτες μας το σκοτάδι

και πασχίζουμε να το κάνουμε φως"



Ξέρω πως είναι δύσκολο να μιλά κανείς για την ποίηση, καλύτερα να την απολαμβάνει, να προσπαθεί ν' αποκρυπτογραφεί τους κώδικες των ποιητών και ν' ανακαλύπτει, μέσα από τη μαγεία των λέξεων, ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του. 
Ίσως να ήταν καλύτερα να μην ακουστούν απόψε λόγια δικά μου· να δίναμε τον λόγο στην ποίηση, μονάχα στην ποίηση, εκείνη γνωρίζει καλά να ξεδιπλώνει το άρρητο και να φανερώνει το μη ορατό. Ίσως να ήταν καλύτερα, λοιπόν, να αφεθούμε κι απόψε στη δική της σαγήνη, να την αφήσομε ν' αποκαλύψει τον κόσμο ενός ποιητή που με σεμνότητα και ήθος καταθέτει τον οβολό της ψυχής του τώρα και σχεδόν μισόν αιώνα στο μεγάλο αποθετήριο του πολιτισμού μας. Βαγγέλης Κακατσάκης ονομάζεται ο ποιητής, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Κρήτη, σε τόπους μνήμης και χώρους όπου ακόμη ακούγεται η μουσική των λέξεων σε μιαν απόλυτη συμφωνία με τη μουσική της φύσης. Αυτήν τη μουσική αφουγκράστηκα κι εγώ, με τους δικούς του στίχους ταξίδεψα, κι αυτό το ταξίδι θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας απόψε.  

Ευχαριστώ τον αγαπητό φίλο, τον ποιητή Βαγγέλη Κακατσάκη, που μου έδωσε την ευκαιρία ν' αναφερθώ, έστω και με λόγια φτωχά, στην ποιητική του διαδρομή. Δεν θα πω πολλά. Θα προσπαθήσω μονάχα να ψηλαφίσω, ν' ακουμπήσω με σεβασμό ένα σπουδαίο ποιητικό έργο, μια και είναι μάλλον αδύνατο να προχωρήσω σε μια συνολική θεώρησή του· άλλωστε, κάθε σελίδα και κάθε πτυχή του θα μπορούσε ν' αποτελέσει και θέμα ιδιαίτερης μελέτης.
 Τον ευχαριστώ, ακόμη, γιατί μου πρόσφερε την ευκαιρία να διαβάσω ολόκληρο το έργο του και, μάλιστα, ταξινομημένο χρονολογικά, να παρακολουθήσω την εξελικτική του διαδρομή, την πορεία του σε δύσβατα μονοπάτια και σε δρόμους που δεν υπήρχαν, δηλαδή σε δρόμους που ανοίγουν οι ποιητές. Έτσι γίνεται πάντα. Έχοντας τη θεία δωρεά να προσεγγίζουν τις άδηλες πλευρές του κόσμου, οι ποιητές μπορούν να πλάθουν και ν' αναπλάθουν το ζυμάρι της μνήμης, να πλάθουν και ν' αναπλάθουν τον ίδιο τον κόσμο. 

Είναι ευτυχισμένοι οι τόποι που γεννούν ποιητές. Μέσα από την αρμονία του λόγου διασώσουν την ιδιοσυστασία τους, όπως διασώζουν και τα χαρακτηριστικά τα οποία διαμόρφωσαν εν τέλει την οπτική του πνευματικού δημιουργού, δηλαδή την ουσία του ίδιου του πολιτισμού τους. Και ο Κακατσάκης ξέρει να διαλέγεται με τον τόπο, ακόμη και όταν δεν είναι ορατό με μια πρώτη ματιά, ο τόπος είναι παρών σ' έναν αέναο διάλογο με φωνές που μπορεί και να μην εκφράζονται με φθόγγους. Είναι τα πράγματα που δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς παρά μόνο με ποίηση:

Αν δεν δώσετε εντολή 
να σταματήσει το μαγγανοπήγαδο
θα ξεγυμνώσω την ποίηση
απ' τα φανταχτερά φορέματα 
και θα ντύσω τις κραυγές που ενεδρεύουν
στα κυκλάμινα. (Άλογα, 90)

Και την ξεγύμνωσε ο Κακατσάκης την ποίηση από τα φανταχτερά της φορέματα, και της αφαίρεσε τις πομπώδεις λέξεις και τις πομπώδεις εκφράσεις και την έφερε καθαρή σαν τον αποκορωνιώτικο αέρα στα μάτια μας, έτσι που ν' ακούγεται καθαρά η φωνή του κυκλάμινου, έτσι που να βλέπει τον άνθρωπο που κουβαλά μέσα του την έρημο και να προσπαθεί να τον πείσει ότι, μαζί με την έρημο, κουβαλά και τις φοινικιές της. (Άλογα, 89) 
Εκεί που ζητήσαμε τον Θεό 
φύτρωσε ένα λουλούδι, μας λέει, ξεδιπλώνοντας την υπέροχη εικόνα μπροστά μας, έτσι σαν μάθημα, σαν μύηση, ίσως και σαν αποκάλυψη.  
Μεγάλη χαρά να πάρω για πρώτη φορά στα χέρια μου τα Άλογα του Χρόνου, ένα πυκνό βιβλίο 100 σελίδων, τυπωμένο το 1973, στα χρόνια της μεγάλης ορμής και της νιότης, όταν ο ποιητής βλέπει το όνειρο να σταυρώνεται και διαπιστώνει με τρόπο που δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι...

Οι άγγελοι ζήτησαν νερό 
κι οι άνθρωποι τους έδιωξαν. 

Δυο φωνές, δυο κόσμοι. Άγγελοι και άνθρωποι. Δεν ξέρω γιατί μου ήρθε στο μυαλό ο σαφής διαχωρισμός της βυζαντινής αγιογραφίας, που τόσο γαληνά μεταφέρθηκε από τον Θεοτοκόπουλο στην Ταφή του Κόμητος Οργκάθ, δυο κόσμοι και δυο τρόποι. 

Ο άλλος άνθρωπος με κοίταζε με τα καρφιά στα χέρια 
έτοιμος να μ' οδηγήσει σε Κρανίου Τόπον. 

Απόψε ήταν της Σταύρωσης
Το χώμα ήταν πολύ υγρό για ν' αντέξει τη θέρμη της. (Άλογα, 13)

Σ' αυτά τα μεστά νοημάτων ποιήματα ο Βαγγέλης Κακατσάκης μεταφέρει όχι μόνο το συναίσθημα, όχι μόνο τη συγκίνηση και την ένταση της ψυχής, αλλά και το βίωμα, και τη στάση ζωής, και όλα εκείνα που τον μεγάλωσαν. Ο ποιητής δεν είναι ο απλός παρατηρητής που κοιτάζει τον κόσμο, είναι ο συμμετέχων, είναι το κύτταρο που πάλλεται, ο σφυγμός της καρδιάς ενός ζώντος οργανισμού που μετρά την ηλικία του σε αιώνες. Κι ας έρχεται κάποτε κάποτε να μας θυμίσει τη συλλογική μας ευθύνη.

Απόψε σκορπίσαμε τη στάχτη που μαζεύαμε τόσα χρόνια. 
Η καρδιά μας δεν άντεξε τη διαφάνεια 
και μάτωσε.  (Άλογα, 17)

Όταν ξεχνάς να μετράς τις ώρες 
οι νύκτες παίρνουν το χρώμα της φθοράς. 
Είναι τα κλάματα μικρών παιδιών. (Άλογα, 62) 

Το πρώτο ποιητικό του βιβλίο, Τα Άλογα του χρόνου, είναι αφιερωμένο στη μούσα του, στην Ευδοκία. Ωστόσο, η Ευδοκία είναι παντού, άλλοτε φανερώνεται μ' ένα παιδιάστικο χαμόγελο του ποιητή, ίσως και δικό της, άλλοτε κρύβεται τάχατες πίσω από εικόνες και λέξεις. Ποίηση είναι και ο έρωτας, ποίηση που δίνει φτερά. 

Βάφτισα την καρδιά μου
στην κολυμπήθρα των ματιών σου. 
Γι' αυτό
τώρα που θα στη μοιράσω 
για αντίδωρο, 
να ξέρεις πως μεταλαβαίνεις
το σώμα και το αίμα της Αγάπης! 

Τα άλλα τρία βιβλία του Βαγγέλη Κακατσάκη - Όταν γίνεις ποίημα, Κάζοβαρ, και Όπως το ψωμί - εκδόθηκαν χρόνια μετά Τα Άλογα του χρόνου. Δεν είναι δύσκολο, όμως, να δει κανείς τη συνέχεια, ίσως και την ωρίμανση του ποιητή που, χωρίς να αλλάζει τους κώδικές του, μπορεί να εστιάζει με περισσότερη επιμονή στη λεπτομέρεια κι αυτήν να τη μεταπλάθει σε ολότητα, ο μικρόκοσμος πλαταίνει και φαρδαίνει για να χωρέσει όλη την ουσία της ζωής και ν' αποδώσει το νόημά της. 
Έτσι, αδιάσπαστος, πορεύεται ο κόσμος, με το κάθε πλάσμα να διατηρεί τον αρχέγονο ρόλο του, με όλους τους ρόλους να συνθέτουν την αρμονία. Έτσι πορεύεται, θαρρώ, κι ο ποιητής, συνθέτοντας τη δική του αρμονία, ο νεαρός ποιητής του '73 που διατηρεί ακόμη στην ψυχή του τον έφηβο, ο ποιητής που συνεχίζει να βλέπει με τα παιδικά του μάτια τον κόσμο, ο ποιητής που μέρα με τη μέρα αρθρώνει τη δική του συμβολική γλώσσα, ο ποιητής που ξέρει ότι το ποίημα βρίσκεται παντού, όπου σταθείς κι όπου κοιτάξεις, ότι η φωνή του κυκλάμινου μπορεί και πρέπει να γίνει ηχώ της δικής του φωνής. 

Όταν άφηνε η μέρα 
την τελευταία της πνοή
σταύρωσαν ένα κυκλάμινο 
επειδή πολύ αγάπησε την ομορφιά. (Κάζοβαρ 10)

Άραγε, υπάρχει ποίηση χωρίς ομορφιά; Υπάρχει ομορφιά χωρίς ποίηση; Ακόμη κι όταν βλέπει τα στεφάνια των ηρώων πεταμένα στις λάσπες ή τα φωτοστέφανα των αγίων ριγμένα στο βούρκο, η ποίηση του Βαγγέλη έχει τον τρόπο ν' ακολουθήσει το φως. Τούτος ο κόσμος είναι μια σύνθεση αντιθέτων, αλλά κι η αρμονία τι είναι; Αναλογίζομαι πόσο δίκιο είχε ο Γουάλας Στίβενς, ο σπουδαίος αυτός Αμερικανός δημιουργός, όταν έγραφε ότι ο ποιητής είναι ο ιερέας του αόρατου. 

Ξάφνιασμα τρομερό που κι κείνο ξυπνά μνήμες η ποιητική παράθεση ενός αριθμού τηλεφώνου. 2, 8, 2, 5, 0, 5, 1. Δάκρυσα, Βαγγέλη, όταν το διάβασα για πρώτη φορά. Ήταν το τηλέφωνο της μητέρας του. Ο ποιητής σχηματίζει τον αριθμό στο καντράν της μνήμης, αλλά το τηλέφωνο δεν απαντά. Η μητέρα έχει ταξιδέψει εκεί που η επικοινωνία των ψυχών δεν χρειάζεται τηλέφωνα. Δάκρυσα, Βαγγέλη, γιατί κάποτε, ασυναίσθητα ίσως, κάλεσα κι εγώ το τηλέφωνο της δικής μου Μεγάλης Απούσας, της Μεγάλης Εσαεί Παρούσας. Όχι δεν είναι μόνον οι αριθμοί που γίνονται ποίημα, είναι οι ψυχές που γίνονται ποίημα, είναι τα νάματα ενός πολιτισμού που από τα γενοφάσκια μας δίδαξε τη συνέχεια, μαζί και την ενότητα του κόσμου. Οι νεκροί δεν είναι απόντες, το αόρατο που συνέχει τους κόσμους είναι ορατό για μας που είδαμε τις γυναίκες να στολίζουν επιταφίους, για τα παιδιά που προσκύνησαν το εικονοστάσι της μνήμης. Και προπάντων είναι ορατό για σένα, ω ποιητή! 
Με πόση αγάπη και πόσο φως προσεγγίζει την αλήθεια της μνήμης ο Κακατσάκης! 

Το ξέρω πως δεν θα σε βρω, μάνα,
Πρέπει όμως να σου δώσω αναφορά, 
λέει κι αναριγά όποιος καταφέρνει να προσεγγίσει το κοινό μας το βίωμα... Δίνομε αναφορά και σ' εκείνους που νομίζομε ως απόντες, η τάξη του κόσμου ορίζεται από τη γραμμή της συνέχειας, αλίμονό μας αν ο κρίκος αποκοπεί, αλίμονο κι αν δεν μπορέσομε να κοιτάξομε στον καθρέφτη του χρόνου και να δούμε τις μορφές που επαναλαμβάνονται, τις αξίες που άλλοτε γίνονται ορόσημα και άλλοτε ποιήματα, αλίμονο αν δεν μπορούμε ν' ακούσομε τις φωνές των προγόνων. Είναι το ποίημα που μετουσιώνεται σε θυμίαμα, το ποίημα που γίνεται βάλσαμο, το ποίημα που αντιστέκεται στην οδύνη της απώλειας, το ποίημα που μετατρέπει την οδύνη σε καρτερία, την καρτερία σε αγάπη, την αγάπη σε φως.

Κάποτε το τηλέφωνο θ' απαντήσει 
θα το ακούσει όπου κι αν βρίσκεται
και θα τρέξει να το σηκώσει η ίδια.
Την ξέρω εγώ καλά τη μάνα μου. 

Αυτός είναι ο ποιητής. Ο άνθρωπος που επικοινωνεί με το άδηλο. Στο ποιητικό του σύμπαν έχουν όλοι και όλα θέση. Ένα λουλούδι, μια σταγόνα της βροχής, ένα δέντρο, μια φωνή, ένα κερί που ανάβει, ένα ποτάμι, ένα φύσημα του ανέμου. Μέσα από απλούς κώδικες, απόλυτα προσιτούς και κατανοητούς από το ευρύτερο κοινό, αναδεικνύονται οι αξίες του πολιτισμού μας, αναδεικνύεται η ουσία του, και ο στίχος διεισδύει βαθιά στην ψυχοσύνθεση ενός λαού μέρος και μέτοχος του οποίου είναι ο ποιητής. Είναι εντυπωσιακή η ευχέρεια με την οποία χειρίζεται τις λεπτές αποχρώσεις αυτού του πολιτισμού ο Βαγγέλης, είναι, παράλληλα, και εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο καταργεί τα όρια ανάμεσα στο αισθητό και το νοητό, το υπερ-αισθητό που μπορούμε και υπερβατικό να το πούμε, ιδιαίτερα στην εξαιρετικής ευαισθησίας συλλογή του Όταν γίνεις ποίημα.  

Ποίηση πολύχρωμη και πολύτροπη, με τα αισθητικά ρεύματα που τον γαλούχησαν να διαμορφώνουν την ταυτότητα και τον χαρακτήρα δημιουργώντας μια προσωπική γλώσσα, ένα ύφος κι έναν τρόπο γραφής μέσα από τον οποίο αναδεικνύονται τα δομικά υλικά της ποίησης, μέσα από τον οποίο αναδύεται η πολύσημη λέξη. Με λέξεις χτίζει το καλύβι του ο ποιητής, με λέξεις ακουμπά τον κόσμο, με λέξεις προσπαθεί να τον αλλάξει. Και σ' αυτό το καλύβι χωράμε όλοι, όλοι όσοι μπορούν ακόμη ν' αναζητούν καταφύγιο στην ποίηση. 
Ο Κακατσάκης μεταπλάθει τα πράγματα, δεν αναπαράγει απλώς όσα έμαθε κι όσα σπούδασε είτε στα θρανία, είτε στην έδρα, είτε στον υπέροχο φυσικό κόσμο, είτε στο κοινωνικό περιβάλλον, αφαιρεί και προσθέτει, παρεμβαίνει στα πράγματα με την ευγένεια μιας τέχνης που την ξέρει καλά, και την ξέρει για πολλούς λόγους, ακόμη κι επειδή στο DNA ετούτου του λαού είναι να μιλά με τον στίχο, είναι να γεννά ραψωδούς, είναι να μιλά με μια γλώσσα συμβολική με την οποία μπορεί να πει τα πάντα, ή και ν' αφουγκραστεί τα πάντα, ν' ακούσει τις μυστικές φωνές που μας έρχονται ακόμη κι από ένα απώτατο παρελθόν για να ενοποιήσουν τον χρόνο και να φανερώσουν τη δική τους ενότητα. Άλλωστε, αυτό κάνει η ποίηση, προσδίδει καινούργιες διαστάσεις στα πράγματα, τα φέρνει πιο κοντά χωρίς να τα φωτίζει με άπλετο φως. Κάποτε, ένας σπουδαίος ψυχολόγος, ο Σίγκμουντ Φρόυντ, είπε την απίστευτη φράση: "Όπου κι αν πήγα με τις θεωρίες μου συναντούσα κι έναν ποιητή, πάντα ένας ποιητής είχε ήδη πάει εκεί". Κι ένας επίσης σπουδαίος μελετητής του πολιτισμού μας, ο Τζωρτζ Τόμσον, προσπαθώντας να τεκμηριώσει τη λατρεία της Άρτεμης στη σπηλιά της Παναγιάς της Αρκουδιώτισσας στο Ακρωτήρι των Χανίων, αναζήτησε πατήματα στους ποιητές. Ήξερε ο Τόμσον ότι κάποιος ποιητής θα είχε πει, με τη γλώσσα της δικής του αλήθειας, την αλήθεια που δύσκολα μπορούσαν να τεκμηριώσουν οι επιστήμονες. 

Θα τελειώσω με μιαν ευχή στον Βαγγέλη: να συνεχίσει. Να συνεχίσει να είναι ερωτευμένος με την Ευδοκία του, με τα παιδόγγονά του, με τα μανουσάκια και τα κυκλάμινα, με τις λέξεις. Και θα κλείσω με δυο στίχους, ο ένας ανήκει σ' έναν αξέχαστο ποιητή, που είχα την καλή τύχη να τον γνωρίσω κι ακόμη ηχεί στ' αυτιά μου ο αντίλαλος της φωνής του, τον Νικηφόρο Βρεττάκο. 

Αν δε μου ’δινες την ποίηση, Κύριε, 
δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω.

Ο άλλος είναι του Βαγγέλη:

Εμείς δεν κλαίμε 
δεν απογοητευόμαστε 
δεν παρακαλούμε 
δεν μένουμε στις ευχές. 
Αρπάζουμε στις χούφτες μας το σκοτάδι
και πασχίζουμε να το κάνουμε φως.

* Πολύκεντρο Δήμου Ηρακλείου, 17 Φεβρουαρίου 2020 .Στη φωτογραφία από αριστερά: Νίκος Ψιλάκης, Ζαχαρίας Κοτσακός και Κωστής Λαγουδιανάκης



Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

ΠΟΙΗΣΗ

ΤΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ


Ὀλα τα γύρω σπουργίτια
τις χειμωνιάτικες μέρες
στα παράθυρα του μοναστηριού
Εκεί δειλά και φοβισμένα-
στο να χτυπήσουμε
ή να μη χτυπήσουμε το τζάμι-
και τα σπουργίτια - πρόσφυγες
που καταφτάνουν από τα πέριξ

Κάνουν στην άκρη τα γειτονάκια
Να πάρουν πρώτα συσσίτιο
τα ξενάκια, σκέφτονται
Φτάνουν
τα ψίχουλα του ψωμιού
που αφήνουν στα περβάζια
οι μοναχοί

Σπουδαίο το δικαίωμα
να λέγεσαι σπουργίτι

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ
(Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή "Το χελιδόνι του μοναχού")

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ¨ Nα ευχαριστήσω και από εδώ τις φίλες και τους φίλους που έγραψαν τη γνώμη των για τον τίτλο της συλλογής...