Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ

 

«Τα χελιδόνια του ουρανού» κι η προσδοκία της Ανάστασης

Γράφει η Στέλλα Αλιγιζάκη // *
(Η εισήγηση της φιλολόγου - συγγραφέα Στέλλας Αλιγιζάκη στην παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής " Τα χελιδόνια του μοναχού" στις 4 Αυγούστου 2021 στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών "Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος" και δημοσιεθηκε στο Fractalart ( https://www.fractalart.gr/ta-chelidonia-tou-monachou/ ) . Μια εισήγηση, εργασία για διδακτορικό. Και από εδώ από καρδιάς το ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ μου, Στέλλα! Υπόχρεος στην αγάπη σου!) 

 

 

Μια νέα ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Κακατσάκη «Τα χελιδόνια του μοναχού» εκδ. 2η

 

«Μια βακτηρία, για να σταθεί όρθιος ο άνθρωπος είναι σε τελική ανάλυση η ποίηση. Εκτός όλων των άλλων……».[1] Είχε εξομολογηθεί κάποτε ο Βαγγέλης Κακατσάκης σε συνέντευξή του. Όμως – είναι αλήθεια –  τη βακτηρία που προανέφερα τη χρειάζονται οι άνθρωποι της εποχής μας περισσότερο από άλλες εποχές.

«Η ποίηση», έγραφε άλλοτε ο Γιώργος Σεφέρης, «είναι αναγκαία σε τούτο το σύγχρονο κόσμο όπου ζούμε, τον βασανισμένο από το φόβο και την ανησυχία. […] Και, πρέπει να προσθέσω», πως ο άνθρωπος , σήμερα «μετέωρος μεταξύ ουρανού και γης»[2], όπως τον τοποθετεί ο ΒΚ κυριολεκτικά και μεταφορικά,  «έχει όπως πάντα ανάγκη ν’ ακούει αυτήν την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση».

Τα κανάλια, για να ακουστούν τα μηνύματά της, είναι βέβαια διαφορετικά σε κάθε εποχή. Και στην εποχή του Μαρκ Ζάκεμπεργκ[3] και του διαδικτύου ο Β. Κακατσάκης[4], κοσμοπολίτης του ουρανού και της γης, πολίτης του κόσμου και περιηγητής του υπερκόσμιου ανέθεσε την παρουσίασή της πρώτα στα ηλεκτρονικά  «περιστέρια» πριν την «εκθέσει στο τεστ του βιβλίου», όπως άλλοτε έλεγε ο Νίκος Δήμου. Με την έντυπη έκδοση άνοιξε και τους κρουνούς της  οικονομικοκοινωνικής συνεισφοράς προς το Κοινωφελές Ίδρυμα «Αγία Σοφία». Έτσι, ο κόσμος του εντύπου και του διαδικτύου συνεπικουρούν τον ποιητικό λόγο, εξαπλώνουν τον υπαρξιακό στοχασμό, την κοινωνική παρέμβαση και την εσωτερική αποκάλυψη συγκερνώντας τα μηνύματα διαφορετικών πρακτικών και διαφορετικών κοσμοθεωριών. Στόχος, η υπηρέτηση μιας κοινής συνισταμένης των δυνάμεων του ανθρώπου : η υπηρέτηση του πνεύματος και η στήριξη της ψυχής, ο συνάνθρωπος, ο κατ’ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν πλασθείς, γι’ αυτό και ένθεος άνθρωπος.

 

 

Το εξώφυλλο της έντυπης έκδοσης και της διαδικτυακής

 

 

Η νέα, αρχικά ψηφιακή, λοιπόν, έκδοση “Τα Χελιδόνια του μοναχού” περιέλαβε  60 σημειακές αποτυπώσεις του ιερού εξομολογητηρίου του δημιουργού τους, οι περισσότερες από τις οποίες γράφτηκαν το Δεκέμβριο του 2019 και τον Ιανουάριο του 2020,  αφιερώθηκαν στη νέα γενιά των πολλά υποσχόμενων και από το συμβολικό όνομά τους επιγόνων, στα εγγόνια του ποιητή, «ανοίγοντας» , όπως εύστοχα έχει γραφτεί, «ένα νέο παράθυρο προς τον κήπο του Θεού, στο περιβόλι της πίστης, όπου Καπεταναίοι και Άγιοι, χαροκόποι της ζωής και γραμματιζούμενοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, όλοι μπορούν, ν’ αναζητήσουν τη δροσιά, ν’ ακουμπήσουν το σώμα, τα πάθη, και τις προσευχές, την καρδιά τους».[5]

Η πέμπτη αυτή ποιητική συλλογή του ΒΚ δεν φιλοδοξεί να οικοδομήσει μια νέα Καζοβάρ[6], ούτε να αναδείξει το αδιέξοδο της Βαβέλ του υλοζωισμού ή να καταγγείλει τη δολοφονία των αξιών, του ονείρου και της ελπίδας.  Αφού όλα αυτά τα βίωσε και τα σκιαγράφησε ο ποιητής σε προηγούμενες δημιουργίες, αφού αναζήτησε την ουσία της ποίησης σε κάθε ανθρώπινο εγχείρημα, που πραγματοποιείται με αγάπη και διάθεση ανιδιοτελούς προσφοράς[7], με την ίδια αισθαντικότητα και τη μοναδική «παιδιάστικη» ευαισθησία, σήμερα στρέφει τη γραφίδα και το μήνυμά του στα μύχια της εσωτερικής του δύναμης, στην πεμπτουσία της κατηχητικής αγωγής του, στην Ορθοδοξία, αφετηρία και οδοδείκτη της ορθοπραξίας[8] των ανθρώπων.

Με βαθιά πεποίθηση της αξίας του συναισθηματικού λόγου και της ανθρώπινης συγκίνησης επιμένει ότι «καλή ποίηση είναι η ποίηση που συν – κινεί και συγκινεί , που μας ξαφνιάζει, μας αιφνιδιάζει ευχάριστα, μας προσκαλεί σε διάλογο διαρκείας»[9], συμφωνώντας με τον κατά Τόμας Έλλιοτ παραλληλισμό της ποίησης με  «το αμάξι της συγκίνησης».

 

Μοχλοί αυτής της συγκίνησης και της συν – κίνησης των ανθρώπων  η ενδελεχής αποτύπωση των ανθρώπινων συναισθημάτων, αλλά και η λεπτή παρατήρηση της ζωής και της φύσης με τα λουλούδια, τα πουλιά, τους ήχους, τις μυρωδιές, τις εικόνες, το φως και τους ήχους, τα ζώα και τους αγνούς ανθρώπους να συνυπάρχουν και να υμνούν τη θεϊκή δημιουργία.

 

 

Εξώφυλλα άλλων ποιητικών συλλογών του Β. Κακατσάκη

 

 

Ήταν γνωστές οι αναπαραστάσεις των πεταλούδων που υμνούσαν τον έρωτα  στην παντοκρατορία του αυγινού φωτός, ήταν συγκινητικό το κυκλάμινο που σταυρώθηκε, «επειδή  πολύ αγάπησε την ομορφιά», ήταν ευωδιαστά τα γιασεμιά και ηχούσαν ακόμη τα τιτιβίσματα των χελιδονιών[10], που κουβαλούν την άνοιξη, όταν διαβάζαμε τα ποιήματα της συλλογής Όπως το ψωμί.  

Με τη νέα όμως ποιητική σύνθεση τα χελιδόνια πήραν πρωταγωνιστικό ρόλο όχι ως απλός «τελάλης της άνοιξης», αλλά και με όλες τις ιδιότητες και τις δυνάμεις που διαθέτουν στην ελληνική λαϊκή και στη λόγια λογοτεχνική παράδοση. Σε αυτήν τα είναι  πουλιά της άνοιξης και σύμβολα της ανάστασης, συνοδοιπόροι του ανθρώπου, με δυναμικό ρόλο στις λαϊκές παραδόσεις του τόπου μας από τα αρχαία χρόνια, ουράνιοι και επιτήδειοι μηχανοδηγοί χάρη στην ανατομία τους, δυναμικά, ευέλικτα και αεικίνητα, πρωταγωνιστές μύθων και αφηγήσεων των μεγάλων της λογοτεχνίας και των μνημειακών ποιητικών μεταπλάσεων της μυθολογίας, του Σοφοκλή, του Αριστοφάνη, του Οβιδίου , του Αίσωπου. Είναι στενά συνδεμένα με το θείο πάθος στη χριστιανική παράδοση[11]  και  με την τύχη στη ζωή των ανθρώπων. [12] Στην νέα ποιητική συλλογή του ΒΚ γίνονται μάρτυρες των πιο μυστικών και μυστηριακών διαλόγων και κατηχήσεων.[13] Ενώ ως σύμβολα της ανάστασης συνδέουν με το δεύτερο πρωταγωνιστικό ρόλο που αποδίδει ο ποιητής στο μοναχό, ήρωα της πίστης και σύμβολο εθελοθυσίας, αφιέρωσης και στοχοπροσήλωσης, επίγειο μάρτυρα των πόνων του πάσχοντος ανθρώπου. Γιατί ο μοναχός, διακονητής της θείας οικονομίας, ταπεινός υπηρέτης του Τριαδικού Θεού, τρεφόμενος με τη θεία ευχαριστία , με το άχραντο σώμα και το τίμιο αίμα του ενσαρκωμένου λόγου του Θεού, ζει για την Ανάσταση του Κυρίου, που ευαγγελίζεται την Ανάσταση του Ανθρώπου.[14]

Κοντά σε κείνον, στους χώρους που κινείται, συναντώνται κι οι άγιοι, γνωστοί και άγνωστοι, καταγεγραμμένοι με ονόματα πολυχρησιμοποιημένα ή σπάνια, θαυματοποιοί και παραστάτες των ανθρώπινων μαρτυρίων. Έτσι σε αυτό τον ποιητικό κόσμο ο ουρανός και η γη βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία. Η Παναγιά, μικρή ή μεγάλη – κατά  την εορτή και την τιμητική της ημέρα – «προστρέχει σε βοήθεια έτοιμη πάντα» [15], οι άγιοι «κλαίνε», όπως ο Άγιος Παντελεήμων για τις παραλείψεις τους[16], σπεύδουν να παρασταθούν στους ανθρώπους και συμπάσχουν στις δοκιμασίες τους,

Μοιάζει υπερκόσμια η ξενάγηση στη νέα αυτή ποιητική συλλογή. Έχει όμως τη δική της μακρινή εξήγηση : «Η πρώτη μου γνωριμία με την ποίηση, το υπέροχο α! της ποίησης, ήταν το τραγούδι του Αη Γιώργη που άκουσα από την μάνα μου, θα’ μουν δεν θα΄ μουν  τεσσάρων χρονών δίπλα στην παρασιά» είχε αφηγηθεί κάποτε ο ΒΚ σε συνέντευξη του.[17] Είναι ο ίδιος ο Άη Γιώργης που συνοδεύει την ποιητική του έμπνευση σε διαφορετικές αποτυπώσεις και περιστάσεις.[18] Μαζί του όμως εδώ αγιογραφείται πολίτης της ερήμου, γυμνός και ανυπόδητος ο Όσιος Ονούφριος,[19] μνημονεύονται συναξάρια γνωστών και αγνώστων αγίων,[20] όπου κατονομάζονται, σκιαγραφούνται οι άγιοι της Κρήτης[21] κι ο ποιητής χάνεται στην απογραφή θηλυκών και αρσενικών αγίων[22] στον κόσμο του Διαδικτύου.

Γιατί ο ουρανός πάντα επικοινωνεί με τη γη, όπως στις μοναδικές δημιουργίες του Ελ Γκρέκο όπου η απόσταση καλύπτεται από την υπερκόσμια μεγέθυνση επιλεγμένων μορφών που αναλαμβάνουν το συνδετικό ρόλο.[23] Κι εκεί στην ασύστολη ανάταση  των ανθρώπινων μεγεθών αιφνιδίως  βρίσκεται τρόπος να υπομνησθεί πως «ο Θεός χαμογελά, όταν παίζουν παππούδες κι εγγόνια».[24] Είναι προφανές  ότι η αγιότητα και η ιερότητα στην αντίληψη του ποιητή προκύπτουν από τον άνθρωπο και δεν υπάρχουν χωρίς αυτόν, έτοιμες να προσκυνήσουν την απλότητα του βίου του. Εξάλλου αυτή η αίσθηση δίνει τη δυνατότητα οι νεκροί να μην απουσιάζουν ποτέ.[25] Ευλογημένοι από την ανθρώπινη ζωή τους συντροφεύουν τους ζωντανούς, χωρίς να ξεχνούν τη μοίρα και την «έδρα» τους. [26]

Έτσι ο πάνω κόσμος , όπως άλλοτε η «απάνω Κρήτη» του ΒΚ, συγκοινωνεί καθημερινά με τις γήινες δράσεις και από – δράσεις. Τα βράδια που οι νεκροί έρχονται και πίνουν κρασί με τους φίλους τους, ώσπου να επιστρέψουν στο ουράνιο σπίτι τους[27], ο χρόνος καταργείται , τα όρια του χάνονται και ο χώρος ενοποιείται από τις καρδιακές προεκτάσεις των αναμνήσεων και της αγάπης. Άλλωστε τις καθορισμένες από το θρησκευτικό εορτολόγιο ημέρες, καθώς τη γιορτή τ’ Αγίου Πνεύματος, οι ψυχές ενεργοποιούνται μυστηριακά, όπως άλλοτε στα διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου που οι πιστοί γονάτιζαν για να μην παρεμποδίσουν τη διαδρομή των ψυχών στην εκκλησία.[28] Και στην ποιητική σύνθεση του ΒΚ είναι παρούσες στην επίγεια κονίστρα με μόνη αμφιβολία τη συμμετοχή τους στην παραλαβή του αντιδώρου. Οι βιωμένες παραδόσεις και οι παιδικές μνήμες ανοίγουν το ερμάρι της ορθόδοξης αγωγής, για να υπενθυμίζουν διαρκώς τις θρησκευτικές αξίες και τις παρακαταθήκες μιας πίστης βαθιάς, που σκιαγραφείται με την υπόκρουση της βυζαντινής υμνολογίας και την αποφθεγματική υπενθύμιση αποσπασμάτων της ορθόδοξης θείας λειτουργίας. Και εδώ εδράζεται η γέννηση και η γένεση του ποιητή.

 

 

Από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στα Χανιά στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος»
Εικονίζονται σε σειρά ο ίδιος ο ποιητής Β. Κακατσάκης, ο Μάρκος Σελλιανάκης παρουσιαστής της εκδήλωσης , κοινωνιολόγος, γραμματέας του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Αγία Σοφία», η Μαρία Μαράκη φιλόλογος, διευθύντρια τοπικού λυκείου, ο Νεκτάριος Κακατσάκης, αρθρογράφος, γιος του ποιητή και η Στέλλα Αλιγιζάκη φιλόλογος – ιστορικός

 

 

Αυτού του ποιητή, που συμβολοποιείται στο μοναχό,  λειτουργεί εντός αλλά και εκτός μονής, ως ποιητής, όπως τον ξέραμε από άλλες ποιητικές αναπαραστάσεις του ΒΚ. Συχνά θλιμμένος, ποτέ θλιβερός,  «ψυχή ραγισμένη εκ κατασκευής…»[29] ,  ο «πρώτος και έσχατος άνθρωπος», έτοιμος να αναφωνήσει: «δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.»[30]  Ο ποιητής «σε ρόλο Σίμωνος Κυρηναίου», που είχαμε δει έτοιμο να σηκώσει «την οδύνη του σύμπαντος κόσμου»[31], εδώ γίνεται μοναχός διδάσκων και διδασκόμενος από τον ηγούμενο, ανοιχτός άλλη μια φορά στο ιερό λειτούργημα της δασκαλοσύνης»[32], με ενοχική συνείδηση συχνά κι’ άλλοτε  πάλι συμβολικός οραματιστής της επανάστασης, καθώς επιζητεί το λευκό ράσο και ενδίδει στη νοσταλγία  των γήινων μικροχαρών  της ζωής.[33]

«Δίχως ήρωες και αγίους/ μένουμε μόνοι, γυμνοί και ανυπεράσπιστοι/ στο ανελέητο “κατηγορώ” της Ιστορίας» είπε ο Β Κ πρόσφατα στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης (15.4.2021)[34] και τόνισε ότι «τα ποιήματα είναι ξεκλείδωτα ξωκλήσια, όπου ο καθένας μπορεί να εισέλθει και ιδιαίτερα εκείνος που έχει ανάγκη». Η ιερότητα των προσώπων των Καπεταναίων των αρμάτων και των Γραμμάτων τονίζεται, αφού στην αντίληψή του  οι άνθρωποι του καιρού μας πρωτίστως έχουν ανάγκη από την ιστορία και τους θρύλους της, που τους δίνει την αίσθηση της υπέρβασης του χρόνου της προσέγγισης της αιωνιότητας.

Ανατόμος της διαχρονικά βιούμενης ελληνικής ιστορικής πραγματικότητας, παρών σε κάθε κάλεσμα της επετειακής επικαιρότητας με την χρονογραφική του παρέμβαση, αλλά και με την ποιητική του γραφίδα ο ΒΚ , μας παρουσιάζει το Μακρυγιάννη ηρωικό και γήινο να σκορπά τις καλημέρες του[35], ενώ περιγράφει τον Διάκο[36] να υπομένει ηρωικά το  μαρτύριο – θυσία και να οικειοποιείται τα λόγια που η ιστορική και λογοτεχνική παράδοση του αποδίδει. Η αγάπη της πατρίδας συμπορεύεται με την αγάπη του Θεού, του ανθρώπου και της φύσης, γιατί η αγάπη είναι ακέραιη, δεν διασπάται ούτε διαμοιράζεται, δεν περιορίζεται ούτε παζαρεύεται.

Πέρα όμως από τον μοναχό και τον ηγούμενο, πέρα από τις εξωκοσμικές σκιαγραφήσεις και τα ιερά δρομολόγια των αγίων της πίστης και της εθνικής παράδοσης, στο βιβλίο αυτό είναι παρόντες ιεράρχες[37] και  διανοούμενοι, φίλοι και  συμπολίτες, οικογενειακά πρόσωπα και συνάδελφοι του «χάρτινου ημερήσιου πλαισίου», με τους οποίους ο ποιητής διατηρεί σχέση ζωής και ταύτισης, υμνώντας έτσι τους ιερούς δεσμούς του ανθρώπου στο δικό του «μοναχικό κοινόβιο», όπου η οικογένεια, η φιλία, η πατρίδα νοηματοδοτούν τη ζωή και τη δράση, φωτίζουν με τη χαρά της προσφοράς την καθημερινότητα.

Και τα χελιδόνια παραμένουν μάρτυρες ιεροί των μεγάλων αποκαλύψεων , των μοναδικών βιωμάτων  της απλής ζωής των ξωμάχων της φύσης, όμως, όταν απουσιάζουν, δεν λείπουν τα  κελαϊδίσματα άλλων πουλιών, που κρατούν το ίσο, δεν παραβλέπονται τα περιστέρια και τα σπουργίτια ούτε  οι γλάροι, ενώ η προσδοκία της ανάστασης εστιάζεται στων νέων κορυδαλλών τα πετάγματα. Παρόντα όλα τα πετούμενα, με τη συναίσθηση της σπουδαίας αναγκαιότητάς τους[38] στις ποιητικές ζωγραφιές της φύσης , που μοσχοβολά[39] και ζωντανεύει στα μάτια της ψυχής του αναγνώστη.

Μυρωδιές από τα γιασεμιά και τις δάφνες, από τα χαμομήλια και τους βαλσάμους, τους βασιλικούς και τ’ αροσμαρή, ομορφιές από τους κρίνους, μυστικά της αιωνόβιας ελιάς[40], γεύσεις στον ουρανίσκο συνυμνούν το Θεό με τις εκκλησιαστικές ψαλμωδίες[41] τονίζουν τη χαρά της φύτευσης και της φροντίδας αλλά και την ευλογία της επίδοσης από τον φυτευτή. Και τότε ο διάλογος των αισθήσεων ανατροφοδοτείται από το διάλογο των οπτικών εικόνων, των λάμψεων και των συναισθήσεων.

Εργαλείο κατασκευής όλων όσων παρουσιάστηκαν,  χρωστήρας και πινέλο του δημιουργού, η γλώσσα του : απλή, απέριττη, λιτή, αισθαντική, κατά περίπτωση αντιφατική και σιβυλλική, αλλά συχνά φωτισμένη από τη θρησκευτική ορολογία, αντλεί τη δύναμη της από την ευρηματικότητα, τον πλούτο, τα λογοπαίγνια και τους αναγραμματισμούς. Πίστη και σπίτι, άλληλοι και υπάλληλοι, κατήγοροι και κατηγορούμενοι,[42] τα μ και τα ου, τα πλούσια σημεία στίξης και η εναλλαγή των καταλήξεων[43] τονίζουν πόσο είναι προφανές  το απροσδόκητο της ανατομίας των λέξεων και της πολύσημης νοηματικής πρόσληψής τους. «Όπως τα σύννεφα έτσι και οι άνθρωποι» λέει ο ΒΚ, έτσι κι η γλώσσα τολμώ να πω, «ταξιδεύουν και δεν ξέρουν που πάνε» ·  στον Ποιητή, λοιπόν,  ο τελευταίος λόγος. [44]

Όσο πλούσια είναι η γλωσσική πολυσημία άλλο τόσο πλούσια είναι και η  ποιητική θεματολογία : ζητούνται καθοδηγητές, στρώνονται τραπέζια με θέσεις για τον ξένο, ετοιμάζονται γιορτές, αναζητούνται οι συμβολισμοί των ιερών γιορτών της χριστιανοσύνης και των μεγάλων αγίων της, υπολανθάνει ο έρωτας και η ευθύνη του ανθρώπου, η πάντα παρούσα. Μνημονεύεται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης[45] και ο Νίκος Καζαντζάκης[46], ως μεγάλοι δάσκαλοι της συνείδησης, του λόγου και της σκέψης του συγγραφέα. Δεν αποκρύπτεται η ανησυχία για το άγνωστο μέλλον «Κύριος οίδε» , για την οποία η τεχνολογία και ο σύγχρονος Μάρκος (Μαρκ Ζάκενμπεργκ)[47] δεν μπορούν να πουν τίποτε καλύτερο από τη διαχρονική χριστιανική έκκληση «Κύριε ελέησον».[48]

 

 

Από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στα Χανιά

 

 

Είναι η ίδια επίκληση στην προσευχή των μαθητών μιας άλλης εποχής, όταν τα παιδιά χρειάζονταν να  περπατούν από το χωριό τους 18 ή και περισσότερα χιλιόμετρα ημερησίως, για να … μάθουν γράμματα και να φέρουν τη δική τους άνοιξη στα χρόνια της προσωπικής αυτοπραγμάτωσης και της μεταπολιτευτικής αλλαγής στη χώρα μας. Μέσα σε αυτά ήταν και ο ΒΚ, που σήμερα μετά από μία μακρά πορεία πνευματικού μόχθου και επίμονης εσωτερικής αναζήτησης, φωτογραφίζεται  «γυμνός» στα ποιήματα και αποτυπώνεται αυθεντικός στα γραφτά του, προσφέροντας τη χαρά της άνοιξης σε όλους τους συνοδοιπόρους της ζωής του, υποσχόμενος συγκινήσεις μυστηριακές για τους επιγενέστερους αναγνώστες του.

Βραβευμένος και πρόσφατα ακόμη[49] και διακεκριμένος πνευματικός δημιουργός, παππούς και οικογενειάρχης πολυαγαπημένος, εμπνευσμένος δάσκαλος, φίλος πιστός και καρδιακός εκθέτει με το λόγο και τα πλούσια συναισθήματά του καθημερινά στη  βροχή της ανθρωπιάς [50], συνεπαίρνει τον αναγνώστη με τη γραφή του στην υπέρβαση της έγνοιας του επιούσιου, παρασύρει με τα ποιήματά του στο ρεμβασμό του υπερχρονικού και στον οραματισμό του αιώνιου και υπενθυμίζει με την απλότητα των μηνυμάτων του «Η ζωή συνεχίζεται» με τις απαραίτητες τρεις τελείες στο τέλος (η ζωή συνεχίζεται…), καθώς κανείς δεν ξέρει το παρακάτω».[51]

 

 

Για όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στα Χανιά ο σχετικός σύνδεσμος είναι: https://www.youtube.com/watch?v=kLhpnaGHPI8

 

Από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στα Χανιά στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος».
Διακρίνεται ο δάσκαλος, μουσικός Γιάννης Τσαραμανίδης που μελοποίησε ποιήματα της ποιητικής συλλογής.

 

 

 

* Η Στέλλα Αλιγιζάκη είναι φιλόλογος – ιστορικός

 

 

___________________

[1] Α. Κοκοτσάκη, «Βαγγέλης Κακατσάκης, μου αρέσει η λέξη «δάσκαλος» και τη χρησιμοποιώ συχνά στα ποιήματά μου, όπως και τη  λέξη «δασκαλοσύνη», Κρήτη 360, 17.12.2ο19.

[2] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού. Χανιά 2020,  σ. 60.

[3] Η μνεία του ονόματος γίνεται από τον ίδιο τον ποιητή στο ποίημα Τα κατά Μάρκ . Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 79.

[4] https://online.fliphtml5.com/rsfkr/otem

[5] Γ. Τζεμανάκης, «Τα χελιδόνια του μοναχού του Β. Κακατσάκη». Χανιώτικα Νέα 13.6.2020.

[6] Β. Κακατσάκης, Καζοβάρ. Χανιά, Πυξίδα της πόλης, 2014. Στέλλα Αλιγιζάκη, «Καζοβάρ, μια άλλη ανάγνωση», Χανιώτικα Νέα 15.7.2014.

[7] Β. Κακατσάκης, Όπως το ψωμί. Χανιά 2018.

[8] Ο όρος από το ποίημα «Ορθοδοξίας ανάγνωσμα», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 77.

[9] Αργυρώ Μουντάκη, «Βαγγέλης Κακατσάκης: «Η ποίηση που μας συγκινεί, μας προσκαλεί σε διάλογο διαρκείας». Fractal, 21.1.2015.

[10] Πρόκειται για φράσεις και θέματα από την προαναφερθείσα ποιητική συλλογή Όπως το ψωμί.

[11] Η χριστιανική παράδοση, όμως, αναφέρει πως τα παλιά χρόνια τα φτερά των χελιδονιών δεν ήταν μαύρα, μα άσπρα. Όταν ήταν ο Χριστός στη γη, όπου πήγαινε τον ακολουθούσαν τα χελιδόνια κοπάδια-κοπάδια. Και όταν σταύρωσαν τον Χριστό οι Εβραίοι, τα χελιδόνια πήγαιναν και του έβγαζαν με το ράμφος τους τα αγκάθια από την κεφαλή. Όταν ο Χριστός ξεψύχησε, αυτά έκλαψαν πολύ και από τη μεγάλη τους λύπη άλλαξε το χρώμα των φτερών τους και έγινε μαύρο. Από τότε θεωρούνται ιερά πτηνά και είναι αμαρτία να τα σκοτώνουμε. Ν. Μπούρα, «Χελιδόνι ο τελάλης της άνοιξης και οι μύθοι του»,

https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=&ved=2ahUKEwiZ–bRlJDyAhXgf0HHSKAB6AQFjACegQIBhAD&url=https%3A%2F%2Fwww.willowisps.gr%2Fmain%2F-%2F9%2F4%2F2019&usg=AOvVaw0nRPln3aH8NHcggHcD6l6F

[12] Οι άνθρωποι θεωρούσαν και θεωρούν πώς όταν σκοτώσει κάποιος χελιδόνι, θα πεθάνει κάποιος από το σπίτι του, ακριβώς τη μέρα που θα φύγουν τα χελιδόνια για την Αφρική και η ψυχή του θ’ ακολουθήσει το κοπάδι για να καλύψει την κενή θέση που δημιούργησε. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν γκρεμίζουν τις άδειες φωλιές στα σπίτια τους, καθώς ελπίζουν πως ο ερχομός των χελιδονιών θα φέρει καλοτυχία. Όπου παραπάνω.

[13] «Μόνοι μάρτυρες τα πρώτα χελιδόνια της άνοιξης», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού.., σ.11.

[14] «Μοναχική καθημερινότητα», https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=&ved=2ahUKEwiEwoqBppDyAhXOhP0HHSK2AdgQFjAAegQIAhAD&url=https%3A%2F%2Fbigorski.org.mk%2Fel%2Fmonastiki-kathimerinotita%2F&usg=AOvVaw0SUkbWx-K3FWlsg3bcb3Og

[15] «Η Παναγία των Εισοδίων», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 55.

[16] «Το κλάμα του Αγίου», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 34.

[17] Α. Κοκοτσάκη, «Βαγγέλης Κακατσάκης…”, όπου παραπάνω.

[18] «Το τάξιμο του Άη –  Γιώργη…, Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…,σ. 16.

[19] «Ο γυμνός άγιος», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…,σ. 21.

[20] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…,σ. 30, 33, 58,71,

[21] «Οι τέσσερις μάρτυρες», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 52.

[22] «Των αγίων ανδρογύνων», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 49.

[23] Ευκαιριακά και συμβολικά αναφέρομαι στον πίνακα Ελ Γκρέκο, Το όραμα του Αγίου Ιωάννη, 1608-1614, όπου ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ικετεύει το Θεό ως αντιπρόσωπος των ψυχών για τη λύτρωσή τους και παρουσιάζεται υπερμεγέθης, για να τονιστεί αυτός ο ρόλος του.

[24] «Παιχνίδια», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 35.

[25] «Υπάρχοντας», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 31.

[26] «Συναπαντήματα», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 22.

[27] Όπου παραπάνω.

[28] Γιώργος Ιωάννου, «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς». Για ένα φιλότιμο. Κέδρος, 1964.

[29] Β. Κακατσάκης, Όπως το ψωμί. Χανιά, Πυξίδα, 2018, σ. 43.

[30] Β. Κακατσάκης, Όπως το ψωμί. Χανιά, Πυξίδα, 2018, σ. 58

[31] Από την παρουσίαση της σχετικής ποιητικής συλλογής, απόσπασμα της Στέλλας Αλιγιζάκη. Σχετικά βλ. Δ. Μαριδάκης, «Όπως το ψωμί», Χανιώτικα Νέα, 7.5.2018.

[32] Α. Κοκοτσάκη, «Βαγγέλης Κακατσάκης…».

[33] «Ιλάσθητί μοι», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 48. «Λευκό ονειρεύεται τα βράδια το ράσο του ο μοναχός..», όπου παραπάνω, σ. 29.

[34] «Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια των ποιητών στην ΟΑΚ», 15.4.2021. https://www.google.com/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=&ved=2ahUKEwjbmN2NnZDyAhXlhv0HHRVhAnIQFjAAegQIBxAD&url=https%3A%2F%2Fwww.oac.gr%2Fel%2Fepikaira%2Fenimerwtika-deltia%2Fi-ellada-mesa-apo-ta-matia-twn-poiitwn-stin-oak-p571.html&usg=AOvVaw20CgFHzL7Ouyx5oXpKLlMP

[35] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ.42.

[36] «Το χαμόγελο του Διάκου», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του ουρανού…, σ. 17.

[37] Σχετικές αφιερώσεις σε πρόσωπα τέτοια έχουν γίνει και σε προηγούμενες ποιητικές συλλογές. Ενδεικτικά, βλ. Β. Κακατσάκης, Όπως το ψωμί…, σ. 48.

[38] «μεγάλη υπόθεση να είσαι σπουργίτι»,  Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 65

[39] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σελ. 43, 59, 78.

[40] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σελ. 43.

[41] «μυρίζει χαμομήλι η φωνή του ψάλτη» Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 37

[42] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 36.

[43] «Τα ρόδα και η Ρόδω», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 48.

[44] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 54.

[45] «Μνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη», Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 69.

[46] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 50.

[47] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 79.

[48] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 75.

[49] Στον  6ο  Διαγωνισμό Ποίησης «Κ. Π. Καβάφης» 2020, τιμήθηκαν οι Χανιώτες ποιητές: Βαγγέλης Κακατσάκης και ο Γρηγόρης Γεωργουδάκης. ¨Δύο Χανιώτες ποιητές βραβεύτηκαν»,  Creta Voice, 26.1.2021.

[50] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 57.

[51] Β. Κακατσάκης, Τα χελιδόνια του μοναχού…, σ. 51.

https://www.facebook.com/kakatsakes/?show_switched_toast=0&show_switched_tooltip=0&show_podcast_settings=0

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΡΟΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΩΝ  ΡΟΩΝ*


Γράφει ο Χριστόφορος Κορυφίδης

Η αποχώρηση των Αμερικανών και γενικότερα της Δύσης από το Αφγανιστάν, η ίδρυση και μετονομασία του κράτους αυτού σε Ισλαμικό Εμιράτο, η στάση της Ρωσίας και της Κίνας απέναντί του και κυρίως οι διαφαινόμενες σχέσεις του με την Τουρκία και το Κατάρ, δεν αποτελεί μια απλή γεωπολιτική εξέλιξη στο χώρο της Κεντροδυτικής Ασίας.

Αποτελεί αλλαγή από εκείνες, που διαμορφώνουν, εν δυνάμει-μεγάλες ανακατατάξεις στον πλανήτη. Σαφώς πολύ μεγαλύτερες από εκείνες, της ανακήρυξης του Ισλαμικού Κράτους (2017), ως συνέχεια της δράσης του ISIS, ή πολύ περισσότερο, της ίδρυσης της Αλ Κάιντα, του Οσάμα Μπιν Λάντεν (1988) 1.

ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ & ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΕΜΙΡΑΤΟ ΤΟΥ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ;

Αποτελεί το Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν τη συνέχεια του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Κάιντα; Αν το δούμε από πλευράς στάσης ζωής, στρατηγικών στόχων και πορείας για την κατάκτησή τους, σαφώς ναι. Σαφής και κοινή είναι η αντί-Δυτική στάση τους, στη βάση του πρωτόλειου ισλαμικού διαχωρισμού πιστοί-άπιστοι και στη βάση ότι όλοι οι μουσουλμάνοι θα πρέπει να περάσουν στην κατηγορία των πιστών της δικής τους ερμηνείας, για να ικανοποιηθούν οι αρχές της τζιχάντ αλ-σάιφ1.

Στην ουσία εκείνο που έχουμε σήμερα με την ίδρυση του Ισλαμικού Εμιράτου του Αφγανιστάν (ΙΕΑ) είναι μια γενική ΄΄αποδοχή΄΄ της παγκόσμιας ισλαμικής τρομοκρατικής δράσης. Μια αποδοχή και συνεπώς νομιμοποίηση, που κουβαλά μαζί της δύο ζητούμενα. Το ζητούμενο της ανασυγκρότησης των ισλαμικών τρομοκρατικών δυνάμεων, από τη μια μεριά και από την άλλη, το ζητούμενο της δημιουργίας μιας συναντίληψης απ’ όλες τις υπόλοιπες χώρες της Νέας Παγκοσμιότητας-μη εξαιρουμένης της Ρωσίας και της Κίνας-για τη ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος της ισλαμικής τρομοκρατίας.

Ανασυγκρότηση των ισλαμικών τρομοκρατικών δυνάμεων, μεταξύ των άλλων, σημαίνει:

• απόκτηση από μέρους τους ενιαίου κέντρου αναφοράς και συσπείρωσης·
• δημιουργία συνθηκών και προϋποθέσεων για απόλυτη ιδεολογική κυριαρχία του κέντρου αναφοράς, σε όλον τον μουσουλμανικό κόσμο·
• διαμόρφωση περιβάλλοντος και όρων για τη μεγάλη σύγκρουση με τους ΄΄άπιστους΄΄1·
Από την άλλη, δημιουργία συναντίληψης στον υπόλοιπο κόσμο, για τη ριζική αντιμετώπιση του φαινομένου της ισλαμικής τρομοκρατίας, μεταξύ των άλλων, σημαίνει:
• δημιουργία σχετικής συναντίληψης, καταρχήν στις χώρες του ΝΑΤΟ και στη συνέχεια, με τις υπόλοιπες χώρες της Νέας Παγκοσμιότητας, για την αναγκαιότητα αντιμετώπισης του φαινομένου της ισλαμικής τρομοκρατίας, ενιαία και οργανωμένα·
• διεργασίες και σοβαρή προετοιμασία, για την αντιμετώπιση του φαινομένου στην πράξη τακτικά (κάλυψη των στρατιωτικών, επικοινωνιακών και οικονομικών αναγκών), όσο και στο επίπεδο του τρόπου διαχείρισης, των όποιων σχετικών επιχειρήσεων·
• συναντίληψη και ενιαία δράση, για τα προβλήματα που θα δημιουργήσει σ’ όλον τον κόσμο το εσωτερικό ξεκαθάρισμα της σημερινής εικόνας του μουσουλμανικού κόσμου-ιδιαίτερα με τις μεταναστεύσεις και τις επιπτώσεις τους, άμεσα και προοπτικά.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ

Στο νέο παγκόσμιο σκηνικό που χτίζεται στις μέρες μας, η Ελλάδα, (παρόμοια η Κύπρος και βέβαια το Ισραήλ), βρίσκεται και θα συνεχίζει να βρίσκεται μέχρι τέλους, επί σκηνής και ως πρωταγωνιστής, για τους παρακάτω λόγους:

• για το λόγο ότι η γεωγραφική της θέση την καθιστά περιοχή άμεσης άμυνας και επίθεσης, στις όποιες εξελίξεις·
• για το λόγο ότι η μορφολογία του εδάφους της απαιτεί αναντίστοιχη στις πραγματικές δυνάμεις της ισχύ (πληθυσμιακή, οικονομική, στρατιωτική), για την αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων δημιουργήσει, τόσο η φάση των εσωτερικών εκκαθαρίσεων στον μουσουλμανικό κόσμο (κύρια με τις μεταναστευτικές ροές) όσο και η επόμενη φάση (της σύγκρουσης με τους ΄΄απίστους΄΄)·
• για τον λόγο ότι, ως έχουν σήμερα τα πράγματα και στην προοπτική τους, η Τουρκία αποτελεί το σημαντικότερο εφαλτήριο εξαγωγής των κρίσεων που έπονται και όχι, βέβαια, μόνον εκείνων που σχετίζονται με τις μεταναστευτικές ροές.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΩΝ ΡΟΩΝ

Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι το πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών, με τη σημερινή του μορφή-ή με την πολλαπλά πιο έντονη στην επόμενη φάση-αποτελεί πρόβλημα που πρέπει να ιδωθεί συνολικά και στην προοπτική του. Στην προοπτική, δηλαδή, του να βρεθούν οι χώρες και οι λαοί της εκτός ισλαμικής τρομοκρατίας Νέας Παγκοσμιότητας, σε διασταυρούμενα πυρά. Στα πυρά που θα προέρχονται από τη γενική επίθεση ενός ενιαίου και ισχυρού κέντρου ισλαμικής τρομοκρατίας και στα πυρά που θα αναπτύσσονται στο εσωτερικό τους, για θρησκευτικούς λόγους.
Συνεπώς, το να μπει φραγμός στις μεταναστευτικές ροές σήμερα, αποτελεί προτεραιότητα ύψιστης σημασίας παντού και για όλους.

Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ

Όλα δείχνουν ότι η Τουρκία βρίσκεται στην ίδια περίπου θέση με την Ελλάδα, στο αντίθετο, όμως, στρατόπεδο. Αυτό σημαίνει ότι τα πολύ δύσκολα για την Τουρκία, βρίσκονται μπροστά της. Και βέβαια δεν σχετίζονται με τα οικονομικά της, ή με τα ενεργειακά της.
Σαφώς σχετίζονται με τις εξελίξεις, που αναμένονται στο εσωτερικό της, από την προοπτική της ίδρυσης του Ισλαμικού Εμιράτου του Αφγανιστάν. Γι΄ αυτό και καίγεται ο Ερντογάν να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις εκεί, μετά την αποχώρηση των Αμερικανών από την Καμπούλ. Ρόλο, που απ’ ό,τι όλα δείχνουν, δεν πρόκειται να πάρει από κανέναν, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.
Συνεπώς τα προβλήματα βρίσκονται μπροστά του. Βρίσκονται, όμως και μπροστά μας, αφού το αποτέλεσμα θα είναι νέες μεταναστευτικές ροές-αυτή τη φορά πολύ πιο έντονες και όχι μόνον από την Υποσαχάρια Αφρική, τη Συρία, το Πακιστάν και το Αφγανιστάν, αλλά και από την ίδια την Τουρκία.

1 Όλες οι επιμέρους πληροφορίες του άρθρου, αντλήθηκαν από ιστοσελίδες του διαδικτύου
2 Η διά του πολέμου επιβολή
3 Τους μη μουσουλμάνους

*Ο Χριστόφορος ΚΟΡΥΦΙΔΗΣ, είναι συγγραφέας των βιβλίων, ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ και ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ. Διετέλεσε, πρόεδρος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας και για δεκατρία χρόνια μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, ως εκπρόσωπος της ΑΔΕΔΥ.

Χανιώτικα νέα (Πέμπτη, 16.9.2021) 

 https://www.haniotika-nea.gr/i-ellada-kai-i-prooptiki-ton-metanasteytikon-roon/

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

ΕΥΘΥΒΟΛΑ ΚΑΙ ΜΗ

ΕΦΗΒΟΣ ... ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ

Γράφει ο Νεκτάριος Ευ. Κακατσάκης

 Aνοιγοκλείσιμο ματιών, τρέχει ο χρόνος! Προσπερνά, συμβαδίζει, ποτέ δεν σταματά! Εμείς σταματούμε ενίοτε! Άλλοτε μπορούμε να παρακολουθήσουμε, άλλοτε να αναπολήσουμε, άλλοτε να σκεφτούμε!

Κάπως έτσι φτάσαμε και στα μισά τούτου του Σεπτέμβρη! Αναλογούμενοι το καλοκαίρι που φθίνει, το μέλλον που δεν υφίσταται, κι ακροβατώντας για λίγο στην αγωνία των “πρωτακιών” που άλλα διστακτικά και άλλα όχι διάβηκαν τις πόρτες των σχολείων!

«Η ζωή τραβάει την ανηφόρα», οι αλήθειες δεν αποκρύπτονται!

Οι φωνές των παιδιών, τα χαμόγελά τους, οι όποιες μικρές, μεγάλες αγκαλιές! Η όρεξη για το ξεκίνημα στα μάτια των δασκάλων και των καθηγητών τους!

«Η ζωή τραβά την ανηφόρα», να ’χεις τη δύναμη παιδί μου να καταφέρεις να σηκώνεσαι κάθε που σκοντάφτεις! Να ’χεις το σθένος να ξεπερνάς τα εμπόδια στο διάβα σου και πάντα να ονειρεύεσαι· με μάτια ορθάνοιχτα, να θωρείς πώς τα όνειρά σου μπορούν να πραγματοποιηθούν! Και μέσα από τους δρόμους που σ’ οδηγεί η μάθηση, η δίψα της…

Μέρες Σεπτέμβρη, σχολινές, εφηβικές, παντοτινές για τους πάντες!

Χανιώτικα νέα (15.9.21) 

https://www.haniotika-nea.gr/efivos-septemvris/


Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2021

ΝΙΠΠΟΣ

ΣΩΣΟΝ,  ΚΥΡΙΕ, ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΣΟΥ... 

Του Σταυρού στο Νίππο, στην εκκλησία μας! Και χθες παραμονή, δύοντος του ηλίου, στον εσπερινό και στους Χαιρετισμούς, αλλά και σήμερα , την κυριώνυμον ημέραν, από λίαν πρωί , στον όρθρο, στη θεία λειτουργία, στην ευλογία των άρτων, στην τελετή τηης Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και στη λιτάνευση της εικόνας πέριξ του ναού, Ιερουργούντος του μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου κ. Δαμασκηνού και με τη συμμετοχή πολλών ιερέων. 

Σώσον, Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου... Να κρατά το ίσο με τη λύρα του ο Πλακιανός σκεφτόμουν, ενώ το έψαλα....

Και βέβαια τηρήσαμε κι εφέτος το έθιμο των βασιλικών, με πρωτοστάτη τον Μέμνο Κουρομιχελάκη, που το πρωτοξεκίνησε, πριν απο 50 χρόνια, από τη Νέα Υόρκη, που ξενιτεύτηκε από τα μικράτα του... (Στη φωτογραφία μαζί του ο ξάδελφος μου ο Μανούσος κι εγώ, μετά το τέλος της λιτανείας... Αναζήτηχτοι! ) 





Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΙΑΦΟΡΑ

ΤΡΥΓΟΠΑΤΗΜΑΤΑ 














Τρύγος, θέρος, πόλεμος! Τρυγοπατήματα προχθές Σάββατο, 11 Σεπτέμβρη. Να 'ναι καλά οι γιοι μου, ο Νεκτάριος και ο Θεοκλής, που με αδιάρανε το πρωί στο τρύγος της μεγάλης κρεβατίνας που έχουμε στα Τσικαλαριά  (τη μικρή την είχα τρυγήσει από την προηγούμενη μέρα) και ο γείτονάς μου στις Κατούνες του Νίππου,  ο Σταμάτης ο Κοτσιφός που ήρθε κι εφέτος (για τρίτη χρονιά) με την παρέα του κι έφερε τα ρωμαίικα σταφύλια του Αποκόρωνα, μαζί με τα απαιτούμενα σύνεργα για τη σύνθλιψη, όπως και τα ξαδέλφια μου, τον Μανούσο και την Νίκη που μας βοήθησαν κι οφέτος στα πάντα όλα. Και βέβαια τους άλλους φίλους που μας τίμησαν στο τραπέζι που ετοίμασε η Ευδοκία και στρώθηκε δίπλα στο πατητήρι... 

Καλά κρασιά! Και στο βγάρσιμο της τσικουδιάς με το καλό! ΑΝΑΖΗΤΗΧΤΟΙ! 

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΟΙΗΣΗ

ΕΠΕΙΔΗ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗΣΕ


Επειδή πολύ αγάπησε

ο ζητιάνος το ξεροκόμματό του,

το παιδί τη δεκάρα του,

ο γύφτος το τσαντίρι του,

και η πόρνη την απόγνωσή της,

πελέκησαν τον σταυρό

με το ψωμί που βρήκαν

στο σακούλι του ζητιάνου,

έκαναν τα καρφιά

με τη δεκάρα που πήραν

απ’ την τσέπη του νηστικού παιδιού,

χάλκεψαν την επιγραφή

με την απόγνωση της πόρνης

κι ετοίμαζαν για τάφο

το τσαντίρι του γύφτου.


Όταν άφηνε η μέρα

την τελευταία της πνοή,

σταύρωσαν ένα κυκλάμινο∙

επειδή πολύ αγάπησε την ομορφιά…


ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ (" ΚΑΖΟΒΑΡ" , Γ' ΈΚΔΟΣΗ, " ΠΥΞΙΔΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ" , ΧΑΝΙΑ , 2014)

https://www.facebook.com/kakatsakes/posts/10220133599786424?comment_id=10220137633607267&notif_id=1631455209531596&notif_t=feed_comment&ref=notif



Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΙΑΦΟΡΑ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ. ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ: ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ * 

(Ένα διήγημα, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη,  για τον Θοδωρομανόλη τον πρόγονο του Μίκη Θεοδωράκη, που πίστευε ότι από τη μισερή ζωή, καλλιά είναι ο θάνατος) 






Ή μέρα αναμάζωνε τους ύστερους απλοκαμούς της απ’ τα ψηλώματα κι ο Θοδωρομανόλης, ορθός απ’ ώρα στην ξώπορτα του σπιτιού του, αφρουκαζότανε τη μαύρη αναπνιά της νύχτας γύρω του. Και πρώτη φορά στη ζωή του ένοιωθε μια παράξενη χαρά για τον ερχομό της. Άλλες βραδιές, με το λιοβασίλεμα, κλειδωμαντάλωνε τα πορτοπαράθυρα κι έπεφτε σε συλλογή. Προπάντων απ’ τον καιρό που παντρεύτηκε, ένα χρόνο τώρα. Μ’ απόψε δεχόταν τη νύχτα σαν έναν παραξηγημένο φίλο, που έφτασε πια ο καιρός να μονιάσουν. Και στενοχωριόταν που ο φίλος αυτός αργούσε.

«Να βρωμέσει θέλει ο χορός του απόψε», μουρμούρισε γι’ άλλη μια φορά κι ο νους του δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ την απρόσμενη συνάντηση που ’χε τ’ απόγευμα, με τον Αγά του Πανωχωριού. Αυτός ο Εμίν - αγάς Βέργερης, που καταγόταν από Φραγκάρχοντες εξωμότες, ήταν ο φόβος κι ο τρόμος στη περιοχή των Πίσω Χωριών του Σελίνου. Είχε γλυτώσει ο σκύλος απ’ το μαχαίρι του Χατζή Οσμάν Πασά του Πνιγάρη και τώρα έκανε ό, τι μπορούσε για να δείξει την απανθρωπιά του. Οι Χριστιανοί δεν όριζαν ούτε περιουσία, ούτε τιμή, ούτε ζωή. Δεν το ’χε σε τίποτα να βάνει στο σημάδι τους Χριστιανούς που περνούσαν κοντά απ’ τον πύργο του. Μα η μεγάλη του αδυναμία ήταν να καλεί σε γλέντια τις γυναίκες και να τις βάνει να χορεύουν ολόγδυμνες.

Όταν άκουε κ’ έβλεπε αυτά κι άλλα χειρότερα καμώματα ο Θοδωρομανόλης, η καρδιά του μάτωνε. Κι όσο κι αν του ’χαν μάθει να φοβάται τους Τούρκους, αυτός δεν ένοιωθε φόβο. Μίσος μόνο για τη μισερή ζωή, που ’ταν αναγκασμένος να ζει, ένοιωθε. Πόσες φορές δεν σκέφτηκε πως απ’ τη μισερή ζωή, χίλιες φορές καλύτερος είναι ο θάνατος! Έτσι του ερχόταν κάθε φορά που τον έβλεπε, να χυθεί πάνω του και να τον πνίξει. Μα πάντα την τελευταία στιγμή δείλιαζε. Μια φωνή του ’λεγε μέσα του: «Σκότωσε τον τον κακούργο κι ό, τι γενεί». Μα μια άλλη φωνή τ’ απαντούσε: «Κι ύστερα;» Αυτό το ύστερα, που ’ξερε βέβαια ποιο θα ’ταν, φοβόταν. Κι έκανε υπομονή...

Όμως, μετά απ’ τη σημερνή τους συνάντηση, το πήρε απόφαση. Γύριζε στο σπίτι του απ’ τον Ομαλό, όταν τον απάντηξε.

– Έλα, Μανόλη, απόψε στο Ζουρίδω, βάστα και τη λύρα σου, πάρε και τσι ξαδέρφες σου, μαζί με τη χήρα.

Άναψε όταν άκουσε απ’ τον αγά αυτά τα λόγια. Μα τι να κάμει; Γλύκανε τη φωνή του. – Δεν έχω ’γώ ξαδέρφες παρά τη γυναίκα μου, και γυναίκες απαλλαγές δεν τσι θέλεις στο χορό.

– Ακούς είντα σου λέω; του φώναξε ο αγάς.

Έκανε πως δεν άκουσε, μα ο Έμίν του φώναξε πιο δυνατά.

– Άκουσες, είντα σου παράγγειλα;


Του ’ρθε το αίμα στη κεφαλή. Έκανε να χυμήξει πάνω του και να τον ξεσκίσει με τα νύχια του. Μα ’βαλε όλη του τη δύναμη, να μην αποφανεί.

– Ό, τι ορίζεις, αγά μου, είπε τάχα ταπεινωμένος.

Μα μόλις ο αγάς έφυγε, μουρμούρισε μέσα στα δόντια του με λύσσα: «Να βρωμέσει θέλει ο χορός σου, απόψε!»

Απ’ εκείνη την ώρα πήρε την απόφασή του. Είχε φτάσει πια ο κόμπος στο χτένι. «Αυτός ο χορός θα ’ναι κι ο τελευταίος του… Να κλάψουν θέλει οι Τουρκάλες απόψε!». Τα που σκέφτηκε. Έκανε ένα μεγάλο περίπατο για να το συλλογιστεί ξανά. Μπαίνοντας στα Μαραγκιανά, είδε ένα γέροντα γείτονα του να ξεπεζεύει απ’ το γαϊδουράκι του και να προσκυνά με σεβασμό ένα Τούρκο. Αναστέναξε. «Δε θα γυρίσει και σε μας σκύλοι; Ως πότε θα ορίζετε τον τόπο μας και την ψυχή μας, ως πότε θα ζούμε μια ζωή μισερή;» Συλλογίστηκε.

Όταν με το λιοβασίλεμα έφταξε στο σπίτι του, ήταν αμίλητος. Δεν έβγαλε άχνα στη γυναίκα του. Ούτε χάιδεψε το γιό του που ήταν τριάντα μερών, όπως συνήθιζε. Ξεκρέμασε το ντουφέκι απ’ τον τοίχο, το πέρασε στο ζερβί του ώμο, πήρε και τη λύρα με τ’ άλλο και πήγε και στάθηκε στην ξώπορτα και κοίταζε όξω. Η γυναίκα του δεν του μίλησε. Τον είχε μάθει δα καλά, ένα χρόνο τώρα, που ήταν παντρεμένοι. Γιατί συχνά την είχε συνηθισμένη σε τέτοια καμώματα. Κι αυτός όσο ’βλεπε τη μέρα να σώνεται, τόσο η καρδιά του πήγαινε να σπάσει απ’ την προσμονή. «Να βρωμέσει θέλει ο χορός σου απόψε…», μουρμούρισε.

Έκανε να δρασκελίσει το κατώφλι, μα κοντοστάθηκε. Δεν του ’κανε καρδιά να φύγει απ’ το σπίτι του σαν κλέφτης, που ένας Θεός μόνο ξέρει αν το ξανάβλεπε. Γύρισε τα μάτια κ’ είδε τη γυναίκα του γονατισμένη ν’ αλλάζει το παιδί στο σκαφίδι. Κι’ ένοιωσε μια παράξενη πεθύμια και για τους δυo τους. Μια αγάπη ίσαμε τον ουρανό! Μα μπόρεσε κι έκαμε καλά την καρδιά του.

– Πρέπει να φεύγω, γυναίκα, είπε όσο μπορούσε πιο ήρεμα.

– Που θα πάεις τέτοια ώρα, Μανόλη; ρώτησε αλαφιασμένη η γυναίκα και γύρεψε τα μάτια του.

Ο Μανόλης έκανε πως περιεργαζότανε τη λύρα.

– Σε γλέντι, μη ρωτάς περισσότερα, είπε κοφτά.

– Απ’ την ώρα που ’ρθες σε βλέπω σε μεγάλη ταραχή. Είντα ’χεις; ρώτησε η γυναίκα και πήρε το μωρό που ’κλαιγε στα χέρια της και του ’δωσε το βυζί της για να ησυχάσει.

Ο Μανόλης δεν αποκρίθηκε. Πήγε μόνο και στάθηκε από πάνω της.

– Να ’χεις το νου σου. Άκουσα πως αυτός ο σκύλος, ο Εμίν αγάς, γυρεύει να σε σκοτώσει, ξανάπε φοβισμένη η γυναίκα. 

– Γι’ αυτό σκας του λόγου σου; Δεν τον έχω εγώ πειράξει. Άλλοι πρέπει να φοβούνται, είπε πικρογελώντας.

Χάιδεψε ύστερα με το ζερβί χέρι το παιδί στο κεφαλάκι κι απομακρύνθηκε με μικρά βήματα.

– Έχετε γεια, γυναίκα!


– Ο Θεός μαζί σου! αποκρίθηκε αυτή και τα ολόγρα μάτια της τον ακολούθησαν μέχρι που χάθηκε η φανιά του στο δρόμο.

******************

Η νύχτα τύλιξε γκαρδιακά το στημονερό αψηλό κορμί του Θοδωρομανόλη στη δροσουλιασμένη της αγκαλιά. Πάνω του ο ουρανός, περβόλι φυτεμένο με τάξη και μαστοριά απ’ τα χέρια του Μεγάλου Ζευγά, συντρόφευε τα ζάλα του που τάχαιναν ολοένα κ’ έκαναν τα ογρά φύλλα του μονοπατιού να τριζοβολούν σαν πεθαμένα. Σαν έφταξε κοντά στη βρύση ο νους του πήγε στη συχωρεμένη τη λάλη του που του ’λεγε συχνά σαν ήταν μικρός το τραγούδι του Άη Γιώργη. Μιλούσε το τραγούδι αυτό για ένα στοιχειό, που ’χε κάμει κατοχή μια νερομάνα και δεν άφηνε να ποτίζεται η πολιτεία. Για να μη ποθάνουν οι άνθρωποι απ’ τη δίψα, δέχτηκαν να στέλνουν ταχτικά στο θεριό ένα νέο ή μια νέα για πεσκέσι. Μόνο έτσι άφηνε το στοιχειό να κατεβαίνει το νερό στην πολιτεία. Κι ύστερα, λέει, ήρθε κ’ η σειρά της μοναχορηγοπούλας να τη φάει το θεριό. Μα δεν πρόλαβε. Ένας λεβεντονιός καβαλάρης, ο Άη Γιώργης, π’ άστραφτε σαν ήλιος, το σκότωσε, γλύτωσε την κοπελιά κι απάλλαξε την πολιτεία απ’ το κακό…

Έτσι που συλλογιζόταν το τραγούδι, ένοιωσε λιγάκι τον εαυτό του σαν Άη Γιώργη, που πάει να γλυτώσει τον τόπο απ’ το θεριό ο Θοδωρομανόλης. Γέλασε. Θυμήθηκε πως όταν του πρωτόπε η λάλη του το τραγούδι αυτό, ζήλεψε τον Άγιο. Πόσο το ’θελε να βρισκόταν αυτός στη θέση του Άη Γιώργη να σκοτώσει το θεριό! Κ’ ήξερε από τότες πως το θεριό δεν ήταν άλλος, απ’ τον Τούρκο αγά, που τυραννούσε τους Χριστιανούς. Κ’ η νερομάνα, δεν χωρούσε άλλη κουβέντα, ήταν η Λεφτεριά. Πέρασαν όμως τα χρόνια και δεν ξανασκέφτηκε σαν Άη - Γιώργης. Συνήθισε κι αυτός στη μισερή ζωή όπως κι οι άλλοι.

Μ’ απόψε, που πήγαινε να σκοτώσει τον αγά, ναι, ξανάνιωθε πως είναι ο Άγιος ο λεβεντονιός, όπως τότε που ήταν μικρός. Κι ας ήξερε ποιο θα ’ναι το δικό του τέλος. Ο θάνατος. Όχι, δε στενοχωριόταν για τον εαυτό του. Το ’χε πει τόσες φορές. «Απ’ τη μισερή ζωή, χίλιες φορές καλλιά ’ναι ο θάνατος.» Κι όμως, όπως σκεφτόταν τη γυναίκα του χήρα, το γιό του ορφανό, ένοιωθε ένοχος. Τι χρωστούσαν αυτοί, μα κι όλο του το σόι του, να κακοπάθουν απ’ τη δική του κουζουλάδα; Μα κι αυτός γιατί να πάει πάνω στον ανθό της νιότης του, σαν το σκύλο στ’ αμπέλι; Δεν έβλεπε τους άλλους που κατέβαζαν χαμηλά τη μούρη και δε μιλούσαν; Για ποιο λόγο να κάνει αυτός τον καπετάνιο; Δεν υπήρχαν τόσοι και τόσοι άντρες στο Σέλινο, που το ’λεγε η καρδιά τους, κι όμως έκαναν υπομονή; Ας έκανε κι αυτός… Ύστερα, έτσι θα μπορούσε να φανεί πιο χρήσιμος, όταν θα ’ρχόταν η ώρα… Που θα ’ρχόταν! Αυτό το ’ξερε. Κάτι ’χε παρμένο τ’ αυτί του. Κάτι ετοιμάζανε οι Ρωμιοί. Υπομονή λοιπόν. Γιατί να πήγαινε άδικα;

Πώς θα τα βόλευε, όμως, απόψε με τον Εμίν αγά; Τι θα του ’λεγε, που δεν πήγε στο γλέντι τις ξαδέρφες του και τη χήρα; Ε! 'Όσο γι’ αυτό θα ’βρισκε ένα τρόπο να τα μπαλώσει. Κ’ ύστερα θα ’σφιγγε την καρδιά του, θα ’παιζε αυτός τη λύρα του κι ας έβλεπε ό, τι έβλεπε. Σάμπως η, δική του γυναίκα κι οι ξαδέρφες του θα ξεφτυλίζονταν;


Στο κάτω κάτω τι τον ένοιαζε αυτόν; Το μόνο που τον ενδιέφερε για την ώρα, ήταν να τα μπαλώσει με τον Εμίν αγά. Να ζήσει…

Ντράπηκε, που σκεφτόταν έτσι τώρα. Κι ο Άη - Γιώργης που σκότωσε το θεριό; Κι η μισερή ζωή που ’ταν αναγκασμένος να ζει; Κι οι ξεφτυλισμοί; Ε, καλά τώρα! Όσο μισερή κι αν είναι η ζωή, κακά τα ψώματα, καλλιά ‘ναι απ’ το θάνατο. Κι ύστερα αυτός θα νοιώθει πάντα το ίδιο μίσος, μπορεί και παραπάνω για τους Τούρκους. Δε θα τουρκέψει αυτός! Δε θα το κάμει σαν τους Χριστιανούς άλλων χωριών, που επειδή δεν άντεχαν τα βασανιστήρια των Τούρκων, αφού μαντάλωσαν τα πορτοπαράθυρα των εκκλησιών, αλλαξοπίστησαν κ’ έγιναν χειρότεροι απ’ τους Τούρκους. Όχι! Αυτός πάντα θα πιστεύει στο Χριστό. Κι αν δε σκοτώνει τον αγά, δεν το κάνει γιατί λυπάται τη ζωή του, όχι, μα γιατί περιμένει τη μεγάλη ώρα!

Θα ’χε φτάξει, ίσαμε διακόσιες δρασκελιές απ’ το σπίτι, που ’καναν το γλέντι τους οι Τούρκοι, όταν άκουσε τα χάχαρα και τις φωνές τους. Κι όσο κόντευε, τόσο τα γέλια και τα ξεφωνητά γίνονταν πιο τρανταχτά. Ξεκαθάριζαν κιόλας τα λόγια τους. «Αργεί ο σκύλος ο Θοδωρομανόλης και δεν κάνουμε δουλειά…» Σα να πήρε τ’ αυτί του τη φωνή του Εμίν αγά. «Κουράγιο Μανόλη!», συλλογίστηκε. « Ό, τι και να δεις απόψε, ό, τι και ν’ ακούσεις, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις. Είπαμε. Απ’ το θάνατο καλλιά ’ναι η ζωή, κι ας είναι μισερή. Η λύρα αυτή θα ’ναι που θα στραβώσει τους ζορμπάδες», σκέφτηκε και γύρισε να τη δει. Μα τα μάτια του καρφώθηκαν στο ντουφέκι. Τι να ’κανε τώρα μ’ αυτό; Αν τον έβλεπε Τούρκου μάτι, ούτε λόγος. Θα τον σκότωνε αμέσως.

Ξαφνικά μια ιδέα άστραψε μέσα του. Δίπλα στην πόρτα είδε μια συκιά. Σκαρφάλωσε με προφύλαξη πάνω και άφησε το ντουφέκι όμορφα όμορφα ανάμεσα στα κλαδιά. Κατέβηκε με προσοχή, πήρε τη λύρα, που την είχε παρατήσει κατάχαμα, και μπήκε κάνοντας όσο μπορούσε τον αδιάφορο στο σπίτι. Μα, Θε μου! Τι ’ταν αυτό π’ αντίκρισαν τα μάτια του! Ακουστά ’χε μα δεν το πίστευε. Καμιά δεκαριά γυναίκες τρομαριασμένες, ολόγδυμνες, χόρευαν πανω στο ρόβι, που ’ταν σκορπισμένο στο σανιδένιο πάτωμα. Κι ήταν σα ν’ ακλουθούσαν σε κηδεία. Στην άκρη, καθισμένοι σε παχιά μαξελάρια, τρεις Τούρκοι, έχοντας στη μέση τον Εμίν αγά, βαρούσαν παλαμάκια και χαχάνιζαν τρανταχτά, κάθε φορά που μια γυναίκα γλιστρούσε κ’ έπεφτε. Ο Μανόλης δάγκασε τη γλώσσα του να μη ξεφωνίσει, γι’ αυτό το ξεφτύλισμα. Κι αμέσως ο νους του πήγε στον Άη Γιώργη που σκότωσε το θεριό... 

– Καλώς σας βρήκα αγάδες, είπε όσο πιο ταπεινά μπορούσε κι έκαμε ένα τεμενά, π’ άγγιξε το χώμα.

– Να σταματήσει το ζεύκι, πρόσταξε ο Εμίν αγάς.

Οι γυναίκες τρομαριασμένες σταμάτησαν το χορό, στοιβάχτηκαν σε μια γωνιά και προσπαθούσαν να κρυφτεί η μια πίσω απ’ την άλλη. Ο Μανόλης ένοιωσε τα μάτια των γυναικών να ψάχνουν μ’ απελπισία τα δικά του.

– Μοναχό σε θωρώ να ’ρχεσαι και δεν μ’ αρέσει, άκουσε βαριά τη φωνή του αγά.

– Συμπάθα με αγά μου, τ’ απολογήθηκε μπρουμουτισμένος ακόμη. Κατέχεις την εκτίμηση που σου ’χω. Μα η γυναίκα μου είναι ασαράντιστη ακόμη και δε βγαίνει απ’ το σπίτι.


– Κι οι ξαδέρφες σου με τη χήρα, μωρέ; Ξέχασες την παραγγελιά μου;

Ο Μανόλης κατάλαβε πως ο αγάς ήταν στα κέφια του.

– Μακάρι να τσ’ όριζα, αγά μου, είπε με ταπείνωση. Μα ’χουνε αφεντάδες, αδέρφια...

– Σε ποιό μωρέ θαρρείς πως τα λέεις αυτά; Να συχωράς που δεν θέλω να χαλάσω το γλέντι. Την άλλη φορά όμως, βάλ’ το καλά στο νου σου, το γλέντι θα γενεί στο σπίτι σου!

Τρόμαξε ως να τ’ ακούσει ο Μανόλης. Μα δεν αποφάνηκε.

– Όπως ορίζεις, αγά μου…

– Πολύ αέρα έχετε πάρει τελευταία, μπρε ταβλόπιστοι! Μα θα σας βάλω ’γώ στο δρόμο σας. Άντε! Πιάσε τη λύρα. Ομπρός, να ξαναρχίξει το ζεύκι.

Έπιασε ο Μανόλης με βαριά καρδιά να παίζει τη λύρα. Κ’ οι γυναίκες κίνησαν πάλι το χορό σαν αλλοπαρμένες.

– Άναντρανιστά, μπρε! ούρλιαζε ο Εμίν αγάς.

Οι γυναίκες έπεφταν, σηκώνονταν, ξανάπεφταν, ξανασηκώνονταν και το σπίτι τρανταζόταν απ’ τα χάχαρα και τα ξεφωνητά των Τούρκων. Συχνά πυκνά, άπλωναν τις τριχωτές χερούκλες τους και πασπάτευαν τα ξεπνοϊσμένα κορμιά των γυναικών. Κι όσο απόφευγε ο Μανόλης να βλέπει αυτά τα καμώματα, τόσο ένοιωθε το κορμί του τρυπημένο, απ’ τις φοβισμένες ματιές των γυναικών.

– Έγώ διαλέγω την ξαθιά γι’ απόψε… Πάρτε και σεις, μπρε, όποια θέλετε, είπε νυσταγμένα ο Εμίν αγάς.

– Άστες να χορέψουνε ακόμη λιγάκι Εμίν αγά, τον παρακάλεσε ο ξεδοντιασμένος γέρος, που καθόταν στ’ αριστερό του πλάϊ.

Έβαλαν τα γέλια οι άλλοι δυο κι άρχισαν να πειράζουν τον αγά που μίλησε.

– Παραγέρασες μπρε Χουσεΐν! Μόνο να ξανοίγεις μπορείς μπλιο… Μα ας σου κάνουμε το κέφι.

Ο Μανόλης έπαιζε τη λύρα και δε μιλούσε. Μα ’νοιωθε τόση σιχασιά γι’ αυτά που ’βλεπε απόψε! Ναι, δεν ήταν καμμιά συγγενοπούλα του σ’ αυτό το χορό. Είχε καταφέρει να μη φέρει τσι ξαδέρφες του και τη χήρα. Μα ως πότε; Ο αγάς του ’πε πως την άλλη φορά ο χορός θα γινόταν στο σπίτι του. Όσο περνούσε η ώρα, ωστόσο, τόσο ένοιωθε τα μάτια των γυναικών καρφωμένα απάνω του. Κι ας απόφευγε να τις βλέπει. Όχι! Δεν έκρυβαν φόβο κι απελπισία, πια, αυτά τα μάτια. Μόνο ελπίδα. Κι ο Μανόλης τα γνώριζε τώρα αυτά τα μεγάλα γουρλωμένα μάτια. Ήταν της γυναίκας του. Αυτά τα γδυμνά δρωμένα γυναικεία κορμιά, που χάϊδευαν αναίσχυντα οι αγάδες, ήταν των ξαδερφάδων του. Πόσο στ’ αλήθεια, ήταν μισερή η ζωή του! Αξίζει, λοιπόν ,να ζει μια τέτοια ζωή αυτός; Πως μπορούσε να ξαναδεί τους γονιούς, τ’ αδέρφια και τους συγγενείς αυτών των γυναικών;

Σιγά σιγά τα πειράγματα και τα χάχαρα των Τούρκων λιγόστευαν, μέχρι που ’σβησαν, ολότελα. Ο Μανόλης γύρισε τα μάτια του κ’ είδε τους δυο φίλους του Εμίν αγά, να ροχαλίζουν του καλού καιρού και τον Εμίν αποκαμωμένο απ’ τη νύστα και τα όργια. Και για πρώτη φορά τα μάτια του ανταμώθηκαν με τα μάτια των γυναικών. Κάτι άστραψε μέσα του. Το θεριό! Ο Άη Γιώργης! Δίχως να το καλοσκεφτεί, άφησε χάμω τη λύρα κι

ώσπου να καταλάβουν οι γυναίκες τι έγινε, βγήκε απ’ την πόρτα, σκαρφάλωσε στη συκιά και πήρε το ντουφέκι. Από πίσω ακολουθούσε τρικλίζοντας ο Εμίν αγάς, τραγουδώντας βαριεστημένα…

Έφάγαμε και ήπιαμε κ’ έκάμαμε και ζεύκι,

ως τοσονά ‘τανε γραφτό, ήταν και κισιμέτι.

Δεν είχε καλά καλά τελειώσει και μια ξερή ντουφεκιά ακούστηκε. Μπροστά στην πόρτα σωριάστηκε νεκρός ο αγάς. Μ’ ένα πήδημα ο Μανόλης βρέθηκε κάτω απ’ τη συκιά.

-Φύγετε! Φύγετε! φώναξε στις τρομαριασμένες γυναίκες και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Κι’ αυτές τον ακολούθησαν τρέχοντας σαν παλαβές, τσίτσιδες, ξεπνοϊσμένες.

Ο ουρανός πάνω τους κρατούσε ορθάνοιχτα τα μάτια του. Οι σκύλοι π’ άκουσαν πρώτοι την ντουφεκιά πήρανε να γαβγίζουν, για να τους ακολουθήσουν όλα τα ζωντανά. Τ’ ανθρωπομάνι, Τούρκοι και Ρωμιοί, ξύπνησε και ρωτούσε ο ένας τον άλλο, τι γίνηκε.

Την ίδια κιόλας νύχτα το φοβερό μαντάτο έφερε γυροβολιά το Σέλινο. Οι Χριστιανοί, αφού ’καμαν γκαρδιακά το σταυρό τους, κλειδαμπαρώθηκαν, και πρόσμεναν τι θ’ απογενεί… Απ’ τα κάστρα και τους πύργους, ξεχύθηκαν σαν τα όρνια τ’ αρπακτικά οι Γενίτσαροι, Γιουνούσηδες, Τζιναλίδες, Μεμένηδες, Καούρηδες. Κοντά σ’ αυτούς οι τελευταίοι αλλαξοπιστημένοι…

**********

Με το δέσιμο της μέρας το μαντάτο πήρε τις στράτες και ξεπόρτισε απ’ το Σέλινο. Τ’ άκουσε η Κίσαμος και βρυχήθηκε. Και στα Χανιά ήρθαν τα πάνω κάτω. Ο πασάς έφταξε στο Σέλινο, έπιασε τους συγγενείς του Θοδωρομανόλη και τους έκλεισε σιδεροδεμένους στα μπουντρούμια. Ο Μανόλης που κρυβόταν από σπήλιο σε σπήλιο, έμαθε τα νέα και κίνησε να παραδοθεί. Ξέρει ποιο θα ’ναι το τίμημα της πράξης του. Μα δεν τον νοιάζει. Απ’ τη μισερή ζωή, χίλιες φορές καλλιά ’ναι ο θάνατος…

* Από το προς έκδοση βιβλίο " Η καμπάνα και άλλα διηγήματα" Τα σκίτσα είναι του Νίκου Μπλαζάκη

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΙΑΦΟΡΑ

 ΤΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ…



Ο τάφος του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Ακρωτήρι.

“Η νόμιμος οδός των επαναστάσεων.”


Ο τάφος του Νίκου Καζαντζάκη στο Μαρτινέγκο.

“ Το χρέος του αθρώπου να σώσει τη γης.”


Ο τάφος του Ειρηναίου Γαλανάκη στην Κίσαμο.

“ Η επανάσταση των συνειδήσεων.”


Ο τάφος του Μίκη Θεοδωράκη στον Γαλατά.

" Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις!”


Χανιά, 9 Σεπτεμβρίου 2021

(Χανιώτικα νέα, 10.9. 2021)


Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΙΑΦΟΡΑ

ΜΙΚΗΣ Ο ΟΥΡΑΝΟΜΗΚΗΣ


Χανιά (Μητροπολιτικός Ναός) 9.9.2021. ώρα 12.20 μ. μ. 
 
 Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Κρήτη!

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! 

Σ΄αυτό το φέρετρο ακουμπά η οικουμένη! 



Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

ΕΥΘΥΒΟΛΑ ΚΑΙ ΜΗ

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ


Γράφει ο Νεκτάριος Ευ. Κακατσάκης

Kαι να το… τέλος… Και να η Aρχή! Του κύκλου ένα ακόμη γύρισμα!

Κι ιδού η στεφανωμένη Αθανασία ολοζώντανη πάνω από το φρεσκοσκαμμένο μνήμα που περιμένει να δεχθεί το φθαρτό σώμα του Ανδρός, που θα δηλώνει “παρών”!

Πάντα “παρών”, στο εδώ και στο τώρα, στο πάντα κι ες αεί· πνοή αγέρινη, ψυχή αγέρωχη, με τα χέρια πάντα τ’ απλωτά και απλωμένα για όλη την Οικουμένη!

Τούτος ο Άνθρωπος είναι δικός μας· είμαστε στο Εμείς πια! Κανένας διαχωρισμός… Ευθεία ελληνική η μεγάλη του πορεία που συνεχίζεται!

Δεν χωρούν μικρότητες στο διάβα του που θα επιΜΙΚΗνεται ες αεί όσο θα ατενίζουμε και όσο θ’ ατενίζουν κι οι επελθόντες τούτον τον ολογάλαζο ουρανό να απλώνεται πάνω απ’ τις ανένταχτες ψυχές μας και ψυχές τους…

…Ο Μίκης Θεοδωράκης είν’ εδώ στον τόπο του, βρίσκεται παντού πάνω σε τούτον τον πλανήτη· όπου το έργο και οι πράξεις του θ’ αναθιβάλλονται και θα λειτουργούνται!

Ένας παγκόσμιος Έλληνας, τούτος ο άντρας που… ανέβηκε στο Πάνθεον των μεγίστων τούτου του τόπου!

Υ.Γ. Η τελευταία επιθυμία του να ταφεί στη γη των προγόνων του, αποτελεί μεγάλη τιμή, αλλά από τούδε είναι τεράστια και η Ευθύνη μας απέναντι στον μεγάλο νεκρό!

Να μην τον προδώσουμε, να μην αγνοήσουμε τούτο το χρέος απέναντί του!

Χανιώτικα νέα (Τετάρτη, 8,9.2021) 

https://www.haniotika-nea.gr/enthade-keitai-ellinas-pagkosmios/