Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

“Να ’μουν του στάβλου εν’ άχυρο"





”Να ’μουν του στάβλου εν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,/ την ώρα π’ άνοιγε ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!/ Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελο του/ το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπο του./ Να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι,/ κι από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι,/ να μοσκοβοληθώ κι εγώ από την ευωδία που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία”.
Το ποίημα “Η Γέννηση του Χριστού” του Κωστή Παλαμά.

Να ’σαι δέκα χρονών, να πηγαίνεις στην Τετάρτη τάξη του Δημοτικού, στο Νίππος, και ν’ απαγγέλεις στεντορεία τη φωνή, προπαραμονή Χριστουγέννων στη σχολική γιορτή το “ποίμα” σου.
Τι επιθυμία κι αυτή να θέλεις να ‘σαι “εν’ άχυρο”, ένα τίποτα δηλαδή, την ώρα της Γέννησης του Χριστού! Δεν μου άρεσε στην αρχή καθόλου αυτή η ιδέα, δεν μου άρεσε καθ’ όλου το ποίημα. Όσο το διάβαζα, όμως, για να το μάθω “απ’ όξω”, τόσο έμπαινα στο βαθύτερο νόημα του, τόσο με συγκινούσε η ιδέα. Καμμιά σχέση ένα άχυρο της ματζιαδούρας που ήξερα με ένα άχυρο της ματζιαδούρας (φάτνη είναι η ματζιαδούρα μας είχε εξηγήσει η δασκάλα) που γεννήθηκε ο Χριστός.

Τα Χριστούγεννα της παιδικής μας ηλικίας…
Κυρίως σ’ αυτά μας αρέσει να επιστρέφουμε όσο περνούν τα χρόνια. Εκεί οι πρώτες μας θύμησες, οι πρώτες μας εικόνες, τα πρώτα μας ακούσματα, τα πρώτα μας αγγίγματα, εκεί η πατρίδα μας. Όλοι μας ακόμα κι αν είμαστε 100 χρονών, που λέει ο λόγος, ένα παιδί, ένα μικρό παιδί κρύβουμε στα βάθη της ψυχής μας. Ένα παιδί που αρέσκεται, πάντα τις χρονιάρες μέρες, κι ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα, να επιστρέφει στα πάτρια, στα χρόνια της “μη με λησμονεί” ηλικίας.

Η νοσταλγία των Χριστουγέννων!
Οι χριστουγεννιάτικες σχολικές γιορτές. Τα κάλαντρα, έτσι, όπως τα λέγαμε παρέες – παρέες, από πόρτα σε πόρτα την παραμονή. Η προσμονή της άλλης μέρας γύρω από την παρασιά, που δεν έσβηνε αυτή την νύχτα. Το “χρυσό δοντάκι” που μας έλεγαν ότι κάναμε με τη μεταλάβωση. Ο γυρισμός στο σπίτι από την εκκλησία με τ’ αποδιαφωτίσματα, με το που χάραζε, δηλαδή, η μέρα. Το πιάτο με το φαγητό που το θύμιαζε η μάνα μου και μου το έδινε να το πάω στη γειτόνισσα, που ήταν κατάκοιτη.

Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι που άρχιζε πάντα με συγχωρεμό των αποθαμένων μας, καληνορίσματα των ξενιτεμένων μας κι ευχές για υγεία, ακόμα και των “ζωντανών” μας, όπως “ο Θεός να κάμει καλά την αίγα μας”, για παράδειγμα…

“Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η γλυκυτάτη και συγκινητικοτάτη και διατούτο ανέκαθεν εθεωρήθη ως οικογενειακή κατ’ εξοχήν εορτή”, γράφει ο Άγιος των Νεοελληνικών Γραμμάτων, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, σε άρθρο του στην εφ. “Εφημερίς”, στις 25 Δεκεμβρίου 1887.

Και παραμένει “λαμπροτάτη” και “κατ’ εξοχήν οικογενειακή” ακόμα και σήμερα. Να είναι και γιορτή αλληλεγγύης, μια γιορτή που να κρατά ολοχρονίς του χρόνου, η ευχή μου. Είναι τόσοι πολλοί οι συνάνθρωποι μας, οι άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας, που έχουν ανάγκη από ένα πιάτο φαγητό, από ένα κεραμίδι, από ένα χαμόγελο.


Στην επουράνια Γραμπούσα ο Θ. Δεικτάκης




Η πρεπιά της Κισάμου αλλά και πρεπιά για όλη την Κρήτη. Ένας από τους πιο μπιστικούς εργάτες στο περβόλι της Λαϊκής Παράδοσης σε πανελλήνιο επίπεδο.
Για τον Θανάση Δεικτάκη που έφυγε τρεις μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, για την Επουράνια Γραμπούσα, που τόσο πολύ ανέδειξε και ύμνησε με τα γραφτά του, ο λόγος. Πάνδημος ο αποχαιρετισμός του χθες στη γενέθλια γη.
“Στου Μυρτίλου την εξαίσια γωνιά/ που φωλιάζουν και στενάζουνε οι θρύλοι”, εκεί “στου πετρίτη τ’ αετοού τη γειτονιά/ θα ανάβει πάντα του Δεικτάκη το καντήλι”, και θα μας παραπέμπει στο έργο του στο οποίο, Θεού θέλοντος θα επανέλθω. Αιωνία η μνήμη του!

Χανιώτικα νέα (23.12.2016)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου