Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

ΧΡΥΣΑ

Η ΑΘΗΝΑ ΔΕΝ ΦΟΡΟΥΣΕ GUCCI






Γράφει η Χρὐσα Κακατσάκη

Πριν καλά καλά σχηματισθεί ένα νέο δίπολο με Gucci-κούς και αντιGucci-κούς ήρθε η απορριπτική απάντηση του ΚΑΣ, την οποία αμέσως επικύρωσε η υπουργός Πολιτισμού, βάζοντας τέλος και τελεία στην ένθεν και ένθεν επιχειρηματολογία. Όσοι άδολα και χωρίς αντιπολιτευτική διάθεση τάχθηκαν με την παραχώρηση της Ακρόπολης  υποστήριξαν  πως χάθηκε μια ευκαιρία για τη διεθνή προβολή του μνημείου. Το επιχείρημά τους όμως  είναι έωλο, επειδή απλούστατα δεν την χρειάζεται. Όσο για το οικονομικό όφελος, τα δύο εκατομμύρια ευρώ είναι ψιχία μπροστά στα πολλαπλάσια ποσά που θα κέρδιζε η Gucci από την προστιθέμενη αξία της αίγλης του αρχαιολογικού χώρου. Αλλά και η σύγκριση με την φωτογράφιση της Nelly’s είναι άστοχη. Όχι μόνο γιατί τότε υπήρξε η εγγυημένη αισθητική αρτιότητα, αλλά και γιατί δεν είχε υπεισέλθει ο παράγοντας του κέρδους.
Ωστόσο, πέρα από το σύμπλεγμα του επαρχιωτισμού που αναζητά το αντίδοτο της πολιτικής απομόνωσης σε μια εσάνς κοσμοπολιτισμού, πρέπει να συνυπολογίσουμε και τη σχέση μεταξύ τέχνης και αγοράς, αυτό δηλαδή που ο  Χάμπερμας αποκαλεί αποικιοποίηση του «βιοκόσμου» από την κυρίαρχη εργαλειακή λογική του οικονομικού συστήματος. Κάθε εταιρεία, θέτοντας το καλλιτεχνικό στοιχείο στην υπηρεσία της διαφήμισης, αποσκοπεί στη συσσώρευση οικονομικού κεφαλαίου και υποτάσσει, με την έπαρση του ισχυρού, την-ούτως ή άλλως- επισφαλή αυτονομία του πολιτισμικού χώρου. Άλλωστε, ποιος θα μπορούσε να μας διασφαλίσει ότι μια ενδεχόμενη καταφατική απάντηση δεν θα άνοιγε την όρεξη και σε άλλους επιχειρηματικούς ρέκτες της αρχαιότητας που θα ήθελαν να διαφημίσουν με φόντο τον ιερό βράχο πάνες ή εντομοκτόνα; Τι θα έλεγαν τότε οι θιασώτες της  public relations πρότασης, βλέποντας τη μικρή Τερέζα να περπατά ανέμελη πάνω στους δωρικούς κίονες; Πόσοι απ’ αυτούς θα ήξεραν το απόσπασμα από τις «Δοκιμές» του Σεφέρη, ο οποίος με αφορμή μια ολοσέλιδη ρεκλάμα  σε αμερικάνικο περιοδικό με δυο νεαρούς τουρίστες να ακουμπούν σ’ ένα σπόνδυλο κολόνας το ποτό τους, σημειώνει: «Οι θεοί δεν το θέλουν. Εκτός αν προτιμούμε να περιμένουμε ώσπου ν' απογυμνωθούμε ολωσδιόλου, και δε μας μένει πια τίποτε άλλο παρά να ξυλιάσουμε στη διαπλανητική μας παγωνιά».
Εκείνοι λοιπόν που συμφώνησαν με την απόφαση των αρμοδίων, ίσως δεν το έκαναν μόνο από αρχαιολατρία ή από τυφλή αφοσίωση στα ιερά σύμβολα. Αντιστάθηκαν με τον τρόπο τους στον ισοπεδωτικό χυλό της μετανεωτερικότητας  που καταργεί τα σύνορα μεταξύ υψηλής και κατώτερης κουλτούρας και συγχέει το φαντασιακό της γκλαμουριάς με το χειροπιαστό της εμπειρίας. Συνήγορος μιας  τέτοιας αντίληψης ο Ε. Βενιζέλος που ως υπουργός Πολιτισμού  είχε παρακάμψει το 1998 την αρνητική γνωμοδότηση  του ΚΑΣ για την παραχώρηση του Ηρωδείου στον   Calvin Klein. Το σκεπτικό του βασιζόταν στην άποψη ότι και η μόδα είναι τέχνη και ότι οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν δεν ήταν τίποτα άλλο παρά «μια σειρά αντανακλαστικά βαθύτατα ιδεοληπτικού χαρακτήρα».
Για όσους λοιπόν προτάσσουν τον κυνισμό του life style, ο Διάβολος πάντα θα φοράει Prada. Η θεά Αθηνά πάντως φορούσε ποδήρη χιτώνα που σίγουρα δεν ήταν Gucci.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου