Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ Θ.  ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ: ΤΟ ΧΡΕΟΣ ( ΔΙΗΓΗΜΑ)



                                             ΣΚΙΤΣΑ (ΝΙΚΟΣ ΜΠΛΑΖΑΚΗΣ)


     Το μπρίκι αλαργαίνει ολοένα κι οι ψηλοί μιναρέδες της Πόλης βουλιάζουν σιγά - σιγά μέσα στη θάλασσα. Μα όσο κι αν οι κραυγές, το χαλάζι απ’ τις σφαίρες και τα ουρλιαχτά του μανιασμένου όχλου βουίζουν ακόμη στ’ αυτιά της, δεν είναι μπορετό να πνίξουν τα τελευταία λόγια του πατέρα της, του Δασκαλογιάννη, που κουβαλεί μέσα της πενήντα χρόνια τώρα. Κι οι θύμησες έρχονται κοπαδιαστές και κάνουν κατοχή στο νου της.

     Πόσο σπίθιζαν τότες Θέ μου, τα μάτια του στη σκοτεινιά της μικρής κάμερας, που τους είχε κλεισμένους ο πασάς του Κάστρου! Σαν ν’ ακούει ακόμη τη βαριά φωνή του: «Εγώ παιδί μου θα ποθάνω γρήγορα. Θα σε βιάσουν να τουρκέψεις, μη λησμονείς όμως, ότι θα σου στείλω απ’ τον άλλο κόσμο ή την ευχή ή την κατάρα μου. Προτίμησε το θάνατο με την ευχή μου παρά την τούρκικη ζωή με την κατάρα μου». Ήταν τα λόγια αυτά, η τελευταία του παραγγελιά.

      Όξω απ' την πόρτα του πασά, το τουρκομάνι βούιζε σαν αφρισμένη θάλασσα κι οι φονιάδες ετοίμαζαν την πλερωμή για τον πρωτοκαπετάνιο της Κρήτης, που πεθύμησε τη Λεφτεριά. Όταν σε λίγο τον πήραν από κοντά της δεν της έμεινε άλλη παρηγοριά απ’ το κλάμα. Ένα κλάμα, πότε τρανταχτό και πότε πνιχτό, που σήμαινε το τέλος εκείνης της ελπιδοφόρας άνοιξης. Τότε που οι προσμονές που κουβαλούσαν πάνω τους οι πληγιασμένες καρδιές έγιναν θάνατος. Τότε που η σημαία, που η ίδια είχε υφάνει για το Σηκωμό εκείνο, έγινε ένα τεράστιο σάβανο για να σκεπάσει τα κακοθανατισμένα κορμιά.

     Απ’ την πόρτα που είχαν αφήσει στη βιάση τους οι φονιάδες ορθάνοιχτη, μπούκαραν μαζί με μια ιδέα δροσιάς, οι ξέφρενες κραυγές του μανιασμένου όχλου. Κι αυτή, δεκαοχτώ χρονώ κοπελιά, σφιγγόταν πάνω στα τελευταία λόγια του πατέρα της. Πόσο καλόδεχτος είναι ο θάνατος καμιά φορά! Κι ας είσαι μόνο δεκοχτώ χρονών!

     Ο πασάς ήρθε την άλλη μέρα και της είπε, πως ο πατέρας της έφυγε για τα Κύθηρα, κοντά στ’ αδέρφια του και στ’ άλλα του παιδιά. Προσπάθησε κιόλας να την παρηγορήσει. «Θα γυρίσει γρήγορα πίσω», της είπε. Δεν πίστεψε βέβαια στα λόγια του. Αυτό έλειπε!

     Ύστερα από μέρες το κλάμα καταλάγιασε κι έγινε ένα πικρό παράπονο. Δεν χτυπιόταν πια. θρηνούσε ήσυχα. Δεν έφερε καμιά αντίσταση, όταν την παράδωσαν στο δευτερντάρη του Κάστρου. Ήταν ένας ήσυχος κι αγαθός ανατολίτης, που όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να κρύψει ένα πλατύ χαμόγελο, που γλύκαινε το αψύ του πρόσωπο. Κι είχε πάντα ένα καλό λόγο να της πει. Απ' αυτόν βεβαιώθηκε για το χαμό του πατέρα της, για τον μαρτυρικό του θάνατο.   «Κισμέτι Μαρία! Κισμέτι! Ό,τι γράφει δεν ξεγράφει», τα λόγια του.

     Της είπε ακόμη πόσο πόνεσε κι ο ίδιος για το χαμό του πατέρα της. Πόσο παλληκάρι στάθηκε όταν τον έγδερναν ζωντανό. Κι ακόμη πόσο την αγάπησε και την ήθελε για γυναίκα του. «Δεν θέλω, όμως, ν' αποφασίσεις τίποτε με το στανιό», της είπε. Κι αυτή από σιγά σιγά, μέσα στην απελπισία της, άρχισε να τον βλέπει σαν σωτήρα της. Αν έλειπε αυτός, σκεφτόταν, ποιος ξέρει την τύχη της και τον περίμενε σχεδόν με αγωνία. Κι αυτός καθόταν δίπλα της και της διηγόταν με μια τραγουδιστή φωνή, παράξενες ανατολίτικες ιστορίες,για να την κάνει να ξεχνά τον καημό της. «Θα ξεχάσεις Μαρία! Θα πάμε στην Πόλη…  Θα ’σαι βασίλισσα! Μόνο να θέλεις…»

     Σιγά - σιγά ξεθαρρεύτηκε μαζί του. Είχε κιόλας αρχίσει να τον συμπαθεί και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πνίξει τη φωνή του πατέρα της που την τυραννούσε: «Προτίμησε τον θάνατο με την ευχή μου παρά την τούρκικη ζωή με την κατάρα μου».

     « Ούτε θέλω ν’ αλλαξοπιστήσεις... Ένας είναι ο Θεός. . . Τι Χριστός, τι Μωάμεθ!»,  της έλεγε καλωσυνάτα ο δευτερντάρης. Έτσι χωρίς να το καταλάβει δέχτηκε να γίνει γυναίκα του. Και δεν ήθελε να ξεκαθαρίσει μέσα της, το γιατί. Η αμαρτία της!

     Όταν πρωταντίκρισε τους μιναρέδες της Πόλης, να καρφώνουν με μανία τον ουρανό, τρόμαξε. Και μέσα στο πλοίο που τους έφερνε, λύθηκε σε κλάμα, χωρίς να ξέρει γιατί. Κι όμως γνώριζε πώς ήταν πια πολύ αργά. Κι ο θάνατος —πόσο τρόμαζε με τη σκέψη του— φευγάτο πουλί. «Θα ξεχάσεις αστέρι μου... θα ξεχάσεις γρήγορα»,  της είπε ο άντρας της χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά.

     Ξέχασε; Είναι αλήθεια πώς ο άντρας της τη λάτρευε. Και ζούσε μια ζωή παραμυθένια, μέσα σε δούλους και υπηρέτριες. Τα πρώτα χρόνια είχε πραγματικά ξεχάσει. Δεν άφηνε βέβαια ποτές να σβήσει το καντήλι τής Παναγιάς. Δεν λησμόνησε ποτές κάθε βράδυ, να κάμει την προσευχή της.

Αλλά χρόνο με το χρόνο, μέρα με τη μέρα, τα τελευταία λόγια του πατέρα της βάραιναν πιο πολύ, μέχρι που ’γιναν ένα ασήκωτο βάρος, κάτι σαν ταφόπετρα που πλάκωνε την καρδιά της. Κι όμως πάντα προσπαθούσε να ’ναι γελαστή και χαρούμενη με τον άντρα της και τα παιδιά της. Μα όσο προσπαθούσε, τόσο ένοιωθε το βάρος να πλησιαίνει, μέχρι που έγινε ασήκωτο.

     Ήταν κι εκείνος ο θεορατικός υπηρέτης της, ο Αρβανίτης με το σκαμμένο πρόσωπο, Νταή – Μουσταφά τ’ όνομά του. Της φαινόταν πως μέσα στα στυφά, όλο παράπονο μάτια του, διάβαζε την αμαρτία της. Κάθε φορά που τον έβλεπε ένοιωθε πως το βάρος που σήκωνε, πλήσιαινε. Όπως κι όταν της έλεγε ο άντρας της πως βρέθηκε στην Πόλη σκοτωμένος, από άγνωστους, κι άλλος Γενίτσαρος. Εκείνες τις μέρες διάβαζε στα μάτια του Αρβανίτη, κάτι σαν μια άγρια λάμψη και μια απ' τις πολλές δεν άντεξε και τον ρώτησε:

— Ξέρεις Μουσταφά, ποιος σκοτώνει τους Γενίτσαρους;

Ο Αρβανίτης σήκωσε τους ώμους του:

— Που να ξέρω εγώ κυρά μου; Μα δε χαίρεσαι;

Τρόμαξε και από τότε δεν τον ξαναρώτησε.

     Ένα βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο. Της φάνηκε πως βρέθηκε στην Ανώπολη, στο χωριό της. Μα δεν μπορούσε να ’ταν και σίγουρη, τόσος ήταν ο χαλασμός. Αυτή βάδιζε ντυμένη στα χρυσά, ανάμεσα στα ερείπια σαν κάτι να ζητούσε, κάτι ξεχασμένο από καιρό. Πήγε στο πατρικό της σπίτι. Ήταν ρημαδιό. «Δεν είναι κανείς εδώ;» φώναξε, μα ένιωσε πώς η φωνή που ακούστηκε δεν ήταν δική της, ήταν μιας άλλης, μιας που ’χε από χρόνια πεθάνει. Δεν πήρε καμιά απάντηση. Μόνο μια κουκουβάγια κίνησε ένα πένθιμο μοιρολόι.

     Άρχισε να κρυώνει.

— Δεν είναι κανείς εδώ; κραύγασε μ' απόγνωση. Μα και πάλι η φωνή της φάνηκε ξένη, πάλι η κουκουβάγια, ο θάνατος. Την πήραν τα κλάματα…

— Πατέρα! Πα-τέ-ρα! Πα-τέ-ρααα! φώναζε και χτυπιόταν στο χώμα μ’ αναφυλλητά.

— Ποιά είσαι; Δεν σε ξέρω. . .

Ναι, ήταν η φωνή του πατέρα της! Αυτή η παθιασμένη, γεμάτη λευτεριά φωνή του.

     Γύρισε να δει, μα ήταν ο πατέρας της αυτός; Αυτός ο άντρας, που στεκόταν στην γκρεμισμένη ξώπορτα, κι ήταν ολόκληρος μια πληγή, ένα αίμα, με την πέτσα του κορμιού λουρίδες, ήταν αυτός ο πατέρας της; Κι όμως σύρθηκε με τα γόνατα, πήγε κοντά του, άπλωσε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει, μ’ άκουσε πάλι τη φωνή του. σκληρή κι άγρια, και σταμάτησε:

— Δε θέλω να σε ξέρω!

— Είμαι η Μαρία σου, πατέρα! Θυμάσαι; Η Μαρία σου!

— Ναι θυμούμαι τη Μαρία μου! Μα δεν μπορεί να ’σαι, εσύ, αυτή! Να ’χεις την …

        Όχι πατέρα! Όχι! Δε θέλω! Πες μου πατέρα! Τί να κάμω; Θέλω την ευχή σου! Μετάνιωσα, πατέρα! Μετάνιωσα, πατέρα,  σου λέω. Πες μου τί να κάμω, πατερούλη;

Και τότε, ξαφνικά, είδε τον πατέρα της, όπως ήταν στ’ αλήθεια. Ντυμένο με τα καπετανίστικα. με το μεγάλο σταυρό στο στήθος. Ωραίο όπως ήταν, τότε που ξεκινούσε την επανάσταση!

   Θα το βρεις, Μαρία μου! Θα το βρεις, παιδί μου!

     Ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα. Έκανε να φωνάξει, μα θυμήθηκε. Δεν ήταν μοναχή της. Κι έτσι της ήρθε καυτή η επιθυμία, να σφάξει τον άντρα της, και να κάμει κομματάκια τα παιδιά της, τους καρπούς της αμαρτίας της. Δείλιασε. . . Αυτό έπρεπε να κάμει;

     Ξεμολογήθηκε την άλλη μέρα κιόλας την αμαρτωλή σκέψη της. Είπε και το παράξενο όνειρο. Ο γέρο - πνευματικός της είπε πως ναι, ήταν τρομερό. Κάτι έπρεπε να κάνει, κάτι το μεγάλο, για το Γένος που στέναζε. Μόνο τότε, θα εξαγόραζε την αμαρτία της και θα πλέρωνε το χρέος της.

 

 

                                                             ***

 

     Ξαφνικά  η ζωή της απόκτησε νόημα. Ζούσε μόνο και μόνο για να πλερώσει το  χρέος της. Κι η προσευχή της ήταν τώρα θερμή, πολύ θερμή και καθημερινή.

— Αξίωσέ με Παναγία μου! Αξίωσε με!

     Όταν μονοχρονίς πέθαναν ξαφνικά ο άντρας της και τα παιδιά της, μαζί με την καταλυτική  λύπη που δοκίμασε, ένιωσε και μια άγρια χαρά να την κυριεύει. Τώρα πια θα μπορούσε πιο εύκολα να ξεπλερώσει το χρέος της. Δεν ξεκουνούσε απ’ την εκκλησία και με το μεγαλόκορμο Αρβανίτη,  έστελνε σ' όλους τούς φτωχούς Χριστιανούς της Πόλης τα δώρα της. Δεν άφηνε κανένα παραπονούμενο. Να ’ταν άραγε αυτό το χρέος της; Όχι! Όσες μετάνοιες και προσευχές, όσες αγαθοεργίες κι αν έκανε, δεν μπορούσαν να σηκώσουν τη βαριά πλάκα από πάνω της.

     Ένα δειλινό, την ώρα που γύριζε απ’ τον εσπερινό, ο Νταή - Μουσταφάς, της ξεμολογήθηκε το δικό του μυστικό. Ένα μυστικό που την γέμισε άγρια χαρά. Δεν ήταν, λέει.  Αρβανίτης!  Ήταν Χριστιανός. Απ’ ένα χωριό, κοντά  στην Αθήνα,  η καταγωγή του, Νικόλαος Ζερβός τ' όνομά του.

     Δεν πρόλαβε να συνέρθει απ’ την έκπληξη, και σε δυο μέρες άκουσε κι άλλο, που δεν το περίμενε με τίποτε.

—Θυμάσαι, κυρά, που με ρώτησες μια φορά, ποιος σκοτώνει τους Γενίτσαρους; τη ρώτησε ο Αρβανίτης.

—Θυμούμαι, είπε, και κάτι σαν αστραπή πέρασε απ’ το νου της.

-        Τώρα μπορώ να σου το πω. Εγώ τους σκοτώνω!

Έτσι της ήρθε να τον αγκαλιάσε και να τον φιλήσει.

   — Δεν μπορώ να ησυχάσω, Νικόλα! Δεν μπορώ! Μόνο αν καμιά φορά σηκωθεί το Γένος μας, μόνο τότε θα ησυχάσω,  του είπε

Μα ήξεραν πώς αυτό ήταν όνειρο…  Ωστόσο σώπαιναν κι οι δυο κι αφρουκάζονταν την καρδιά τους. . .

       

                                                               ***

     Το μπρίκι έχει ξεμακρύνει απ’ τη φωτιά κι η οχλοβοή ακούγεται σαν μια άγρια μουσική. Κανείς απ’ το πλήρωμα δεν παίρνει την απόφαση να μιλήσει στην παράξενη καλόγρια, που κανόνισε τα του φευγιού απ’ τον κίνδυνο.

     Ο Γιώργης Δασκαλάκης, ο γραμματικός, κοιτάζει μια την παράξενη μοναχή, και μια την πανώρια κοπελιά και τον θεόρατο Αρβανίτη, που την συνοδεύουν. Η περιέργεια τον τρώει να μάθει. Ποιά τέλος πάντων είναι αυτή, και ποιά επιρροή έχει, για να μπορέσουν να φύγουν σε τέτοιες ώρες…  Μα η μοναχή είναι κλειδομανταλωμένη στον εαυτό της, κάνει πως τηρά τη θάλασσα, μα ποιος ξέρει σε ποια δική της θάλασσα αρμενίζει ο νους της ...

     Του Γιώργη του φάνηκε πως την είδε να κλαίει, μα δεν πρόσεξε και καλά. Τραβήχτηκε πιο πέρα. Κι όσο βλέπει τούς ψηλούς μιναρέδες να χάνονται στο βάθος του πελάγου, τόσο νοιώθει τα καμπαναριά της Ανώπολης, του χωριού του, που κουβαλεί μέσα του, να ψηλώνουν. Κι όμως κατέχει καλά

πως σ’ όλη την Κρήτη, εκτός από τα Σφακιά, οι μιναρέδες υψώνονται  στο γαλάζιο ουρανό, κι οι φωνές των μουεζίνηδων πέντε φορές την ημέρα, δεν αφήνουν ν' ακουστεί ο χαρμόσυνος ήχος της καμπάνας. Όχι, όμως, και της καρδιάς τους. Προπάντων της δικής του καρδιάς. Γιατί αυτός ο στημονερός τσεκουράτος άντρας, ο Γιώργης ο Δασκαλάκης, κουβαλεί πάντα μέσα στη ψυχή του, τα  καριοφίλια του παππού του, του Δασκαλογιάννη. Κι όπως τον αναθιβάλλει στο νου του, μουρμουρίζει σιγά – σιγά…

 

 Κάθε Λαμπρή και Κυριακή έβανε το καπέλο

και του Πρωτόπαπα ’λεγε το Μόσκοβο θά φέρω.

Να τα συνδράμει τα Σφακιά, τσοι Τούρκους να ζυγώξου

και για την Κόκκινη Μηλιά δρόμο να τώνε δώσου.

Κι όσοι απ’ αυτούς το θέλουνε στη Κρήτη ν’ απομείνου,

Σταυρό να προσκυνήσουσι και Χριστιανοί να γίνου.

     

      «Καημένε Δἀσκαλε! Πώς τα πεθύμησες, και πώς ήρθαν τα πράγματα…»,  σκεφτόταν. Κι όμως η δική του θυσία δεν πήγε χαμένη. Να τώρα, έχει γεμίσει η Κρήτη Δασκαλογιάννηδες! Γι’ αυτό, όποια κι αν είναι η καλόγρια, που βλέπει τη θάλασσα και κλαίει, τί τον νοιάζει; Αυτός για ένα μόνο γνοιάζεται. Για το χρέος που βρέθηκε φορτωμένος μ’ αυτό, από τότε που γεννήθηκε. Που του φόρτωσε στους ώμους, ο πατέρας του ο Ανδρέας, ο μόνος απ’ την οικογένεια, που σώθηκε… Να κάμει εκείνο που ονειρεύτηκε ο Παππούς του!

                                                 

                                                           ***

     Από καιρό ο Γιώργης είχε ψυχανεμιστεί πως έφτανε ή ώρα. Όπως κι όλο το νησί. Γι’ αυτό νοιώθει ένας, μα και χιλιάδες. Ήταν, άλλωστε, ενεργό μέλος της Φιλικής Εταιρίας και περίμενε μ’ αφάνταστη ανυπομονησία το Σηκωμό. Μα οι άλλοι Σφακιανοί —που με λαχτάρα κάρφωνε πάνω τους τα μάτια του όλο το νησί— είχαν μάθει να περιμένουν και να προχωρούν με σίγουρα βήματα. Κι όταν, με το έμπα του 1821, έφτασε στα Σφακιά σαν απόστολος της Φιλικής Εταιρείας, κάποιος Βεζυρόγλους και φώναζε απροκάλυπτα τις ιδέες του, οι Σφακιανοί τον έδιωξαν νύχτα. Αυτοί ήξεραν…

     Ωστόσο τις πρώτες του Μάρτη, δόθηκε εντολή στους πλοιάρχους Ανδρέα Λαδά και Μανούσο Δασκαλάκη, να πάνε με το μπρίκι του παπα - Πωλάκη στην Πόλη, να πουλήσουν σαπούνι, τυρί και λάδι κι αφού αγοράσουν χρειαζούμενα του πολέμου, χωρίς να κινήσουν υποψίες, να γυρίσουν στο Λουτρό. Ο Μανούσος πήρε κοντά του σαν γραμματικό και τον αδερφό του το Γιώργη και κίνησαν.

     Μεσοπέλαγα του μήνα βρίσκονταν στην Πόλη. Μόλις που είχαν τελειώσει τις δουλειές τους, όταν έφτασε το απροσδόκητο άκουσμα, ότι ο Υψηλάντης μπήκε στη Βλαχιά. Η Πόλη αναστατώνεται. Το αίμα των Τούρκων ανάβει. Η Τουρκιά, θεριό ανήμερο, είναι έτοιμη να καταξεσχίσει την παντέρμη τη Ρωμιοσύνη, που λουφάζει και προσμένει το θανατικό. Οι Σφακιανοί θέλουν να φύγουν μα δεν μπορούν. Μέσα απ’ το πλεούμενο, βλέπουνν το μαχαίρι, τη φωτιά και τον θάνατο να σεριανούν, στις χριστιανικές γειτονιές της Βασιλεύουσας…

     Όλα αυτά, όμως. πιο πολύ με λύσσα, παρά με τρόμο,  τα έβλεπαν  οι Σφακιανοί, αλλά ένοιωθαν δεμένοι χειροπόδαρα. Κι άλλο δεν ήθελαν παρά να φύγουν. όσο γίνεται πιο γρήγορα, απ’ αυτή την κόλαση.

 

                                                                     

     Είχαν κοντά απελπιστεί, όταν η καλόγρια με την κοπελιά και τον θεορατικό Αρβανίτη, μπήκαν στο καράβι. Απ’ τη πρώτη στιγμή έκανε του Γιώργη εντύπωση η αρχοντιά αυτής της καλόγριας. Πιο πολύ η παράξενη ματιά της, ωστόσο.

— Από πού είστε; ρώτησε τον Μανούσο.

— Απ’ την Κρήτη.

— Για πού πάτε;

— Θέλουμε να φύγουμε για το νησί… Μα δεν μπορούμε…

— Ετοιμαστείτε το βράδυ να φύγουμε. Θέλω να πάω σ’ ένα νησί του Αιγαίου,  να προσκυνήσω την εικόνα της Παναγίας. Κι εγώ από την Κρήτη είμαι…

— Να δείτε που θα βγούμε και συγγενείς. . . είπε, μόλις έφυγαν, ο Μανούσος, χαμογελώντας.

     Ο Γιώργης δεν έδωσε σημασία. Όσο θυμόταν, όμως, την παράξενη αυτή συνάντηση, φουρτούνιαζε το μυαλό του. Τόση εντύπωση του έκανε, λοιπόν, μια περασμένη στα χρόνια μοναχή, όσο κι αν είχε αρχοντική μορφή, ή μήπως τον είχε συγκλονίσει, η αέρινη, ντελικάτη παρουσία της κοπελιάς; Το δεύτερο το αποδιώχνει. Άλλη αγάπη, εκτός απ’ εκείνη τη δίδυμη αδελφή της Κρήτης, τ τη Λευτεριά, δε θέλει να χει.. Σ’ αυτήν είχε προσφέρει αυτός την καρδιά του, τη ζωή του, απ’ τα μικράτα του. Από τότες που ’νοιωσε τον κόσμο.

    Όξω, στην Πόλη, ο θάνατος είχε στήσει για καλά το γλέντι. Κραυγές, τρίξιμο σπαθιών, αίματα...

 

                                                                     ***

     Θα ’χαν — δε θα ’χαν περάσει τρεις ώρες κι η μοναχή με την ίδια συντροφιά, ξαναφάνηκαν μέσα σε μια βάρκα και με συνοδεία στρατιωτικής ακολουθίας. Ανέβηκαν στο μπρίκι, κι η μοναχή τους έδειξε ένα χαρτί, που έγραφε ότι μπορούν να φύγουν, όποια ώρα ήθελαν. Έκαμαν το σταυρό τους, είπαν στ’ όνομα τού θεού, και κίνησαν.

     Οι ψηλοί μιναρέδες βούλιαξαν επιτέλους στην αγκαλιά της θάλασσας. Πόσο μακριά ήταν τώρα η Πόλη, σφιχταγκαλιασμένη με το θάνατο!

— Γλυτώσαμε! Δόξα σοι ο Θεός! Είπε η Μαρία.

— Με τη δύναμη του Σταυρού,  κυρά μου! Απάντησε δίπλα της ο Αρβανίτης, κι έκαμε κι αυτός τον σταυρό του.

— Τώρα θα ξεπλερώσομε το χρέος, Νικόλα… ψιθύρισε η μοναχή σαν προσευχή και χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε προς την κοπελιά που έτρεμε.

-        Μη φοβάσαι Ηράκλεια, της είπε και της χάιδεψε τα μαλλιά.

-        Δε φοβούμαι, είπε, μα ήταν φανερό πως φοβόταν πολύ.

     Έγινε σιωπή. Τα στοιχειά της φύσης πήρανε καιρό. Ο Γιώργης με τον αδερφό του, πήγανε κοντά τους.

— Μην ανησυχείς γερόντισσα, είπε ο Γιώργης, δε θ’ αργήσουμε να φτάσουμε εκεί που θέλεις. Η θάλασσα είναι με το μέρος μας.

— Δεν βιάζομαι τώρα, παλληκάρι μου, είπε απλά.

— Τώρα πέρασε ο κίνδυνος, απόσωσε κι ο Μανούσος.

— Πέρασε; ρώτησε τρέμοντας η Ηράκλεια.

— Πέρασε Ηράκλεια, πέρασε, είπε καθησυχαστικά ο Αρβανίτης.

     Ο Γιώργης ένοιωσε πως το κορίτσι κρύωνε κι έκαμε να βγάλει το πανωφόρι του να της το φορέσει. Μα δεν τ’ αποφάσισε. Ο νους του πήγε σε μια άλλη, ολόγυμνη αυτή, κοπελιά, που κρυώνει και κακοπερνά χρόνια τώρα, δίχως πανωφόρι. Την αγαπητικιά του, όπως του άρεσε να τη λέει, τη Λευτεριά. Και τρόμαξε για τη λύπηση που ’νοιωσε γι’ αυτή την άγνωστή του κοπελιά, που δεν ήξερε, από πού κρατά η σκούφια της. Μα όπως την έβλεπε, του φάνηκε ολόιδια η Λευτεριά. με μόνη διαφορά, πως ήτανε ντυμένη.

-        Ας είσαι καλά, γερόντισσα, ακούστηκε η φωνή τού Μανούσου. Και να με συμπαθάς που σε ρωτώ, μα παράξενο μου φαίνεται λιγάκι, ποιος σου ’δωσε την άδεια να φύγουμε;

-        Ο Μουρούζης, ο μεγάλος διερμηνέας του Σουλτάνου.

-        Ο... ο Μουρούζης; ρώτησε έκπληκτος ο Μανούσος, ενώ ο Γιώργης τέντωσε τ΄ αυτιά του για ν’ ακούσει καλύτερα.

— Ναι ο Μουρούζης… απάντησε ήρεμα η μοναχή. Κι η κοπελιά αυτή είναι ορφανή και μου την εμπιστεύτηκε,  Ηράκλεια τ’ όνομά της.

— Και ποια ’σαι τού λόγου σου κι έχει πέραση ο λόγος σου στον Μουρούζη; Ξαναρώτησε ο Μανούσος.

Η μοναχή σαν να ταράχτηκε και σκέφτηκε να μη μολοήσει την αλήθεια. Μα δεν το μπόρεσε.

        Εγώ ’μαι η μεγάλη κόρη του Δασκαλογιάννη, φώναξε. Για να συμπληρώσει αμέσως μετά.  Θα ‘χετε ακουστά…

— Τί; Ποιά; έβαλαν φωνή και κρεμάστηκαν στο λαιμό της κι έγιναν κι οι τρεις ένα κουβάρι. Η μοναχή τα ’χασε…

— Είσαι η χαμένη μας θεία η Μαρία! φώναξε με μια φωνή σπασμένη χίλια κομμάτια, ο Γιώργης.

— Θεία, Θεία μας! κραύγασε ο Μανούσος.

Η γερόντισσα δεν άντεξε τόση χαρά. Έσυρε φωνή μεγάλη και λιποθύμησε.  Η Ηράκλεια άρχισε να ξεφωνίζει κι Ο Ζερβονικόλας κουνούσε πάνω κάτω τα τεράστια χέρια του, μην μπορώντας να τα κουμαντάρει. Την συνέφεραν με κόπο, κάθισαν  σε μια γωνιά κι άρχισαν να λένε τα δικά τους.

     Είχε φτάσει πια ή νύχτα, άλαφροπάτητη κι έκαμε κατοχή στον κόσμο, όπως ορίζει ο Μεγαλοδύναμος. Κι ο ουρανός άναψε το πολυκάντηλό του, πάνω απ’ το σφακιανό καράβι, που ταξίδευε μοναχό για το Αιγαίο, φορτωμένο με μνήμες σταυρωμένες πάνω σε βαθιές ρίζες.

 

                                                            ***

 

     Ποιος είπε πως βουνό με βουνό δε σμίγει; Πού το ’λπιζε πώς ύστερα από πενήντα χρόνια, θ’ αντάμωνε τους συγγενείς της; Το αίμα της.! Τα παιδιά τού Αντρέα, του μοναδικού απ’ την Οικογένειά τους, που σώθηκε απ’ το χαλασμό… Αυτά σκέφτεται λίγες μέρες μετά η Μαρία,  καθισμένη στο πεζούλι του μοναστηριού της Παναγίας που είχε ταχτεί να πάει... Δίπλα της ο Γιώργης κι η Ηράκλεια,  που τους είχε αρραβωνιάσει μόλις έφτασαν στο νησί, κουβεντιάζουν.

—Θα σηκωθεί τώρα κι η Κρήτη,  Γιώργη! φωνάζει η Μαρία.

— Ναι θεία! Δεν θ’ αργήσει, μπορεί και να σηκώθηκε κιόλας! Λευτεριά, Λευτεριά, Λευτεριά, θεία!

      Έτσι που ακούει τον ανηψιό της να μιλεί, της φάνηκε πως άκουε τον ίδιο τον πατέρα της. Πόσο περήφανη ένοιωθε!

— Η Κρήτη έχει γεμίσει Δασκαλογιάννηδες! Μπορεί να έγδαραν τον Δάσκαλο ζωντανό στο Κάστρο, μα το μαρτύριό του μας φόρτωσε μ’ ένα χρέος, που πρέπει να πλερώσουμε, είπε ο Γιώργης.

— Ναι άρχοντά μου, ναι τζελεπή μου, ένα χρέος…, η απάντησή της.

     Ναι! Να συνδράμει όσο μπορεί τον ανηψιό της, την Κρήτη, το δικό της χρέος από τώρα κι ύστερα…  Ίσως έτσι βρει την ανάπαυση που ζητά. Μα πώς; Πώς;  Ωστόσο λέει πολλά ο Γιώργης. Για τη Λευτεριά, για το αίμα που θα χυθεί… Μα ή Μαρία δεν προσέχει πια. Ο νους της ταξιδεύει...

     Η Ηράκλεια νιώθει τα μάτια της να βασιλεύουν… Νιώθει  ένα παράξενο φόβο, γι’ αυτά που ακούει. Σκοτωμούς… Χρέη... Σηκωμούς! Αυτή πεθυμά μια ήσυχη νοικοκυρίστικη ζωή, κοντά στον άντρα της. Να κυβερνά το σπιτικό της, να κάνει παιδιά, να τα δει να μεγαλώνουν, αυτό θέλει… 

     Ο Γιώργης σα να διάβασε τη σκέψη της, σταματά να μιλά. Πηγαίνει κοντά της. Την κοιτάζει ίσια στα μάτια. Ναι, έτσι τη φανταζότανε τώρα τη Λευτεριά. Μια αρραβωνιασμένη κοπελιά, που ’χει το χρώμα του σταριού. Δίχως τσεμπέρι, με τα μαλλιά χυτά στους ώμους, με μια ελιά στο πηγούνι. Να ’χει την αγκαλιά της ορθάνοιχτη και να τον καλεί με μια ψιλή - ψιλή φωνίτσα, γλυκιά σαν αμαρτία: «Έλα.. Έλα…» Κι εκείνος  να νοιώθει το κορμί σου να λύνεται, να βουλιάζει μέσα σε μια γλύκα δίχως τελειωμό.

     «Θα ’ρθει άραγε μια τέτοια μέρα;» σκέφτεται ο Γιώργης. Για να της πει αμέσως μετά με σιγουριά.

— Θα ’ρθει ο καιρός, Ηράκλεια, που θα μπορούμε να διαφεντεύομε το χώμα μας, και να έχουμε το σπίτι μας, έτσι, όπως το πεθυμάς. Μα για να γίνει αυτό χρειάζεται αγώνας και αίμα πολύ… Για να της πει αμέσως μετά σαν φταίχτης…

— Δεν φταίω εγώ, αν γεννηθήκαμε χρεωμένοι.

     Η Ηράκλεια σωπαίνει μα έχουν γίνει βρύσες τα μάτια της…

     Γλυκιά που ’ναι η ζωή εδώ, σκεφτόταν, το ίδιο βράδυ, ο Γιώργης. Μακριά απ’ τον πόλεμο, μακριά απ’ τούς σηκωμούς, μακριά απ’ τον θάνατο. Κοντά σε μια κοπελιά, που αστράφτει σαν ήλιος, που φέγγει σαν τον αυγερινό. Μα και πάλι, πώς μπορεί αυτός, που οι άλλοι τον ονομάτισαν Τσελεπή, να μένει άπραγος, σ’ ένα νησί τού Αιγαίου, την ίδια ώρα που οι σημαίες της Επανάστασης έχουν ξεδιπλωθεί στο Μοριά; Την ίδια ώρα που ή Κρήτη σάλπιζε προσκλητήριο;

 

                                                                 ***

      Όχι! Ο Γιώργης δεν μπορούσε ν' αγνοήσει το κάλεσμα. Έτσι άφησε την αρραβωνιαστικιά του  στο νησί, κοντά στη θεία του, και πήγε μ’ άλλο πλοίο στη Σάμο, για να πάρει μαζί του κι άλλους Κρητικούς απ’ τη Μικρασία και να τους πάει στα Σφακιά, για να συνδράμουν την εξέγερση. Η αγάπη για την πατρίδα ήταν κάτι πιο τρανό, απ’ τον έρωτα που ’νοιωθε για την Ηράκλεια.

— Έτσι έπρεπε να γίνει Ηράκλεια, παρηγορούσε την κλαμένη κοπελιά ή Μαρία.

Μα ούτε που με φί... φίλησε, είπε μισοκλαίγοντας η κόρη, κι έγινε κόκκινη σαν βιόλα.

— Ε! για να σου πω. Τι το πέρασες το φιλί, έτσι δίχως στεφάνι; της φώναξε, χαμογελαστή, ωστόσο η Μαρία και θυμήθηκε τη ράτσα της. Μπορεί κι ένα βουβό δικό της έρωτα, μ’ ένα αγέλαστο καπετάνιο, που δεν πρόλαβε να ανθίσει…

— Ας μ’ έπαιρνε μαζί του. . . είπε με λυγμούς.

— Θα ’σουν βάρος…  Μη βαρυγκομάς…  Θα γυρίσει… Θα δεις που θα γυρίσει και θα σε πάρει… Είναι Σφακιανός! Ξέρεις τί πάει να πει Σφακιανός, Ηράκλεια;

— Δεν ξέρω…

— Πού να ξέρεις, βέβαια, εσύ… Ο  Σφακιανός όταν δώσει λόγο, δεν κάνει πίσω. Σαν τον πατέρα μου, τον Δασκαλογιάννη!

— Μα δεν υπάρχει κίνδυνος;

— Πόλεμος είναι Ηράκλεια!  Πόλεμος! Ἐνα φαρμακιάρικο θεριό είναι ο πόλεμος… Μα όλα θα πάνε καλά, θα δεις… Ωστόσο εσύ δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις  από το να του χαρίζεις την έγνοια σου. Είναι χρεωμένος!

— Κι αυτός μου ’πε την ίδια, λέξη… Τί πάει να πει χρεωμένος;

— Χρεωμένος είναι, είπε ύστερα από πολλή σκέψη η Μαρία, όποιος ζει, χάρις στο αίμα που ’χυσε ένας άλλος…  Όποιος έχει αγοράσει τη ζωή του με αίμα. Το αίμα αυτό του φωνάζει μερόνυχτα και δεν τον αφήνει να κοιμηθεί.

— Είσαι κι εσύ χρεωμένη, γερόντισσα…

— Εγώ κι αν είμαι, παιδί μου. . .

     Σώπασαν για λίγο.

— Να μπορούσα να του ’στελνα ένα γράμμα...,  είπε ξαφνικά, σκουπίζοντας τα μάτια της,  η Ηράκλεια.

—Ε! Αυτό είναι εύκολο! φώναξε ή Μαρία και άστραψαν τα μάτια της, από μια σκέψη που έκανε. Μια σκέψη που τη γέμισε χαρά και περηφάνια. Τόση χαρά και τόση περηφάνια που με δυσκολία κρατήθηκε να μη σηκωθεί και ν’ αρχίσει να φωνάζει… «Είμαι η Μαρία σου, πατέρα, η Μαρία σου! Η Μαρία που ύφανε τη σημαία του δικού σου Σηκωμού, η Μαρία σου!»   

     Η Ηράκλεια είδε αυτή τη λάμψη, κατάλαβε πως κάτι το μεγάλο γίνηκε μέσα της, αντιφέγγισε και το δικό της πρόσωπο.

— Πώς γερόντισσα; Πώς; ρώτησε μ’ αγωνία.

Πώς… Πως…   Να!   O Αρβανίτης μου, o Ζερβονικόλας!  Θα τον στείλω στη Σάμο να βρει το Γιώργη… Θα πάρει μαζί του είκοσι άντρες και θα πάει…  Με δικά μου έξοδα! Έχω τον τρόπο μου… Κι από κει, όλοι μαζί για την Κρήτη.. Αμέσως!  Και πού ξέρεις! Μπορεί κι εγώ μια μέρα να πάω

— Μα θα δεχτεί ο Ζερβονικόλας να πάει, γερόντισσα; ρώτησε με αγωνία η κοπελιά.

— Θα δεχτεί Ηράκλεια... Δεν μπορεί παρά να δεχτεί... Μέχρι τον λαιμό είναι χρεωμένος κι αυτός, μέχρι τον λαιμό…

4 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. Από καρδιάς και πάλι και πολλάκις οι ευχαριστίες μου. Τιμή για μένα να γράφει αυτά που γράφει για τα διηγήματά μου η Ελένη Χωρεάνθη!

      Διαγραφή
  2. Βούρκωσα..τι δυνατή γραφή... λόγος και πλοκή με παρέσυρε και μ' έσυρε σ' εκείνους του χρόνους και τα μέρη..τι συναίσθημα κι αυτό..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ, Έφη! Πάρα πολύ! Μετρά ιδιαίτερα ο λόγος μιας σχολικής συμβούλου που γνωρίζει και τα της λογοτεχνίας τόσο καλά!

      Διαγραφή