Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΔΩ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΕΚΕΙ

ΑΧ ΑΥΤΗ Η "ΝΕΦΕΛΗ" ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα· και Συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το Πνεύμα». Το εξαποστειλάριο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκ περάτων συναθροίστηκαν στη Γεθσημανή οι μαθητές του Χριστού για να αποχαιρετήσουν την Παναγία, πριν αυτή πάει να βρει τον Γιο της στους Ουρανούς και να κηδέψουν το σώμα της. Τους άρπαξε, λέει η παράδοση, μια νεφέλη, ένα σύννεφο, όπου κι αν βρίσκονταν και κήρυτταν το Ευαγγέλιο και τους έφερε στο σπίτι της, στα Ιεροσόλυμα. Εκ περάτων… Εκ περάτων επιστρέφουν στη γενέθλια γη τούτες τις μέρες του Δεκαπενταύγουστου και οι “απανταχού”. Με τη γεύση του κοκκινάπιδου πάντα στον ουρανίσκο/ και με τις εικόνες των παιδικών ερώτων στις κόρες των ματιών τους, για να χρησιμοποιήσω ελαφρά παραλλαγμένους κάποιους στίχους από ένα ποίημά μου. Αχ αυτή η “νεφέλη” της νοσταλγίας!
Επιστρέφουν… Επιστρέφουμε… Επιστρέφω! Δεν μπορώ να φανταστώ ότι δεν θα είμαι στο Νίππος της Παναγίας από την παραμονή. Ότι δεν θα πάω στο καφενείο του παιδικού μου φίλου του Κοτσιφογιάννη, που παραμένει πάντα ανοιχτό κι ας βρίσκεται αυτός, εδώ και 5 περίπου χρόνια στο άλλο ημισφαίριο της ζωής. Ότι δε θα συναντήσω πολλούς απ’ τους φίλους της “μη με λησμόνει ηλικίας” και να πούμε τα “νέα” μας… Ότι δε θα με ξυπνήσει το πρωί η καμπάνα της Μεσοχωριανής Παναγίας… Ότι… Ότι… Ότι… Αλλιώς ήταν βέβαια τα πράγματα πριν από εννιά χρόνια, όταν δεν είχε φύγει για το επουράνιο Νίππος η μάνα μου. Άλλο να βρίσκεις ανοιχτή την πόρτα του πατρικού σου σπιτιού όταν επιστρέφεις κι άλλο να βάζεις εσύ το κλειδί για να την ανοίγεις. Το ξεπέρασα, όπως το ’χω ξαναγράψει κι αυτό, μάνα! Σιγά που δεν θα το ξεπερνούσα. Εσύ μου ’μαθες, ανάμεσα στα μύρια άλλα κι ότι δεν έχουν πεθάνει οι αγαπημένοι μας, όσο τους θυμούμαστε. “Δυο κάρβουνα στο θυμιατό κι ένα κουκί λιβάνι”, όπως μας λέει και ο Γιάννης Ρίτσος και ιδού τους ως υπήρξαν ωραίοι ενώπιόν μας…
Της Παναγίας, της Μάνας του Χριστού, της Δέσποινας του Κόσμου, της Πάντων Χαράς, μεθαύριο. Χιλιάδες τα ονόματα που της έχουν αποδοθεί. Ούτε λίγο, ούτε πολύ 5.500 ονόματα έχει καταγράψει στο βιβλίο του “Θεοτοκωνύμια” (εκδ. “Προμηθέας”, Αθήνα 1992) ο μακαριστός, εκ Καλαμιτσίου – Αλεξάνδρου Αποκορώνου ορμώμενος, Γιάννης Σηφάκης. Ηλιόκαλη, Ηλιόμορφη, Ηλιόβλυτη, Ηλιοστάλαχτη, Ηλιοτόκος… Να και πέντε (5) προσωνύμιά της με πρώτο συνθετικό τον ήλιο. Μεσοχωριανή, λέμε οι Νιππιανοί την Παναγία που είναι καταμεσής στο χωριό. Εδώ συναντιόμαστε κάθε χρόνο την ημέρα της Χάρης της. Παντού, σ’ όλα τα χωριά της Ελλάδας, η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, είναι πάνω απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα μια γιορτή συνάντησης με τα πρόσωπα των πραγμάτων και τα πράγματα των προσώπων της παιδικής μας ηλικίας…
«Δυο Παναγίες αγαπώ, η μια ’σαι συ κερά μου/ στην άλλη τάσσω ένα κερί, σ’ εσένα την καρδιά μου». Η πρώτη ερωτική μαντινάδα που έμαθα. «Μαρία λεν την Παναγιά, Μαρία λεν κι εσένα κι αν αρνηθώ την Παναγιά θα αρνηθώ κι εσένα», η δεύτερη. Ερωντικές και όχι ερωτικές, θα με διόρθωνε η μάνα μου. Έρωντα έλεγε τον έρωτα η μακαρίτισσα, που την έλεγαν Δέσποινα και γιόρταζε της Παναγίας. Δεν το συζητώ ότι θα φέρω μια γλάστρα με βασιλικό για σένα και για τον πατέρα στον τάφο σας, αύριο μάνα! Είναι και το δικό μου αγαπημένο λουλούδι. Δεν μου το ’πες ποτέ, ωστόσο, εσύ μου το έμαθες, “δια του παραδείγματος”. Πάντα όσο ζούσες, είχαν το βασίλειό τους στην αυλή μας οι βασιλικοί και ο ασβέστης!
«Κάθε φορά και πιο πολλές είν’ εκεί οι γιορτάδες/ κάθε φορά και πιότερα σα ν’ ακούγονται τραγούδια/ Κρατώντας την εσθήτα της Παναγίας/ ο έσχατος τ’ ουρανού/ με χιλιάδες έντομα στην όραση μ’ αξεθύμαστα/ γιασεμιά στο νυμφώνα/ μ’ άλλα θεάματα της αγάπης από μέσα/ και μ’ άλλα γεγονότα σπιθοβολώντας/ αγγίζει τους ραχητικούς και θεραπεύει την αρθρίτιδα, μαλάζει τους/ πρησμένους αστραγάλους/ αφήνει τρυφερά την αλήθεια πάνω σ’ όλες τις αρρώστιες/ και κείνες χάνονται καθώς τα ευδιάλυτα νέφη./ Σιγά – σιγά ρυθμίζεται κι ο θάνατος/ αρχίζει το νταούλι μες στα πανηγύρια κι ολούθε πια σηκώνεται στο/ στήθος η Ρωμιοσύνη/ και μας αρωματίζει μ’ ανείπωτο μοσχολίβανο». Από το ποίημα “Η αντίκρουση του χειμώνα” του Νίκου Καρούζου.
Χανιώτικα νέα (Τρίτη, 13. 8. 2019) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου