Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ Β

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΤΟΥ  ΜΟΝΑΧΟΥ - ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ




                 Γράφει η Κατερίνα Τοράκη

Ζώνεται το φθαρμένο ράσο του,

βάζει τα ξυλοπάπουτσά του,

φορεί το καλογερικό σκουφί του,

κάνει τον σταυρό του δυτικά,

παίρνει το μαγικό ραβδί του...

Εκεί στα βάθη της Μικράς Ασίας,

όπου η παλιά πολιτεία της Καισάρειας,

ετοιμάζεται, όπως κάνει αιώνες τώρα,

να ΄ρθει κι εφέτος την Πρωτοχρονιά

να μας επισκεφθεί ο παλιός Άγιος Βασίλης.

 

Τι κι αν έχει πεθάνει -

πάνε δεκάδες χρόνια τώρα -

και ο τελευταίος ζευγολάτης

που τον περίμενε πώς και πώς

για να ευλογήσει το αλέτρι του.

Τι κι αν τα παιδιά, αντί γι' αυτόν,

περιμένουν τον άγιο της κατανάλωσης

μ' όλα τα κάθε λογής δώρα του.

Τι κι αν βρει κλειστές, κατάκλειστες, τις πόρτες.

 

Όλο και κάποιος ξεχασμένος βοσκός

θα με περιμένει στο μαντρί του,

όπως ο Γιάννης ο Ευλογημένος,

σκέφτεται ο δικός μας, ο παλιός, Άγιος Βασίλης...


Το παραπάνω ποίημα είναι από την τελευταία συλλογή του Νιππιανού δασκάλου, ποιητή, δημοσιογράφου και φίλου Βαγγέλη Κακατσάκη Τα χελιδόνια του μοναχού (Κοινωφελές Ίδρυμα "Αγία Σοφία" και Πυξίδα της πόλης,  2020). Είναι μια συλλογή με εικόνες και βιώματα του ίδιου του δημιουργού από τον γενέθλιο τόπο, με συναπαντήματα, με γιασεμιά και κρίνους, με γλάρους και σπουργίτια, με πετάγματα κορυδαλλών, με βαρσάμους και βασιλικούς, με το άρωμα του αροσμαρή, με μνήμες και αφιερώσεις, με τη σοφή αιωνόβια ελιά του κήπου του που "όπως χαίρεται μια μάνα για τα παιδιά της, έτσι χαίρεται και η ελιά για τους δεκατρείς βασιλικούς"...


 

Και ζευγολάτης και οδοιπόρος ο  Άγιος Βασίλης της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, γράφει ο δάσκαλος. Να τον υποδέχεται στο μαντρί του ο Γιάννης ο Ευλογημένος τον θέλει ο Φώτης Κόντογλου στο διήγημά του "Το Βλογημένο μαντρί". Είναι ένα τρυφερό διήγημα, γραμμένο σε όμορφη γλώσσα. Παραθέτω εδώ την αρχή και το τέλος του*: 

Κάθε χρόνο γιος Βασίλης τς παραμονς τς Πρωτοχρονις γυρίζει π χώρα σ χώρα κι π χωρι σ χωριό, κα χτυπ τς πόρτες γι ν δε ποις θ τν δεχτε μ καθαρ καρδιά. Μία χρονι λοιπόν, πρε τ ραβδί του κα τράβηξε. τανε σν καλόγερος σκητής, ντυμένος μ κάτι μπαλωμένα παλιοράσα, μ χοντροπάπουτσα στ ποδάρια του κα μ᾿ να ταγάρι περασμένο στν μο του. Γι᾿ ατ τν παίρνανε γι διακονιάρη κα δν τ᾿ νοίγανε τν πόρτα. γιος Βασίλης φευγε λυπημένος, γιατ βλεπε τν πονι τν νθρώπων κα συλλογιζότανε τος φτωχος πο διακονεύουνε, πειδς χουνε νάγκη, μ᾿ λο πο ατς διος δν εχε νάγκη π κανέναν, κι οτε πεινοσε, οτε κρύωνε.

φο βολόδειρε π δ κι π κε, κι φο πέρασε π χρες πολλς κι π χιλιάδες χωρι κα πολιτεες, φταξε στ λληνικ τ μέρη, πού ναι φτωχς κόσμος. π᾿ λα τ χωρι πρόκρινε τ πι φτωχά, κα τράβηξε κατ κε, νάμεσα στ ξερ βουν πο βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.

Περπατοσε νύχτα κι χιονις βογκοσε, πλάση τανε πολ γρια. Ψυχ ζωνταν δν κουγότανε, ξν π κανένα τσακάλι πο γάβγιζε.

φο περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ᾿ να πάγκιο πο κοβε γέρας πό να μικρ βουνό, κι εδε να μαντρ κολλημένο στ βράχια. νοιξε τν αλόπορτα πο τανε κανωμένη π γρια ρουπάκια κα μπκε στ μάντρα. Τ σκυλι ξυπνήσανε κα πιάσανε κα γαβγίζανε. Πέσανε πάνω του ν τν σκίσουνε· μά, σν πήγανε κοντά του, σκύψανε τ κεφάλια τους κα σερνόντανε στ ποδάρια του, γλείφανε τ χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα κα κουνούσανε παρακαλεστικ τς ορές τους.

γιος σίμωσε στ καλύβι το τσομπάνου κα χτύπησε τν πόρτα μ τ ραβδί του κα φώναξε:

«λεστε με, χριστιανοί, γι τς ψυχς τν ποθαμένων σας! Κι Χριστς μς διακόνεψε σν ρθε σ τοτον τν κόσμο!».

πόρτα νοιξε κα βγκε νας τσομπάνης, παλικάρι ς εκοσιπέντε χρον, μ μαρα γένια· κα δίχως ν δε καλ καλ ποις χτυποσε τν πόρτα, επε στ γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ᾿ ρχοντικό μας ν ζεσταθες! Καλ μέρα κα καλ χρονιά!».

Ατς τσομπάνης τανε Γιάννης Μπάικας, πο τν λέγανε Γιάννη Βλογημένον, νθρωπος θος σν τ πρόβατα πο βόσκαγε, γράμματος λότελα.

Μέσα στν καλύβα φεγγε μ λιγοστ φς να λυχνάρι. Γιάννης, σν εδε στ φς πς μουσαφίρης τανε γέροντας καλόγερος, πρε τ χέρι του κα τ᾿ νασπάστηκε κα τό βαλε πάνω στ κεφάλι του. στερα φώναξε κα τ γυναίκα του, ς εκοσι χρον κοπελούδα, πο κουνοσε τ μωρό τους μέσα στν κούνια. Κι κείνη πγε ταπειν κα φίλησε τ χέρι το γέροντα, κι επε:

«Κόπιασε, παππο, ν ξεκουραστες».

γιος Βασίλης στάθηκε στν πόρτα κα βλόγησε τ καλύβι κι επε:

«Βλογημένοι νά σαστε, τέκνα μου, κι λο τ σπιτικό σας! Τ πρόβατά σας ν πληθαίνουν ς το Ἰὼβ μετ τν πληγν κα ς το βραμ κα ς το Λάβαν! ερήνη το Κυρίου μν ησο Χριστο ν εναι μαζί σας!».

Γιάννης βαλε ξύλα στ τζάκι κα ξελόχισε φωτιά. γιος πίθωσε σ μία γωνι τ ταγάρι του, στερα βγαλε τ μπαλωμένο τ ράσο του κι πόμεινε μ τ ζωστικό του. Τν βάλανε κι κατσε κοντ στ φωτιά, κι γυναίκα το βαλε κα μία μαξιλάρα ν᾿ κουμπήσει.

γιος Βασίλης γύρισε κι εδε γύρω του κα ξανάπε μέσα στ στόμα του:

«Βλογημένο νά ναι τοτο τ καλύβι!».

Γιάννης μπαινόβγαινε, γι ν φέρει τό να κα τ᾿ λλο. γυναίκα του μαγείρευε. Γιάννης ξανάριξε ξύλα στ φωτιά.

........................................................................................................................................................

Καθίσανε στ τραπέζι κα φάγανε, γιος Βασίλειος Μέγας, Γιάννης Βλογημένος, γυναίκα του κι μπάρμπα - Μάρκος Βουβός, πο τν εχε συμμαζέψει Γιάννης κα τν βοηθοσε.

Καί, σν ποφάγανε, φερε γυναίκα τ βασιλόπιτα κα τν βαλε πάνω στ σοφρ. Κι γιος Βασίλης πρε τ μαχαίρι κα σταύρωσε τ βασιλόπιτα κι επε:

«Ες τ νομα το Πατρς κα το Υο κα το γίου Πνεύματος!».

Κι κοψε τ πρτο τ κομμάτι κι επε: «το Χριστο», κοψε τ δεύτερο κι επε: «τς Παναγίας», κι στερα κοψε τ τρίτο κα δν επε: «το γίου Βασιλείου», λλ επε: «το νοικοκύρη το Γιάννη το Βλογημένου!».

Πετάγεται Γιάννης κα το λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τν η-Βασίλη!».

Το λέγει γιος:

«λήθεια, τν ξέχασα!».

Κι κοψε να κομμάτι κι επε:

«Το δούλου το Θεο Βασιλείου!».

στερα κοψε πολλ κομμάτια, κα σ κάθε να πο κοβε λεγε: «τς νοικοκυρς», «το μωρο», «το δούλου το Θεο Μάρκου το μογιλάλου», «το σπιτιο», «τν ζωντανν», «τν φτωχν».

Λέγει πάλι Γιάννης στν γιο:

«Γέροντα, γιατί δν κοψες γι τν γιοσύνη σου;».

Το λέγει γιος:

«κοψα, ελογημένε!».

Μ Γιάννης δν κατάλαβε τίποτα, καλότυχος!

στρωσε γυναίκα, γι ν κοιμηθονε. Σηκωθήκανε ν κάνουνε τν προσευχή τους. γιος Βασίλης νοιξε τς παλάμες του κι επε τν δική του τν εχή, πο τ λέγει παπς στ λειτουργία:

«Κύριος Θεός μου, οδα τι οκ εμι ξιος, οδ κανός, να π τν στέγην εσέλθς το οκου τς ψυχς μου...».

Σν τελείωσε τν εχ κι τοιμαζόντανε ν πλαγιάσουνε, το λέγει Γιάννης :

«σύ, γέροντα, πο ξέρεις τ γράμματα, πές μας σ ποι παλάτια ραγες πγε πόψε η-Βασίλης; Ο ρχόντοι κι ο βασιλιάδες τί μαρτίες μπορε νά χουνε; μες ο φτωχο εμαστεν μαρτωλο κα κακορίζικοι, πειδς φτώχεια μς κάνει ν κολαζόμαστε!».

γιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι πάνω, πλωσε τς παλάμες του κα ξαναεπε τν εχ λλιώτικα:

«Κύριε Θεός μου, οδας τι δολος ωάννης πλος, ξιός στιν κα κανός, να π τν στέγην ατο εσέλθς, τι νήπιος πάρχει, κα τν τοιούτων στν βασιλεία τν ορανν...».

Κα πάλι δν κατάλαβε τίποτα Γιάννης καλότυχος, Γιάννης Βλογημένος.

 

 Πώς τον περιμένουμε κι εμείς απόψε! Θα τον αναγνωρίσουμε άραγε;

 ................................................................................................................ 

Σημειώσεις:

Η εικόνα με τον Άη Βασίλη είναι έργο του Έλληνα εικονογράφου Νικόλα Ανδρικόπουλου με τίτλο Santa reading to his Friends (Ο Άη Βασίλης διαβάζοντας στους φίλους του). Είναι χριστουγεννιάτικη κάρτα της Unicef μάλλον του 1997 (δυστυχώς ο αποστολέας δεν έχει χρονολογία, αλλά υποθέτω ότι είναι 1997 ή 1998) σε υποστήριξη του προγράμματος 2000 για μείωση της μόλυνσης από τον ιό της πολυομυελίτιδας που χτυπά πάνω από 100.000 παιδιά κάθε χρόνο (όπως σημειώνεται στο πίσω μέρος της κάρτας).

https://katerinatoraki.blogspot.com/2020/


1 σχόλιο:

  1. Αγαπητική και λίαν εμπεριστατωμένη η ιδιαίτερη προσέγγιση που έκανε στο ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ της (ΚΑΓΚΟΥΡΩ) η Νιππιανή, χημικός - μηχανικός, τ. διδάσκουσα στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Κατερίνα Τοράκη, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στα ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ Την ευχαριστώ από καρδιάς! Υπόχρεος στην αγάπη σου, που κατ' επανάληψη έχεις εκφράσει για την ποίησή μου, καλή μου Χωριανή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή